Ένα δηλητηριώδες δέντρο
Θύμωσα με το φίλο μου και του κακομιλάω:
Και αφού του κακομίλησα, μου πέρασε το άχτι ∙
Με τον εχθρό οργίστηκα, το λόγο δεν του είπα:
Και o θυμός μου θέριεψε κι έγινε μαύρη νύχτα.
Με φόβους τον επότιζα
Και δάκρυα πρωί βράδυ ∙
Με γέλια τον ανάθρεψα
Και δολερά τερτίπια.
Μεγάλωνε νυχθημερόν
Κι έγινε ώριο μήλο
Και ο εχθρός τ΄ορέχτηκε
Γιατί ήτανε δικό μου,
Κλέφτης μπήκε στον κήπο μου
Μες το πηχτό σκοτάδι ∙
Και το πρωί σηκώθηκα καταευχαριστημένος
Η αυγή τον φώτισε νεκρό κάτω από τη μηλίτσα.
Α poison tree
I was angry with my friend:
I told my wrath, my wrath did end.
I was angry with my foe:
I told it not, my wrath did grow.
And I watered it in fears,
Night and morning with my tears;
And I sunned it with smiles,
And with soft deceitful wiles.
And it grew both day and night,
Till it bore an apple bright.
And my foe beheld it shine.
And he knew that it was mine,
And into my garden stole
When the night had veiled the pole;
In the morning glad I see
My foe outstretched beneath the tree.
Σημείωση του μεταφραστή
Ο Ουίλιαμ Μπλέικ (William Blake) γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 28 Νοεμβρίου 1757, από τον Τζέιμς, έναν έμπορο ειδών καλτσοποιίας, και την Κάθριν Μπλέικ. Δύο από τα έξι αδέλφια του πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Από την πρώιμη παιδική του ηλικία, ο Μπλέικ μιλούσε για οράματα—στα τέσσερα του είδε τον Θεό να «βάζει το κεφάλι του στο παράθυρο»· γύρω στα εννέα του, ενώ περπατούσε στην εξοχή, είδε ένα δέντρο γεμάτο αγγέλους. Αν και οι γονείς του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από το να «λέει ψέματα», παρατήρησαν ότι ήταν διαφορετικός από τους συνομηλίκους του και δεν τον ανάγκασαν να πάει σε συμβατικό σχολείο. Αντίθετα, έμαθε γραφή και ανάγνωση στο σπίτι. Σε ηλικία δέκα ετών, ο Μπλέικ εξέφρασε την επιθυμία να γίνει ζωγράφος· έτσι, οι γονείς του τον έστειλαν σε σχολή σχεδίου. Δύο χρόνια αργότερα, ο Μπλέικ άρχισε να γράφει ποίηση. Όταν έκλεισε τα δεκατέσσερα, μαθήτευσε δίπλα σε έναν χαράκτη, επειδή η σχολή καλών τεχνών αποδείχθηκε πολύ ακριβή. Μία από τις εργασίες του Μπλέικ ως μαθητευόμενου ήταν να σχεδιάσει τους τάφους στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, κάτι που τον έφερε σε επαφή με μια ποικιλία γοτθικών ρυθμών, από τους οποίους θα αντλούσε έμπνευση καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Μετά τη λήξη της επταετούς θητείας του, σπούδασε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Βασιλική Ακαδημία.
Το 1782, ο Μπλέικ παντρεύτηκε μια αναλφάβητη γυναίκα, την Κάθριν Μπουσέ. Ο Μπλέικ τής έμαθε ανάγνωση και γραφή και επίσης την εκπαίδευσε στο γραμμικό σχέδιο. Αργότερα, η ίδια τον βοήθησε να τυπώσει την εικονογραφημένη ποίηση για την οποία μνημονεύεται σήμερα· το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Το 1784, ο Μπλέικ ίδρυσε ένα τυπογραφείο με τον φίλο και πρώην συμμαθητευόμενό του, Τζέιμς Πάρκερ· όμως αυτό το εγχείρημα απέτυχε μετά από μερικά χρόνια. Για το υπόλοιπο της ζωής του, ο Μπλέικ εξασφάλιζε τα προς το ζην με πενιχρά έσοδα ως χαράκτης και εικονογράφος βιβλίων και περιοδικών. Εκτός από τη σύζυγό του, ο Μπλέικ άρχισε επίσης να εκπαιδεύει τον μικρότερο αδελφό του, τον Ρόμπερτ, στο σχέδιο, τη ζωγραφική και τη χαρακτική. Ο Ρόμπερτ αρρώστησε κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1787, έχοντας πιθανότατα προσβληθεί από φθίση (φυματίωση). Καθώς ο Ρόμπερτ πέθαινε, ο Μπλέικ είδε το πνεύμα του αδελφού του να ανεβαίνει μέσα από το ταβάνι, «χτυπώντας τα χέρια του από χαρά». Πίστευε ότι το πνεύμα του Ρόμπερτ συνέχιζε να τον επισκέπτεται και αργότερα ισχυρίστηκε ότι σε ένα όνειρο ο Ρόμπερτ τού έμαθε τη μέθοδο εκτύπωσης που χρησιμοποίησε στα Τραγούδια της Αθωότητας και σε άλλα «εικονογραφημένα» έργα.
Το πρώτο τυπωμένο έργο του Μπλέικ, Ποιητικά Σκίτσα (1783), είναι μια συλλογή από νεανικούς στίχους της περιόδου της μαθητείας του, που κυρίως μιμούνται κλασικά πρότυπα. Τα ποιήματα διαμαρτύρονται ενάντια στον πόλεμο, την τυραννία και τη συμπεριφορά του βασιλιά Γεωργίου Γ’ προς τις αμερικανικές αποικίες. Δημοσίευσε την πιο δημοφιλή συλλογή του, Τραγούδια της Αθωότητας, το 1789 και ακολούθως, το 1794, τα Τραγούδια της Εμπειρίας. Ορισμένοι αναγνώστες ερμηνεύουν τα Τραγούδια της Αθωότητας με απλοϊκό τρόπο, θεωρώντας τα κυρίως παιδικό βιβλίο, αλλά άλλοι έχουν εντοπίσει νύξεις παρωδίας ή κριτικής στους φαινομενικά απλούς και αφελείς στίχους τους. Και τα δύο βιβλία των Τραγουδιών τυπώθηκαν σε εικονογραφημένη μορφή που θύμιζε μεσαιωνικά χειρόγραφα. Το κείμενο και οι εικονογραφήσεις τυπώνονταν από χάλκινες πλάκες, και κάθε εικόνα ολοκληρωνόταν στο χέρι με υδατογραφήματα (νερομπογιές).
Ο Μπλέικ ήταν ένας αντικομφορμιστής που συναναστρεφόταν με μερικούς από τους κορυφαίους ριζοσπάστες στοχαστές της εποχής του, συμπεριλαμβανομένων του Τόμας Πέιν και της Μαίρης Γουόλστονκραφτ. Σε πείσμα των νεοκλασικών συμβάσεων του δέκατου όγδοου αιώνα, έθετε τη φαντασία πάνω από τη λογική για τη δημιουργία τόσο της ποίησης όσο και των εικόνων του, υποστηρίζοντας ότι οι ιδανικές μορφές δεν πρέπει να κατασκευάζονται από την παρατήρηση της φύσης αλλά από εσωτερικά οράματα. Διακήρυξε σε ένα ποίημα: «Πρέπει να δημιουργήσω ένα σύστημα ή να υποδουλωθώ σε εκείνο ενός άλλου ανθρώπου». Έργα όπως «Η Γαλλική Επανάσταση» (1791), «Αμερική, μια Προφητεία» (1793), «Τα Οράματα των Θυγατέρων της Αλβιώνας» (1793) και «Ευρώπη, μια Προφητεία» (1794) εκφράζουν την αντίθεσή του στην αγγλική μοναρχία και στη γενικότερη πολιτική και κοινωνική τυραννία του δέκατου όγδοου αιώνα. Η θεολογική τυραννία είναι το θέμα του έργου Το Βιβλίο του Ούριζεν (1794). Στο πεζό έργο Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (1790–93), σατίρισε την καταπιεστική εξουσία τόσο της εκκλησίας όσο και του κράτους, καθώς και τα έργα του Εμάνουελ Σβέντενμποργκ, ενός Σουηδού φιλοσόφου του οποίου οι ιδέες είχαν προσελκύσει κάποτε το ενδιαφέρον του.
Το 1800, ο Μπλέικ μετακόμισε στην παραθαλάσσια πόλη Φέλφαμ, όπου έζησε και εργάστηκε μέχρι το 1803 υπό την προστασία του Ουίλιαμ Χέιλι. Έμαθε μόνος του ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά και ιταλικά, ώστε να μπορεί να διαβάζει κλασικά έργα στην πρωτότυπη γλώσσα τους. Στο Φέλφαμ, ο Μπλέικ βίωσε βαθιές πνευματικές ενοράσεις που τον προετοίμασαν για το ώριμο έργο του, τα μεγάλα οραματικά έπη που γράφτηκαν και χαράχτηκαν μεταξύ του 1804 και του 1820 περίπου. Το έργο Μίλτον (1804–08), το Βάλα ή Τα Τέσσερα Ζώα (1797· ξαναγράφτηκε μετά το 1800) και η Ιερουσαλήμ (1804–20) δεν έχουν ούτε παραδοσιακή πλοκή, ούτε χαρακτήρες, ούτε ομοιοκαταληξία ή μέτρο. Οραματίζονται ένα νέο και ανώτερο είδος αθωότητας -το ανθρώπινο πνεύμα να θριαμβεύει πάνω στη λογική.
Ο Μπλέικ πίστευε ότι η ποίησή του μπορούσε να διαβαστεί και να γίνει κατανοητή από τους απλούς ανθρώπους, αλλά ήταν αποφασισμένος να μην θυσιάσει το όραμά του για να γίνει δημοφιλής. Το 1808, εξέθεσε μερικές από τις υδατογραφίες του στη Βασιλική Ακαδημία και, τον Μάιο του 1809, εξέθεσε τα έργα του στο σπίτι του αδελφού του, Τζέιμς. Κάποιοι από όσους είδαν την έκθεση επαίνεσαν την καλλιτεχνική δεξιοτεχνία του Μπλέικ, αλλά άλλοι θεώρησαν τους πίνακες «ειδεχθείς» και αρκετοί τον χαρακτήρισαν παράφρονα. Η ποίηση του Μπλέικ δεν ήταν γνωστή στο ευρύ κοινό, αλλά αναφέρθηκε στο Βιογραφικό Λεξικό των Ζώντων Συγγραφέων της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας, που εκδόθηκε το 1816. Ο Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ, στον οποίο είχαν δανείσει ένα αντίτυπο των Τραγουδιών της Αθωότητας και της Εμπειρίας, θεωρούσε τον Μπλέικ «άνθρωπο της Ιδιοφυΐας», και ο Ουίλιαμ Γουόρντσγουορθ έφτιαξε δικά του αντίγραφα αρκετών τραγουδιών. Ο Τσαρλς Λαμπ έστειλε ένα αντίτυπο του ποιήματος «Ο Καπνοδοχοκαθαριστής» από τα Τραγούδια της Αθωότητας στον Τζέιμς Μοντγκόμερι για το έργο του «Ο Φίλος του Καπνοδοχοκαθαριστή και το Άλμπουμ των Παιδιών που Σκαρφαλώνουν» (1824), και ο Ρόμπερτ Σάουδι (ο οποίος, όπως και ο Γουόρντσγουορθ, θεωρούσε τον Μπλέικ παράφρονα) παρευρέθηκε στην έκθεση του Μπλέικ και συμπεριέλαβε το «Τρελό Ποίημα» από τα Ποιητικά Σκίτσα στην ανθολογία του, Ο Γιατρός (1834–37).
Τα τελευταία χρόνια του Μπλέικ, τα οποία πέρασε μέσα σε μεγάλη φτώχεια, απέκτησαν χαρά χάρη στην αξιοθαύμαστη φιλία μιας ομάδας νεότερων καλλιτεχνών που αυτοαποκαλούνταν «Οι Αρχαίοι». Το 1818, γνώρισε τον Τζον Λίνελ, έναν νεαρό καλλιτέχνη που τον βοήθησε οικονομικά και συνέβαλε επίσης στο να δημιουργηθεί νέο ενδιαφέρον για το έργο του. Ήταν ο Λίνελ αυτός που, το 1825, του ανέθεσε να σχεδιάσει εικονογραφήσεις για τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, τον κύκλο σχεδίων πάνω στον οποίο εργάστηκε ο Μπλέικ μέχρι τον θάνατό του το 1827.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Διάβασα το ποίημα και ένιωσα να με αγγίζει μια θαυμάσια μετάφραση. Πολύ ενδιαφέρουσα και πολύτιμη η παρουσίαση για έναν εξαίρετο λογοτέχνη για τον οποίο δεν ήξερα τίποτα,
Ευχαριστούμε θερμά για το σχόλιό σας!