Βαδίζει μες στην ομορφιά
Βαδίζει μες στην ομορφιά,
Σαν την ανέφελη νύχτα που κυλά
Kάτω από αστροκεντημένους ουρανούς∙
Και ό,τι διαλεχτό έχει το σκοτάδι και το φέγγος
Γίνεται ένα με τη δική της όψη και τους οφθαλμούς∙
Γλυκαίνοντας έτσι το απαλό φως
Που αρνείται σε μέρα ολόλαμπρη ο ουρανός.
Μια ηλιαχτίδα λιγότερη, μια πρόσθετη σκιά,
Θα είχε βλάψει κατά το ήμισυ την ανώνυμη χάρη
Που φωτίζει αχνά την ώρια θωριά,
Ή κυματίζει σε κάθε πλεξίδα της μαύρη∙
Εκεί που φανερώνουν γαλήνια γλυκείς λογισμοί,
Πόσο αγνή είναι η κατοικία τους, και πόσο ακριβή.
Και πάνω σ΄αυτό το μέτωπο, σ΄αυτήν την παρειά,
Ήρεμα, πλήρη νοήματος και τόσο απαλά,
Χαμόγελα που κερδίζουν, αποχρώσεις που λάμπουν,
Για μέρες μιλούν ξοδεμένες αγαθά,
Ένα νου σε ειρήνη εδώ κάτω με όλα,
Μια καρδιά, που η αγάπη της παραμένει αθώα.
She walks in beauty
She walks in beauty, like the night
Of cloudless climes and starry skies;
And all that’s best of dark and bright
Meet in her aspect and her eyes;
Thus mellowed to that tender light
Which heaven to gaudy day denies.
One shade the more, one ray the less,
Had half impaired the nameless grace
Which waves in every raven tress,
Or softly lightens o’er her face;
Where thoughts serenely sweet express,
How pure, how dear their dwelling-place.
And on that cheek, and o’er that brow,
So soft, so calm, yet eloquent,
The smiles that win, the tints that glow,
But tell of days in goodness spent,
A mind at peace with all below,
A heart whose love is innocent!
Σημείωση του μεταφραστή
Ο George Gordon Byron (Λόρδος Βύρων) γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο της Αγγλίας. Μεγάλωσε στο Αμπερντίν της Σκωτίας και κληρονόμησε τον αγγλικό τίτλο της οικογένειάς του σε ηλικία δέκα ετών, γενόμενος Βαρόνος Μπάιρον του Ρότσντεϊλ. Εγκαταλελειμμένος από τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και γεμάτος πικρία για τη μητέρα του, την οποία κατηγορούσε για το γεγονός ότι γεννήθηκε με παραμορφωμένο πόδι, ο Μπάιρον απομονώθηκε κατά τη διάρκεια των νεανικών του χρόνων και ήταν βαθιά δυστυχισμένος. Αν και ήταν κληρονόμος ενός ειδυλλιακού κτήματος, η ιδιοκτησία ήταν ερειπωμένη και η οικογένειά του δεν είχε περιουσιακά στοιχεία για τη συντήρησή της. Ως έφηβος, ο Μπάιρον ανακάλυψε ότι τον έλκυαν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, γεγονός που τον έκανε ακόμη πιο απόμακρο και μυστικοπαθή.
Ο Μπάιρον σπούδασε στο Aberdeen Grammar School και στη συνέχεια στο Trinity College του Κέιμπριτζ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συγκέντρωσε και εξέδωσε τους πρώτους του τόμους ποίησης. Ο πρώτος, ο οποίος εκδόθηκε ανώνυμα με τον τίτλο Fugitive Pieces (Φευγαλέα Κομμάτια), τυπώθηκε το 1806 και περιείχε μια συλλογή διαφόρων ποιημάτων, μερικά από τα οποία είχαν γραφτεί όταν ο Μπάιρον ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Συνολικά, η συλλογή θεωρήθηκε άσεμνη, εν μέρει επειδή γελοιοποιούσε συγκεκριμένους δασκάλους αναφέροντας τα ονόματά τους και εν μέρει επειδή περιείχε απροκάλυπτα, ερωτικούς στίχους. Κατόπιν αιτήματος ενός φίλου, ο Μπάιρον απέσυρε και έκαψε όλα τα αντίτυπα του βιβλίου εκτός από τέσσερα, και αμέσως άρχισε να συνθέτει μια αναθεωρημένη έκδοση, αν και αυτή δεν εκδόθηκε όσο ζούσε. Τον επόμενο χρόνο, ωστόσο, ο Μπάιρον εξέδωσε τη δεύτερη συλλογή του, Hours of Idleness (Ώρες Σχόλης), η οποία περιείχε πολλά από τα πρώιμα ποιήματά του, καθώς και σημαντικές προσθήκες, συμπεριλαμβανομένων ποιημάτων που απευθύνονταν στον Τζον Έντελστον, ένα μικρότερο αγόρι με το οποίο ο Μπάιρον είχε συνάψει φιλία και είχε αγαπήσει πολύ.
Μέχρι τα εικοστά γενέθλιά του Μπάιρον, ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με συντριπτικά χρέη. Αν και η δεύτερη συλλογή του έτυχε αρχικά ευνοϊκής υποδοχής, μια εξαιρετικά αρνητική κριτική δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1808, την οποία ακολούθησαν ακόμη πιο καυστικές επικρίσεις λίγους μήνες αργότερα. Η απάντησή του ήταν μια σάτιρα με τίτλο English Bards and Scotch Reviewers (Άγγλοι Βάρδοι και Σκωτσέζοι Κριτικοί), η οποία προκάλεσε ανάμικτες αντιδράσεις. Δημόσια ταπεινωμένος και χωρίς άλλη διέξοδο, ο Μπάιρον ξεκίνησε μια περιοδεία στη Μεσόγειο, ταξιδεύοντας με έναν φίλο του στην Πορτογαλία, την Ισπανία, την Αλβανία, την Τουρκία και τέλος στην Αθήνα. Απολαμβάνοντας την πρωτόγνωρη σεξουαλική του ελευθερία, ο Μπάιρον αποφάσισε να παραμείνει στην Ελλάδα μετά την επιστροφή του φίλου του στην Αγγλία, μελετώντας τη γλώσσα και δουλεύοντας πάνω σε ένα ποίημα βασισμένο ελεύθερα στις περιπέτειές του. Εμπνευσμένος από τον πολιτισμό και το κλίμα, έγραψε αργότερα στην αδελφή του: «Αν είμαι ποιητής… ο αέρας της Ελλάδας με έκανε»
Ο Μπάιρον επέστρεψε στην Αγγλία το καλοκαίρι του 1811, έχοντας ολοκληρώσει τα πρώτα άσματα του Childe Harold’s Pilgrimage (Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ), ενός ποιήματος που αφηγείται την ιστορία ενός κουρασμένου από τη ζωή νεαρού άνδρα που αναζητά νόημα στον κόσμο. Όταν τα δύο πρώτα άσματα εκδόθηκαν τον Μάρτιο του 1812, η ακριβή πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε μέσα σε τρεις ημέρες. Ο Μπάιρον φέρεται να δήλωσε: «Ξύπνησα ένα πρωί και βρέθηκα διάσημος».
Η φήμη του Μπάιρον, ωστόσο, περιοριζόταν στην αριστοκρατική τάξη των διανοουμένων, σε μια εποχή που μόνο οι καλλιεργημένοι άνθρωποι διάβαζαν και συζητούσαν για τη λογοτεχνία. Η σημαντική άνοδος του αναγνωστικού κοινού της μεσαίας τάξης, και μαζί της η κυριαρχία του μυθιστορήματος, απείχε ακόμη μερικά χρόνια. Στα είκοσι τέσσερά του, ο Μπάιρον ήταν προσκεκλημένος στα σπίτια των πιο επιφανών οικογενειών και δεχόταν εκατοντάδες γράμματα από θαυμαστές, πολλά από τα οποία ζητούσαν τα υπόλοιπα άσματα του σπουδαίου ποιήματός του, τα οποία τελικά κυκλοφόρησαν το 1818.
Ως ένας ασυμβίβαστος πολιτικός στη Βουλή των Λόρδων, ο Μπάιρον χρησιμοποίησε τη δημοτικότητά του για το δημόσιο καλό, μιλώντας υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της κοινωνικής μεταρρύθμισης. Συνέχισε επίσης να δημοσιεύει έμμετρες ρομαντικές ιστορίες. Η προσωπική του ζωή, ωστόσο, παρέμενε ταραχώδης. Παντρεύτηκε και χώρισε. Η σύζυγός του, Άννα Ισαβέλλα Μίλμπανκ, τον κατηγόρησε για σεξουαλική ελευθεριότητα. Ακολούθησε επίσης ένας αριθμός ερωτικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας με την Κλερ Κλερμόντ, την ετεροθαλή αδελφή της συζύγου του ποιητή Πέρσι Μπις Σέλλεϋ. Μέχρι το 1816, ο Μπάιρον φοβόταν για τη ζωή του, καθώς τον είχαν προειδοποιήσει ότι ένα πλήθος θα μπορούσε να τον λιντσάρει αν εμφανιζόταν δημόσια.
Αναγκασμένος να εγκαταλείψει την Αγγλία, ο Μπάιρον εγκαταστάθηκε στην Ιταλία και άρχισε να γράφει το αριστούργημά του, τον Don Juan (Δον Ζουάν), ένα έπος-σάτιρα σε έμμετρο λόγο, βασισμένο ελεύθερα σε έναν θρυλικό ήρωα. Αφιέρωσε επίσης μεγάλο μέρος του χρόνου του στον ελληνικό αγώνα για την ανεξαρτησία και σχεδίαζε να συμμετάσχει στη στήριξη του Μεσολογγίου κατά την πολιορκία του από τους Τούρκους, όταν αρρώστησε, παρουσιάζοντας επιδεινούμενη κατάσταση με επίμονα κρυολογήματα και πυρετούς.
Όταν ο Μπάιρον πέθανε στις 19 Απριλίου 1824 στο Μεσολόγγι, σε ηλικία τριάντα έξι ετών, ο Δον Ζουάν δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, αν και είχαν γραφτεί δεκαεπτά άσματα. Τα απομνημονεύματά του, τα οποία επίσης δεν είχαν εκδοθεί, κάηκαν από τους φίλους του Μπάιρον, οι οποίοι είτε φοβούνταν μήπως εμπλακούν σε σκάνδαλο είτε ήθελαν να προστατεύσουν τη φήμη του. Σήμερα, ο Δον Ζουάν του Μπάιρον θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα μακρά ποιήματα στην αγγλική γλώσσα που έχουν γραφτεί μετά τον Χαμένο Παράδεισο του Τζον Μίλτον. Ο Βυρωνικός ήρωας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πάθος, ταλέντο και επαναστατικότητα, διαπνέει το έργο του Μπάιρον και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το έργο των μεταγενέστερων Ρομαντικών ποιητών.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
