Επάλληλα – Σύντομες αφηγήσεις

[Γιώργος Παπαγιαννάκης, Επάλληλα – Σύντομες αφηγήσεις, εκδόσεις ΑΩ, 2026]

Της Κατερίνας Λιάτζουρα

Είναι σπάνιο ένα βιβλίο να κατορθώνει ήδη από τις πρώτες του σελίδες να προκαλεί τόση περιέργεια και να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη/της αναγνώστριας. Αυτό ακριβώς συνέβη με το βιβλίο του Γιώργου Παπαγιαννάκη, Επάλληλα – Σύντομες αφηγήσεις (ΑΩ Εκδόσεις, 2026), ένα έργο που αντιστέκεται συνειδητά σε κάθε απόπειρα ειδολογικής κατάταξης. Δεν πρόκειται ούτε για μια κλασική συλλογή διηγημάτων ούτε για ένα μυθιστόρημα με τη συμβατική του μορφή. Αντίθετα, ο συγγραφέας συνθέτει ένα πολυφωνικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου συνυπάρχουν ο θεατρικός διάλογος, η θεατρική πρόζα, η μυθοπλαστική αφήγηση, αλλά ακόμη και η ποιητική έκφραση, αποδεικνύοντας ότι τα όρια ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη μπορούν να παραμένουν ρευστά όταν υπηρετούν μια ενιαία καλλιτεχνική σύλληψη.

Τα δέκα αφηγήματα της συλλογής, όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας, συνομιλούν μεταξύ τους μέσα από ένα πλέγμα θεματικών αντιθέσεων που διατρέχουν ολόκληρο το έργο. Το φως και το σκοτάδι, η ύπαρξη και η ανυπαρξία, ο Θεός και οι δυνάμεις του σκότους, το απέραντο μεγαλείο του Σύμπαντος και η σχεδόν ανεπαίσθητη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτό, η ζωή και ο θάνατος, η δικαιοσύνη και η νέμεση, η δόξα και η πτώση, η αλήθεια και η ψευδαίσθηση δεν είναι απλώς θεματικά μοτίβα, αλλά λειτουργούν ως οι υπαρξιακοί άξονες μέσα από τους οποίους ο συγγραφέας διερευνά τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης και θέτει ερωτήματα που απασχολούν διαχρονικά τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου. Παρότι αντλεί το υλικό του από καταστάσεις, συναισθήματα και αγωνίες βαθιά ανθρώπινες και αναγνωρίσιμες, δεν εγκλωβίζεται στον ρεαλισμό. Αντίθετα, κινείται διαρκώς στο μεταίχμιο ανάμεσα στο πραγματικό και στο μεταφυσικό, ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο. Πρόκειται, επομένως, για ένα έργο που μας προσκαλεί να συμμετάσχουμε σε έναν διαρκή φιλοσοφικό και υπαρξιακό διάλογο, αξιοποιώντας ως όχημα τη δύναμη της λογοτεχνικής αφήγησης.

Θα ήθελα, ωστόσο, να σταθώ σε κάποια στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ερμηνευτικό ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μας υποδεχθεί στον αφηγηματικό του κόσμο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο μας αποχαιρετά. Οι τρεις πρώτες λέξεις του πρώτου αφηγήματος -«… Λυκαυγές … Λυκόφως … Έρεβος…» -επανεμφανίζονται στο τέλος του τελευταίου, αυτή τη φορά με αντίστροφη σειρά: «Έρεβος … Λυκόφως … Λυκαυγές…». Η επιλογή λειτουργεί ως ένας συμβολικός μηχανισμός που αγκαλιάζει ολόκληρη τη συλλογή, μετατρέποντας την αρχή και το τέλος σε δύο σημεία του ίδιου αφηγηματικού κύκλου. Επιπλέον οι τρεις αυτές λέξεις φέρουν ένα ιδιαίτερα πυκνό συμβολικό φορτίο στη λογοτεχνική παράδοση. Το λυκαυγές, η αμφίβολη στιγμή ανάμεσα στη νύχτα και την ημέρα όπου η μετάβαση από το άγνωστο σκοτάδι στο γνωστό φως γίνεται σχεδόν τελετουργικά. Το λυκόφως, αντίστοιχα, αποτελεί τον κατεξοχήν χρόνο της αμφισημίας· δεν είναι ούτε φως ούτε σκοτάδι, αλλά η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στα δύο, ένας τόπος εσωτερικής μεταμόρφωσης. Το έρεβος, τέλος, παραπέμπει όχι μόνο στο απόλυτο σκοτάδι της ελληνικής μυθολογίας, αλλά και στο ασυνείδητο, στο άρρητο, στον χώρο όπου τα όρια της γνώσης και της ανθρώπινης εμπειρίας παύουν να είναι ευδιάκριτα. Η διαδοχή των τριών όρων αποτυπώνει έτσι μια διαδρομή από την απαρχή προς τη βύθιση, ενώ η αντιστροφή τους στο τέλος προτείνει την αντίστροφη πορεία, από το σκοτάδι προς την πιθανότητα μιας νέας αυγής. Με αυτόν τον τρόπο, η σύνθεση αποκτά κυκλική δομή. Το τέλος δεν λειτουργεί ως οριστική κατάληξη αλλά ως επιστροφή στην αφετηρία, καταργώντας τη γραμμική αντίληψη του χρόνου. Έτσι, ο αναγνώστης/η αναγνώστρια καλείται να αντιληφθεί ότι η ολοκλήρωση του τελευταίου αφηγήματος δεν σηματοδοτεί την έξοδο από τον κόσμο του βιβλίου, αλλά την επιστροφή του στην αφετηρία, σαν να μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μια νέα ανάγνωση υπό διαφορετικό πρίσμα. Ο συγγραφέας, επομένως, δεν «κλείνει» απλώς τη συλλογή του· την αφήνει ανοιχτή, μετατρέποντας την ανάγνωση σε μια αέναη κυκλική εμπειρία, όπου κάθε τέλος εμπεριέχει ήδη τη δυνατότητα μιας νέας αρχής.

Ένα δεύτερο στοιχείο που αξίζει να επισημανθεί είναι η ιδιαίτερη τυπογραφική και αφηγηματική επιλογή του συγγραφέα να ξεκινά κάθε αφήγημα με αποσιωπητικά και να το ολοκληρώνει επίσης με αποσιωπητικά. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η επιλογή αυτή μπορεί να εκληφθεί ως ένα απλό υφολογικό γνώρισμα. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη παρατήρηση αποκαλύπτει ότι πρόκειται για μια συνειδητή αφηγηματική στρατηγική. Τα αποσιωπητικά λειτουργούν ως σημεία μη οριστικής παύσης, αφήνοντας πάντοτε την αίσθηση ότι ο λόγος ούτε αρχίζει πραγματικά ούτε ολοκληρώνεται οριστικά. Το κάθε αφήγημα μοιάζει να αποτελεί ένα απόσπασμα μιας ευρύτερης αφήγησης, ένα στιγμιότυπο που αποσπάται από μια αδιάκοπη ροή σκέψης και εμπειρίας.

Η εντύπωση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο όταν ο αναγνώστης | η αναγνώστρια διαπιστώσει ότι η τελευταία πρόταση ενός αφηγήματος συνεχίζεται στην αρχή του επόμενου. Με τον τρόπο αυτό καταργούνται τα σαφή όρια ανάμεσα στα επιμέρους κείμενα, τα οποία παύουν να λειτουργούν ως αυτόνομες αφηγηματικές ενότητες και μετατρέπονται σε κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Έτσι η συλλογή διαβάζεται ως ένα ενιαίο λογοτεχνικό σώμα, όπου κάθε αφήγημα γεννιέται μέσα από το προηγούμενο και προετοιμάζει το επόμενο. Έτσι, η συγκεκριμένη τεχνική συμπληρώνει οργανικά την κυκλική δομή που ήδη προαναγγέλλεται από τις λέξεις «Λυκαυγές – Λυκόφως – Έρεβος». Όπως η αρχή και το τέλος της συλλογής αλληλοκαθρεφτίζονται, έτσι και τα επιμέρους αφηγήματα ενώνονται μεταξύ τους χωρίς απόλυτες τομές. Ο συγγραφέας φαίνεται να απορρίπτει την ιδέα της αποσπασματικότητας και να προτείνει μια αντίληψη της αφήγησης ως αδιάκοπης συνέχειας, όπου κάθε τέλος αποτελεί ταυτόχρονα τη φυσική συνέχεια όσων προηγήθηκαν και την απαρχή όσων ακολουθούν.

Τέλος, δεν θα μπορούσα να παραλείψω τη δημιουργική συνομιλία των δέκα αφηγημάτων του Παπαγιαννάκη με τις ισάριθμες εικονογραφήσεις του Στέφανου Παπαδήμου (sdeviano). Οι εικόνες δεν προορίζονται να εκτελέσουν μια απλή οπτική επένδυση του βιβλίου ούτε ως κυριολεκτική απόδοση των γεγονότων που αφηγείται ο συγγραφέας. Αντίθετα, αποτελούν ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης, το οποίο συμπληρώνει και σε ορισμένες περιπτώσεις, επεκτείνει το νόημα των κειμένων. Με έντονο συμβολισμό και ατμοσφαιρική “σκοτεινή” αισθητική, οι εικονογραφήσεις συνομιλούν με τα υπαρξιακά και τα μεταφυσικά ερωτήματα που διατρέχουν ολόκληρη τη συλλογή. Το φως και το σκοτάδι, η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, στο πραγματικό και το φαντασιακό, αποκτούν εικαστική υπόσταση, προσφέροντας στον αναγνώστη/την αναγνώστρια μια δεύτερη, μη λεκτική ανάγνωση του έργου.

Η συνύπαρξη λόγου και εικόνας δεν είναι, επομένως, συμπτωματική· οι δύο τέχνες λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας έναν γόνιμο διάλογο, όπου η μία φωτίζει τις σιωπές της άλλης. Τα σχήματα βρίσκονται σε μια οριοθετημένη, αλλά καθόλου αυστηρή, γεωμετρική επιφάνεια, μέσα στην οποία διακρίνονται επαναλαμβανόμενες ανθρώπινες μορφές και τετραγωνοποιημένα σχήματα. Τα φυσικά και οργανικά αυτά μοτίβα θυμίζουν άνθος ή πυρήνα ζωής που ενισχύουν την αίσθηση ότι στο επίκεντρο των συνθέσεων βρίσκεται η ίδια η ουσία της ύπαρξης, ο εσωτερικός κόσμος από τον οποίο πηγάζει κάθε αναζήτηση της αλήθειας. Επίσης, νομίζω ότι η ομοιομορφία των ανθρώπομορφων σχημάτων απογυμνώνει τον άνθρωπο από την ατομικότητά του και τον παρουσιάζει ως μέρος μιας ευρύτερης συλλογικότητας, υπογραμμίζοντας τη μικρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης απέναντι στην απεραντοσύνη του κόσμου και του χρόνου. Οι μορφές μοιάζουν να συνυπάρχουν μέσα σε μια κοσμική τάξη που υπερβαίνει τη βούλησή τους, παραπέμποντας στα διαχρονικά ερωτήματα περί μοίρας που διαπερνούν τα αφηγήματα, που σε συνδυασμό με την συμμετρία των εικόνων, δημιουργούν την αίσθηση μιας συμπαντικής ισορροπίας. Ακριβώς σε αυτό το σημείο ισορροπίας συναντώνται η εικαστική δημιουργία του Παπαδήμα και ο λόγος του Παπαγιαννάκη. Έτσι, λόγος και εικόνα συνθέτουν ένα ενιαίο αισθητικό και φιλοσοφικό σύνολο, όπου η μία τέχνη συμπληρώνει δημιουργικά την άλλη.

Με αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια δεν περιορίζεται στην ανάγνωση των αφηγημάτων, αλλά βιώνει μια συνολικότερη αισθητική εμπειρία, στην οποία η λογοτεχνία και η εικαστική δημιουργία συνυφαίνονται δημιουργικά. Πρόκειται για μια συνεργασία που ενισχύει την ταυτότητα του βιβλίου σε ένα πολυεπίπεδο καλλιτεχνικό έργο, στο οποίο κάθε στοιχείο υπηρετεί την ίδια υπαρξιακή και συμβολική αναζήτηση∙ τα αφηγήματα κινούνται επάλληλα με τις εικόνες δικαιώνοντας έτσι και την επιλογή του τίτλου της συλλογής. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο… και είμαι σίγουρη πως θα ανακαλύψετε κι εσείς μέσα στις σελίδες αυτές, κάτι δικό σας, κάτι καλά κρυμμένο, κάτι σκοτεινό και παραχωμένο στις πιο ενδόμυχες σκέψεις σας.

Απάντηση