10 Ιουλίου 2026
[Παναγιώτης Χ. Βούρος, Παραξενιά (άηχα και ακοινώνητα στιχουργήματα), εκδόσεις Κοράλλι, 2026]
Του Δημήτρη Κ. Μπαλτά
Ορμώμενος από την πεζογραφία ο Παναγιώτης Χ. Βούρος δοκιμάζεται για πρώτη φορά στον ποιητικό λόγο με το βιβλίο Παραξενιά (άηχα και ακοινώνητα στιχουργήματα), το οποίο κυκλοφορείται από τις εκδόσεις Κοράλλι. Πρόκειται κατά βάση για ποίηση προσωπική με ηθική πλαστικότητα και κοινωνική απεύθυνση, καθώς το εγώ μετατρέπεται στο εμείς του ερωτευμένου ζευγαριού και από εκεί στο συλλογικό εμείς, που χαρτογραφεί το κοινωνικό σύνολο. Η ποίηση του Βούρου διακρίνεται για τη λυρική ενατένιση της πραγματικότητας με έντονη μουσικότητα, όπου ο ρυθμός τις περισσότερες φορές χωνεύεται μέσα σε ενδεκασύλλαβους, δεκατρισύλλαβους και δεκαπεντασύλλαβους στίχους, με ή χωρίς ομοιοκαταληξία. Η μουσικότητα συνάδει με το πνεύμα των ποιημάτων, των οποίων κύριο θέμα αποτελεί ο έρωτας στην παρουσία και την απουσία του.
Εκκινώντας από τον τίτλο, η παραξενιά ορίζεται ως το διακριτό εκείνο στοιχείο που διαφοροποιεί το άτομο από τη ρηχή και άνευρη ομοιογένεια που περιβάλλει τον σύγχρονο κόσμο. Ο ποιητής ενδιαφέρεται για τα χαρακτηριστικά εκείνα που μας κάνουν ξεχωριστούς τόσο σε προσωπικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο, τόσο στις διαπροσωπικές μας σχέσεις όσο και στη δημόσια εικόνα μας. Παρόλο που, όπως ειπώθηκε η ποίηση είναι στη βάση της προσωπική, το ποιητικό εγώ δεν ομφαλοσκοπεί, αλλά γίνεται το όχημα το οποίο κουβαλά τη συλλογική φωνή. Ο αναγνώστης βουτώντας στους στίχους μπορεί να ξεδιαλύνει αυτό που λέγεται και καταναλίσκεται από τον εαυτό και εκείνο που λέγεται και αφορά στον Άλλον.
Το σώμα του ποιητικού εγώ μοιάζει αδύναμο, ισχνό. Εντούτοις, επωμίζεται την υποχρέωση να κουβαλήσει ένα βαρύ και ετερόκλητο συναισθηματικό φορτίο. Ήδη από τη σελίδα 15 και το ποίημα «Πού είμαι;» αναφαίνεται ο άξονας της σκέψης του δημιουργού, που γυρνά γύρω από αυτούς «που την πληγή τους ξεχρεώνουν κάπου αλλού» και αμέσως μετά, στη σελίδα 16, το ατομικό συναντά το συλλογικό στο ποίημα «Έχουμε ανάγκη»: «Έχουμε ανάγκη μια ιδέα/ Να τρίξει η πολιτική ειρκτή μας/ Να βγούμε απ’ το τρεμούλιασμα μια μέρα/ Εμείς και η θολή συνείδησή μας». Γίνεται, επομένως, αντιληπτή η αίσθηση της αιχμαλωσίας και του εγκλωβισμού που νιώθει το ποιητικό υποκείμενο ως πολιτικό ον. Το ίδιο ποίημα της σελίδας 16 ολοκληρώνεται με δυο στίχους που συμπυκνώνουν το αίτημα του δημιουργού και αυτό που ο ίδιος επιχειρεί να κατορθώσει μέσα από την ποίησή του: «Να θέλουμε απ’ τη ζωή το ανάστημά μας/ Και όχι απ’ τη ζωή το δεκανίκι». Το ζητούμενο, επομένως, είναι ο αγώνας – προσωπικά και συλλογικά – για μια ζωή ελεύθερη και δημιουργική χωρίς συνεχή αναχώματα και ημίμετρα.
Αξιοσημείωτη είναι η εγγραφή του έρωτα σε αυτό το πλαίσιο. Η επιθυμία και η προσμονή, σωματικά και υλικά εκπεφρασμένες, επηρεάζονται άμεσα από τις εξωτερικές συνθήκες της εποχής, του συρμού, της μόδας, του εφήμερου, της εντυπωσιοθηρίας. Στη σελίδα 46, το ποίημα για τη «σημερινή Ιουλιέτα» ξεκινά με τους στίχους: «Άδειο κορμί, μνήμη κοντή κι άλλα προσόντα/ Μοντέρνα ηθική, πλαστή, φίλτρα και φώτα» και στους δύο προτελευταίους στίχους διαβάζουμε: «Έχει επόμενο φιλί και προσωπείο/ Να κοινωνήσεις με προσωρινό σαρκίο». Ο ποιητής με γραφή ρεαλιστική ανατέμνει χειρουργικά την πραγματικότητα, έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στη σύγχρονη ζωή. Σε μια ζωή που το προσωπείο και οι φτιασιδωμένες εντυπώσεις κυριαρχούν εις βάρος των αυθεντικών και ανόθευτων συναισθημάτων. Στην εποχή του «φαίνεσθαι», ο ποιητής ξεκάθαρα μάχεται από το μετερίζι του «είναι», δηλώνοντας κουρασμένος και απογοητευμένος από τη στρεβλή, πλασματική και, συχνά, ανήθικη μάχη των εντυπώσεων και της εικόνας.
Προς επίρρωση της παραπάνω διαπίστωσης λειτουργούν τα σημεία εκείνα, όπου η παρατήρηση δίνει τη θέση της στην ενδοσκόπηση και την εσωτερική συνομιλία με τον εαυτό εκφράζοντας την υπαρξιακή αγωνία και τον φιλοσοφικό στοχασμό του ποιητικού υποκειμένου, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Είπα να γράψω ένα τραγούδι ή ένα τίποτα» της σελίδας 24, το οποίο ολοκληρώνεται με τους στίχους: «Είπα να γράψω ένα τραγούδι περιττό,/ Να μουρμουρίζεται στα στόματα του κόσμου./ Κι όταν καλπάσω κι όταν αποθεωθώ/ Ένα κλαρί να είναι ο μόνος εαυτός μου.» Ωστόσο, υπάρχουν και οι στιγμές που το ψυχικό βάρος είναι τέτοιο που λυγίζει το σώμα. Η αποκαρδίωση δεν αποσιωπάται. Ο ποιητής ειλικρινής και ανυπόκριτος μιλά ανοιχτά γι’ αυτήν προβαίνοντας σε μια αποτίμηση, μάλλον, σκληρή, εκφράζοντας ένα παράπονο αυθόρμητο και μια επιθυμία ντυμένη με την αχλή της παιδικής αφέλειας. Μια τέτοια όμορφη, μέσα στην υπερβολή της, στιγμή εντοπίζεται στο ποίημα «Μισά Σεπτέμβρη» της σελίδας 28, όπου στην πρώτη στροφή διαβάζουμε: «Κάπου απ’ τα μισά Σεπτέμβρη, που φυλλορροεί το πάντα/ Ξεμεθούν τα καλοκαίρια κι η ζωή μας πάει αγάντα/ Έχουν φύγει χίλιοι μήνες κι εκατό χιλιάδες χρόνια/ Που εγώ δεν αναπνέω, παρά ξεψυχώ αιώνια».
Ο έρωτας στο ποίημα «Μια κάμψη» της σελίδας 31 σώζει, «να με γλυτώνεις από τη λεηλασία», και νοηματοδοτεί την ύπαρξη, «έξω από το μέσα σου ο κόσμος σε μια κάμψη». Και όταν η ελπίδα τρίζει, η ποίηση λειτουργεί αναχαιτιστικά στην αλλοτρίωση και τη διασάλευση που καραδοκούν. Γίνεται το σημείο αναφοράς και η σταθερά γύρω από την οποία ο ποιητής στήνει διαλογικά ή και εξομολογητικά τα θεμέλια του εσωτερικού του κόσμου δηλώνοντας απερίφραστα στον ακροτελεύτιο στίχο του ποιήματος «Η κάποια μέρα είναι καμιά» της σελίδας 57: «Στον τοίχο έναν έρωτα νεκρό θα απαγγέλω». Απέναντι, λοιπόν, σε όσους, φευ, έχουν συνηθίσει στην αιχμαλωσία και τη διάβρωση, ο ποιητής προτάσσει την επιθυμία του να δραπετεύσει από την πιο φρικτή φυλακή, εκείνη της λογικής, όπως διατείνεται στο ποίημα «Ο δραπέτης και ο κριτής» της σελίδας 67, και να βουτήξει στα μύχια της ψυχής και του συναισθήματος, ακόμα κι αν καμιά φορά αισθάνεται αμήχανος ή ακατάλληλος γι’ αυτή την κατάδυση, όπως παραδέχεται στο ποίημα «Βρόχινη ματιά» της σελίδας 69. Παρ’ όλα αυτά η ευαισθησία και η αγάπη κερδίζουν σε έδαφος συνθέτοντας μια ποίηση που αναβλύζει θέληση, τόλμη και αντοχή.
*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή “Στο μετερίζι του χρόνου” (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2026).
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
