Αυτόν τον μήνα, στη στήλη «Διαχρονικές γραφές και αναγνώσεις», η Βασιλική Γιάννου δίνει τη δική της απάντηση στο ερώτημα γιατί ο Ροβινσόνας Κρούσος του Ντάνιελ Ντεφόε παραμένει ένα διαχρονικό ανάγνωσμα.
Της Βασιλικής Γιάννου*
Ο Ροβινσόνας Κρούσος του Ντάνιελ Ντεφόε κυκλοφόρησε το 1719. Στην πρώτη ανάγνωση είναι η περιπέτεια ενός ναυαγού που παλεύει να επιβιώσει σε ένα ερημονήσι. Αποτέλεσε και αποτελεί ένα κλασικό ανάγνωσμα για την παιδική και πρώτη εφηβική ηλικία, καθώς εμπεριέχει το στοιχείο της περιπέτειας. Η επιβίωση ενός ανθρώπου και τα μέσα που αυτός θα χρησιμοποιήσει για να την επιτύχει, ιντριγκάρει σε όλες της εποχές αναγνώστες και θεατές. Το βιβλίο έχει γίνει κόμικ (οι πιο «ώριμοι» από μας θυμούνται την έκδοση των «Κλασικών Εικονογραφημένων»), σειρά κινουμένων σχεδίων και κινηματογραφική ταινία από το Χόλιγουντ. Είναι ένα βιβλίο που όσοι το διαβάσαμε ως παιδιά, (αυτό και το Οικογένεια Ελβετών Ροβινσόνων του Johann Wyss, από τις επικές εκδόσεις Άγκυρα), εκτός από το ότι μας κράτησε συντροφιά τα καλοκαιρινά μεσημέρια, μας παρακίνησε να στήσουμε μια σκηνή στην αυλή το απόγευμα ή να γίνουμε «εξερευνητές» του περιβάλλοντος χώρου μας, είτε επρόκειτο για μικρό κήπο, παραλία ή ακόμη και αποθήκη. Κάποιοι καλλιέργησαν και υλοποίησαν την ιδέα του δεντρόσπιτου και γενικά μάς μύησε σε μια πιο «πρωτόγονη» κατάσταση ζωής.
Αν όμως επιστρέψουμε στο βιβλίο ως ενήλικες, ανακαλύπτουμε ακριβώς αυτό που ασυνείδητα μιμούμασταν ως παιδιά: ένα στοχασμό πάνω στην εργασία, την οικονομία, την κοινωνική οργάνωση, την αποικιοκρατία και τη σχέση του ανθρώπου με το θείο.
Ο Κρούσος, ως ναυαγός σε ένα ερημονήσι, που γεωγραφικά προσδιορίζεται κάπου στον Ατλαντικό, βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο στοιχειώδη οικονομική συνθήκη: οι πόροι είναι περιορισμένοι και οι ανάγκες πολλές. Πρέπει να αποφασίσει τι θα διασώσει, τι θα καλλιεργήσει, πού θα διαθέσει τον χρόνο και την εργασία του, τι θα καταναλώσει και τι θα αποθηκεύσει. Σταδιακά μετατρέπει τη φύση σε παραγωγικό χώρο και την εργασία σε μέσο δημιουργίας πλούτου. Περνάει από το στάδιο της επιβίωσης στην οργάνωση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής. Η οικονομική διάσταση του Κρούσου δεν είναι τυχαία: ο Ντεφόε ήταν βαθιά συνδεδεμένος με τις ιδέες του εμπορίου, της παραγωγής και της αποικιακής ανάπτυξης.
Κι όμως, ο ίδιος ο Κρούσος, κοιτάζοντας πίσω τη ζωή του, δεν αποδίδει τα πάντα στην προσωπική του ικανότητα. Αναρωτιέται τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε φύγει από τη Βραζιλία, αν δεν είχε ακολουθήσει τις φιλοδοξίες του, αν η Θεία Πρόνοια δεν είχε παρέμβει με τρόπους που τότε δεν μπορούσε να κατανοήσει. Η επιτυχία και η αποτυχία, η εργασία και η τύχη, η ανθρώπινη επιλογή και το σχέδιο του Θεού μπλέκονται διαρκώς. Ακόμη και οι απροσδόκητοι σπόροι που βρίσκει στο νησί, τους οποίους αρχικά θεωρεί δώρο της Πρόνοιας, τον οδηγούν σε έναν βαθύτερο προβληματισμό για το πώς λειτουργεί το θείο μέσα στα καθημερινά πράγματα.
Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο στοιχείο του βιβλίου, που ένας μικρός αναγνώστης δεν στέκεται, αλλά το θεωρεί «φυσιολογική» εξέλιξη, είναι η σχέση του Κρούσου με τον Παρασκευά. Ο Παρασκευάς σώζεται από τον Κρούσο από τους ιθαγενείς ανθρωποφάγους, αλλά η σωτηρία του μετατρέπεται αμέσως σε σχέση εξουσίας: γίνεται «υπηρέτης», μαθαίνει τη γλώσσα του κυρίου του, ασπάζεται τη θρησκεία του και εντάσσεται στον μικρό κόσμο που ο Κρούσος έχει οργανώσει στο νησί. Η σχέση τους είναι ασφαλώς και σχέση συντροφικότητας. Ο Παρασκευάς είναι ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο ο Κρούσος μοιράζεται ξανά την καθημερινότητα και χάρη σε αυτόν η μοναχική του ύπαρξη αποκτά κοινωνική διάσταση. Όμως η συντροφικότητα δεν αναιρεί την ιεραρχία: ο Κρούσος παραμένει ο «κύριος» και ο Παρασκευάς ο «υποτελής».
Ακόμη και οι ιθαγενείς λειτουργούν μέσα στην αφήγηση ως ο αντίθετος πόλος του «πολιτισμένου» Ευρωπαίου. Ο Κρούσος αρχικά τούς φοβάται και τους θεωρεί βάρβαρους, αργότερα όμως αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να τους κρίνει απλώς επειδή ακολουθούν διαφορετικά έθιμα. Παρ’ όλα αυτά, η δυνατότητα μιας πραγματικά ισότιμης συνύπαρξης δεν γίνεται ποτέ ορατή: ο Παρασκευάς μπορεί να γίνει φίλος και πιστός ακόλουθος, αλλά όχι ισότιμος συνομιλητής, ενώ οι «άλλοι» παραμένουν έξω από τον κόσμο που ο Κρούσος θεωρεί δικό του. Έτσι, η ιστορία της σωτηρίας του Παρασκευά συνυπάρχει με την ιστορία της υποταγής του Άλλου -μια αντίφαση που κάνει τον Ροβινσόνα Κρούσο πολύ πιο σύνθετο βιβλίο, με τη σημερινή οπτική.
Πρόσφατα διάβασα ένα διήγημα του κορυφαίου Αργεντινού συγγραφέα Χούλιο Κορτάσαρ (1914–1984), τον Αυτοκινητόδρομο του Νότου, και συνάντησα εκεί, απροσδόκητα, τον Ροβινσόνα Κρούσο. Ο ίδιος ο Κορτάσαρ, που το 1945 μετέφρασε στα ισπανικά το βιβλίο του Νταφόε, κάνει τη σύνδεση: το τεράστιο μποτιλιάρισμα που εγκλωβίζει για μέρες ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων στον Νότο της Γαλλίας δημιουργεί, όπως το ναυάγιο του Κρούσου, μια ακραία συνθήκη επιβίωσης. Όταν η αναμονή παρατείνεται, όσα θεωρούνταν αυτονόητα παύουν να υπάρχουν: το νερό και η τροφή γίνονται πολύτιμοι πόροι, πρέπει να οργανωθεί η διανομή τους, να μοιραστούν καθήκοντα, να δημιουργηθούν σχέσεις συνεργασίας και αλληλεγγύης, αλλά και να εμφανιστούν ανταγωνισμοί και ανισότητες. Ο αυτοκινητόδρομος του Κορτάσαρ μετατρέπεται έτσι σε ένα σύγχρονο ερημονήσι και οι εγκλωβισμένοι οδηγοί σε συλλογικούς Ροβινσόνες. Και στα δύο έργα το ίδιο ερώτημα βρίσκεται στον πυρήνα της αφήγησης: όταν καταρρέει ξαφνικά το οργανωμένο πλαίσιο της καθημερινής ζωής, με ποιους πόρους και με ποιους κανόνες μπορεί ο άνθρωπος να ξαναφτιάξει τον κόσμο του;
Αλλά η απάντηση του Κρούσου δεν είναι αθώα. Η γη που βρίσκει γίνεται «δική» του, η φύση γίνεται πόρος και οι άλλοι άνθρωποι εντάσσονται σε μια ιεραρχία που αντανακλά την αποικιοκρατική σκέψη της εποχής. Ο άνθρωπος που παρουσιάζεται ως αυτοδημιούργητος έχει στην πραγματικότητα ήδη ενταχθεί σε ένα παγκόσμιο δίκτυο εμπορίου, φυτειών και δουλείας. Η νεότερη κριτική έχει αναδείξει ακριβώς αυτή την αντίφαση: η εικόνα του αυτάρκη Κρούσου συνυπάρχει με την αποικιακή οικονομία που παράγει τον πλούτο του.
Αν επομένως, ξαναδιαβάσουμε, ως ενήλικες πλέον, τον Ροβινσόνα, ως ανάγνωσμα του αποκαλόκαιρου σε κάποια παραλία, βουνοκορφή ή σκηνή, ας έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι η διαχρονικότητα του βιβλίου δε βρίσκεται μόνο στην επιβίωση ενός ανθρώπου, αλλά στο ερώτημα που αφήνει ανοιχτό: όταν όλα πρέπει να ξαναρχίσουν από την αρχή, πώς οργανώνουμε τη ζωή μας – και πόσο πραγματικά δικές μας είναι οι επιλογές με τις οποίες την οργανώνουμε;
*Η Βασιλική Γιάννου κατάγεται από την Άρτα και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και κάτοχος ΜΑ στις Σπουδές στην Εκπαίδευση (Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση) από το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση. Έχει δημοσιεύσει σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά βιβλιοκριτικές και διηγήματα. Διατηρεί το εκπαιδευτικό και συγγραφικό blog Φιλοblogικό (www.filoblogiko.com).
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
