28 Αυγούστου 2026
[Νικόλας Κουτσοδόντης, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, εκδόσεις Θράκα, 2024,22026]
Της Νίκης Μισαηλίδη
Ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του Νικόλα Κουτσοδόντη, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Θράκα, 2024, ²2026, ISBN: 978-618-5463-73-1), μοιάζει αρχικά να παραπέμπει σε μια κατάσταση διαρκούς μετακίνησης και αβεβαιότητας, στην αίσθηση ότι ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε λίγο έξω από τον τόπο όπου ζει, αλλά και λίγο έξω από τον ίδιο του τον εαυτό. Τα σώματα, οι επιθυμίες, οι μνήμες, οι πόλεις, τα αντικείμενα και οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια αδιάκοπη κίνηση και συγκροτούν ορισμένους από τους βασικούς θεματικούς άξονες της συλλογής.
Η συλλογή οργανώνεται σε επτά ενότητες -Το ταξίδι που θα σε πάω, Άρπαξε τη μέρα, Πλήρης ουρλιαχτών, Με κερδίζεις, Κτίριο σε μετασεισμική περίοδο, Βαλκανικό κρύο και Σχεδόν δύο χρόνια- οι τίτλοι των οποίων μοιάζουν να σηματοδοτούν διαφορετικές όψεις μιας κοινής περιπλάνησης. Από την υπόσχεση του ταξιδιού και την ένταση της επιθυμίας έως την κραυγή, την ερωτική συνάντηση, την αίσθηση της αστάθειας, το βαλκανικό τοπίο και, τελικά, τη διάρκεια του χρόνου, η συλλογή αναπτύσσει ένα ποιητικό σύμπαν σε διαρκή μετατόπιση. Οι ενότητες δεν λειτουργούν ως αυστηρά διαχωρισμένες θεματικές περιοχές αλλά μοτίβα όπως το σώμα, ο έρωτας, η μνήμη, η πόλη, η μετακίνηση και η φυγή επανέρχονται, μετασχηματίζονται και αποκτούν διαφορετικές σημασίες. Η εσωτερική αυτή κινητικότητα ανταποκρίνεται, άλλωστε, και στον τίτλο της συλλογής, όπου το «ίσως» υποδηλώνει την αβεβαιότητα, ενώ το «εξωτερικό» μπορεί να διαβαστεί ως μια διαρκής έξοδος από το οικείο.
Η συλλογή ανοίγει με μια προμετωπίδα της Όλγκα Τοκάρτσουκ για την τρυφερότητα, η οποία ορίζεται ως αναγνώριση της ευθραυστότητας του άλλου και ως συνειδητό μοίρασμα ενός κοινού πεπρωμένου (σ. 6). Η συγκεκριμένη επιλογή λειτουργεί ως ένα είδος ερμηνευτικού κλειδιού για την ποιητική του Νικόλα Κουτσοδόντη, καθώς η συλλογή, πίσω από την έντονη σωματικότητα, την ερωτική επιθυμία, τις αιφνίδιες μεταβάσεις και τις κοινωνικές αναφορές, ενδιαφέρεται βαθιά για το εύθραυστο ανθρώπινο σώμα και για τον τρόπο με τον οποίο αυτό συναντά το σώμα του άλλου:
Η τρυφερότητα είναι αυθόρμητη και ανιδιοτελής·
υπερβαίνει κατά πολύ τη συγγενή της ενσυναίσθηση.
Αντιθέτως, είναι το συνειδητό, αν και ίσως ελαφρώς
μελαγχολικό, μοίρασμα του κοινού πεπρωμένου.
Η τρυφερότητα είναι μια βαθιά συναισθηματική ανησυχία
για μια άλλη ύπαρξη, για την ευθραυστότητά της,
για τη μοναδική της φύση και για την έλλειψη ανοσίας
στον πόνο και στις επιπτώσεις του χρόνου.
Η τρυφερότητα αντιλαμβάνεται τους δεσμούς που
μας ενώνουν, τις μεταξύ μας ομοιότητες και τα κοινά μας.
Είναι ένας τρόπος να κοιτάζουμε που δείχνει ότι ο κόσμος
είναι ζωντανός, ζων, διασυνδεμένος, συνεργατικός
και εξαρτώμενος από τον εαυτό του.
Η προμετωπίδα, από τον Λεύκιο, της πρώτης ενότητας μεταφέρει τη συζήτηση στο ταξίδι και στον έρωτα: «Άλλοι έχουν ακόμα ανοιχτή την αγκαλιά. / Ξέρουν πως ο έρωτας είναι ταξίδι μακρινό σε άνθρωπο» (σ. 8). Στο ποίημα «Το Ταξίδι που θα σε πάω» (σσ. 11-12) η ερωτική εμπειρία δεν απομονώνεται από τον κόσμο. Αντίθετα, ο έρωτας ταξιδεύει μέσα στην Ιστορία, στη γεωγραφία, στην τέχνη, στην πολιτική και στην καθημερινότητα. Η Μόσχα του ’26, ο Μπένγιαμιν, ο Λένιν, τα δωμάτια και οι διάδρομοι συνυπάρχουν με την μπλούζα που έχει μείνει πεταμένη στο κομοδίνο «μετά το σεξ». Η ερωτική σκηνή απομακρύνεται έτσι από τον συμβατικό λυρισμό και αποκτά μια σχεδόν κινηματογραφική, αποσπασματική υλικότητα, καθώς το σώμα, τα αντικείμενα, οι ιστορικές αναφορές και οι χώροι συνυπάρχουν στο ίδιο ποιητικό κάδρο. Το σώμα είναι παρόν μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πολιτισμικά και ιστορικά θραύσματα:
Θέλω να ακούσεις τα τραγούδια μου
ομοίως γυάλινα σαν τα τζαμάκια ρολογιού χειρός
κι ορθάνοιχτα στόματα παιδικά
που κάνουνε μπούκωμα
ένα κομμάτι κύματος του Ιουλίου
Να τα ακούσεις τα τραγούδια
όταν αφήνεις στο ρωσικό το κομοδίνο
–φτιαγμένο λες από αγόρια εχέμυθα–
πεταμένη τη μπλούζα σου μετά το σεξ
Να σε πάω μπορώ στη Μόσχα του ’26
και να έχω τα μάτια μου στο μάλλινο σακάκι
που φορά ο Μπένγιαμιν στο λάουντζ όταν διαβάζει
κάτω απ’ του Λένιν την κορνίζα
και την ταπετσαρία
με τη χάρτινη φασαρία των χελιδονιών.
Είσαι για σκανταλιά;
[…]
Η σωματική εγγύτητα συνδέεται με την ανάγκη να μην μετατραπεί η αγάπη σε κατοχή στο ποίημα «Κλουβί για ένα λουλούδι» (σσ. 15-16):
Με την αίσθηση πως μας ανήκει ένα μέλλον
δεν μας είναι ορατοί
οι πάσσαλοι που έχουνε μπήξει
στα εσωτερικά χωράφια μας
αυτή τη γη τη χωρισμένη
σε ιδιοκτησίες
Με την αίσθηση πως μας ανήκει ένα μέλλον
κρέμονται τα χέρια μας ημερολόγια τοίχου
σε τούτο το παγκάκι της Παραλίας
ενόσω φεύγουνε μπροστά τα σύννεφα
σαν σκύλοι απ’ το λουρί τους
κι όλο φεύγουνε
γίνονται απέραντες λαμέ ανταύγειες
πάνω απ’ τα καράβια του Θερμαϊκού
Μα εμείς λίγο λίγο γνωριζόμαστε
εκεί που δεν υπάρχουνε ποτάμια
κι έχουν υλοτομηθεί όλα τα δέντρα
λίγο λίγο γνωριζόμαστε
με την αίσθηση πως μας ανήκει ένα μέλλον
όσο ωθούμαστε ο ένας μες στον άλλο
βαθιά ως να πονέσει.
Λοιπόν, σε αγκαλιάζω
όχι όπως χαλάς στα χέρια σου ένα σταφύλι
σε αγκαλιάζω με την αίσθηση πως μας ανήκει ένα μέλλον
δίχως να το σφίγγω δίχως να το λιώνω
το σταφύλι
μα σου χαρίζω
το πλαστικό τετράγωνο γλαστράκι με την ζέρμπερα
είναι εντάξει κλουβί για ένα λουλούδι.
Η απτική εικόνα του σταφυλιού αποκαλύπτει πως υπάρχει ένας τρόπος να αγγίζεις τον άλλον, ικανός να τον συνθλίψει, και ένας άλλος που του αφήνει χώρο να υπάρξει. Σ’ αυτό το σημείο συναντάται η ποιητική του σώματος με την έννοια της τρυφερότητας που προτείνει η Τοκάρτσουκ. Το σώμα του άλλου είναι ευάλωτο και ακριβώς γι’ αυτό υπαγορεύει μια διαφορετική μορφή εγγύτητας, που δεν καταργεί την ελευθερία του. Η τρυφερότητα γίνεται, επομένως, όχι απλώς συναίσθημα αλλά τρόπος θέασης και τρόπος συνύπαρξης.
Στο ποίημα «Νύσταξες πασάκα μου» (σσ. 36-37) η σωματικότητα αποκτά μια ακόμη πιο ήσυχη και ουσιαστική μορφή. Το σώμα δεν είναι το σώμα της ερωτικής διεκδίκησης αλλά το σώμα του κοιμισμένου ανθρώπου, του ανθρώπου που βρίσκεται στην απόλυτη ευαλωτότητά του:
Είμαι εδώ
πιάνοντας την κοιλιά σου τώρα που κοιμάσαι
και θέλω να κοιτάζω ήρεμος
να ξεκρεμάς όλα εκείνα τ’ απλωμένα ρούχα
που ξεχάστηκαν κι ο άνεμος τα χτυπά
μ’ ένα τρομαχτικό αντιλάλημα
μέσα στην κοιλιά σου που
–μα την τύχη μου– την πιάνω.
Κρατάμε τα χέρια κι είναι αυτό
μια περίεργη ανθοδέσμη στον ύπνο.
Ήταν το ποίημα:
ΝΥΣΤΑΞΕΣ ΠΑΣΑΚΑ ΜΟΥ
Η εικόνα «Κρατάμε τα χέρια κι είναι αυτό / μια περίεργη ανθοδέσμη» χαρακτηριστική της ποιητικής του Ν. Κουτσοδόντη, αποτυπώνει ένα καθημερινό σωματικό στιγμιότυπο που αποκτά ξαφνικά ποιητική πυκνότητα.
Το σώμα δεν περιορίζεται στο ερωτικό πεδίο αλλά εκτείνεται στο ιστορικό και κοινωνικό. Στο «Ταξίδι στην Άνδρο» (σσ. 21-23) το προσωπικό ταξίδι μετατρέπεται σε περιήγηση στη μνήμη ενός τόπου. Οι οικογενειακές ιστορίες, η εργασία, η φτώχεια, η μετανάστευση, η θάλασσα, τα ατυχήματα, οι απώλειες, τα αντικείμενα των νεκρών συνθέτουν ένα αρχείο σωμάτων που έζησαν, εργάστηκαν, υπέφεραν και χάθηκαν.
Να ξέρεις πως ολόκληρο το απόγευμα
η μόνη εξέλιξη θα είναι η λάμψη των ματιών σου
μέσα στις συκαμιές και στα αντίρρηνα
τα φυτρωμένα στα πετρόχτιστα στενά.
***
Θα σ’ έπαιρνα απ’ το χέρι εκεί που κάποτε
υπήρχε δάσος δρυών
και οι παλιές γυναίκες
σαν γυρνούσαν απ’ τα σπιτικά στη Σμύρνη απέναντι
όπου ξενόπλεναν για πρέσβεις γιάνκιδες
και Ανδριώτες της διασποράς καλοβαλμένους
σπέρναν παιδιά πέντε κι επτά κι οκτώ
και κινούσανε στις αιμασιές κρυφά
να κουβαλήσουν βάρητα για να πέσει
το ένατο. Το κατά λάθος.
Στη «Νύχτα στην πλατεία Γαρδένιας» (σ. 41) η κοινωνική διάσταση γίνεται ακόμη πιο έντονη. Το σώμα συνδέεται με την εργασία, την επισφάλεια, τη μετανάστευση και την οικονομική βία. Το «μεροκάματο πέντε ευρώ» συμπυκνώνει μια ολόκληρη κοινωνική πραγματικότητα, ενώ το «απελπισμένο λευκό» που «φτερουγίζει γύρω από την πλατεία» μετατρέπεται σε εικόνα ενός αύριο που δεν υπόσχεται τίποτε.
Παράλληλα, ο Ν. Κουτσοδόντης ενδιαφέρεται για το σώμα της πόλης. Στο ποίημα με τίτλο «(Δίχως να το ξέρει – Βόλτα στον Θερμαϊκό)» (σσ. 13-14), ο νυχτερινός Θερμαϊκός, τα «κλειστά περίπτερα», «τ’ αμάξια», «τα ηλεκτρικά πατίνια των νυχτερινών περαστικών», τα «μικρά πευκάκια», οι εργαζόμενοι συνθέτουν ένα αστικό τοπίο σε διαρκή κίνηση, στο οποίο μπορείς «Να βγεις κρυφά να δεις / τη μοναξιά της σκόνης».
Η γλώσσα του δημιουργού μετακινείται γρήγορα από το οικείο στο απρόοπτο, από την τρυφερότητα στην ειρωνεία, από την ερωτική σκηνή στην κοινωνική παρατήρηση. Πρόκειται για μια διαρκή μετατόπιση, στοιχείο που αποτελεί και ένα από τα βασικά γνωρίσματα της ποιητικής του Κουτσοδόντη.
Στη συλλογή Ίσως φύγεις στο εξωτερικό αποτυπώνονται άνθρωποι που προσπαθούν να παραμείνουν κοντά ο ένας στον άλλον, ενώ όλα γύρω τους τούς ωθούν προς τη φυγή. Και το σώμα γίνεται ο κατεξοχήν τόπος αυτής της αντίφασης. Το σώμα είναι αυτό που επιθυμεί και φοβάται, που αγκαλιάζει και πονά, που εργάζεται και εξαντλείται, που κοιμάται και ονειρεύεται, που ταξιδεύει και θυμάται. Απέναντι σε έναν κόσμο που διαρκώς μετακινείται, η ποιητική φωνή του Νικόλα Κουτσοδόντη αναζητά μια δυνατότητα παραμονής. Αναζητά ένα χέρι που κρατά ένα άλλο χέρι, μια αγκαλιά που δεν συνθλίβει, ένα σώμα που ακουμπά ένα άλλο σώμα μέσα στον ύπνο. Μια μικρή, εύθραυστη «ανθοδέσμη από χέρια». Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη σημασία της τρυφερότητας στη συλλογή, η προσπάθεια δηλαδή να κατοικήσουμε ο ένας το σώμα του άλλου χωρίς να το κάνουμε κτήμα μας. Να ταξιδεύουμε μαζί, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζουμε πού πηγαίνουμε. Να μένουμε, έστω για λίγο, εκεί όπου «όλα βαδίζουνε και ταξιδεύουνε».
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
