Στο μετερίζι του χρόνου του Δημήτρη Μπαλτά

[Δημήτρης Μπαλτάς, Στο μετερίζι του χρόνου, Εκδόσεις των Φίλων, 2026]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Ράβοντας το ρούχο του χρόνου: η ποιητική του ίχνους στη νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Μπαλτά.

Η ποίηση υπήρξε ανέκαθεν ένας τρόπος αναμέτρησης του ανθρώπου με εκείνο που αδυνατεί να νικήσει: τον χρόνο. Από την αρχαία λυρική παράδοση μέχρι τη σύγχρονη ποιητική έκφραση, η γραφή λειτουργεί ως μια προσπάθεια να συγκρατηθεί κάτι από τη διαρκή ροή, να διασωθεί ένα ίχνος παρουσίας μέσα στην αναπόφευκτη επικράτεια της απώλειας. Στη νέα του ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου ο Δημήτρης Μπαλτάς στέκεται ακριβώς σε αυτό το οριακό σημείο: εκεί όπου η μνήμη αντιστέκεται στη λήθη και όπου η λέξη αναλαμβάνει να περισώσει ό,τι ο χρόνος απειλεί να εξαφανίσει.

Το «μετερίζι» του τίτλου δεν είναι απλώς ένας τόπος άμυνας. Είναι ένας υπαρξιακός τόπος. Ο ποιητής βρίσκεται εκτεθειμένος απέναντι στη φθορά, γνωρίζοντας πως η μάχη με τον χρόνο είναι εκ των προτέρων άνιση. Ωστόσο, η αξία βρίσκεται στην ίδια την πράξη της αντίστασης. Όπως στη σκέψη του Martin Heidegger η συνείδηση της περατότητας δεν ακυρώνει την ύπαρξη αλλά την καθιστά αυθεντική, έτσι και στην ποίηση του Μπαλτά η επίγνωση της απώλειας γίνεται αφορμή βαθύτερης κατανόησης της ζωής.

Ο άνθρωπος υπάρχει επειδή θυμάται. Και γράφει επειδή φοβάται μήπως πάψει να θυμάται.

Η συλλογή ανοίγει με μια εικόνα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κλειδί ανάγνωσης ολόκληρου του έργου:

«Οι λέξεις
είναι
τα παπούτσια
του ποιητή.»

Η μεταφορά είναι ιδιαίτερα εύστοχη: οι λέξεις δεν είναι κάτι έξω από το σώμα αλλά προέκτασή του. Όπως τα παπούτσια κρατούν τα ίχνη μιας πορείας, έτσι και η γλώσσα διατηρεί τα ίχνη της ανθρώπινης εμπειρίας. Κάποτε στενεύει, κάποτε πληγώνει, άλλοτε προσφέρει τη μοναδική δυνατή προστασία απέναντι στην ερημιά.

Η ποίηση του Μπαλτά είναι μια ποιητική των μικρών διασώσεων. Τα πράγματα έχουν μνήμη. Μια ζακέτα, μια καρφίτσα, ένα παλιό αντικείμενο δεν αποτελούν απλώς σκηνικά στοιχεία, αλλά μικρές κιβωτούς ενός παρελθόντος που αρνείται να χαθεί. Ο ποιητής αναζητά αυτό που απομένει όταν ο άνθρωπος απουσιάζει.

Στο ποίημα όπου η καρφίτσα με τη λιβελούλα παραμένει ξεχασμένη πάνω στη ζακέτα της μητέρας, το αντικείμενο γίνεται σχεδόν ιερό:

η ύλη αναλαμβάνει να θυμηθεί όταν το σώμα έχει χαθεί.

Εδώ η ποίηση του Μπαλτά συναντά τη σκέψη του Walter Benjamin για το θραύσμα: η αλήθεια του παρελθόντος δεν επιστρέφει μέσα από μεγάλες αφηγήσεις αλλά μέσα από μικρές λεπτομέρειες, μέσα από αντικείμενα που επιβιώνουν ως μάρτυρες μιας ζωής που πέρασε.

Η ίδια αντίληψη διατρέχει και το Φωτεινό Θάλαμο του Roland Barthes, όπου η φωτογραφία ενός αγαπημένου προσώπου γίνεται τόπος συνάντησης με την απουσία. Το αντικείμενο στον Μπαλτά λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Δεν αναπληρώνει εκείνον που έφυγε αλλά διατηρεί ζωντανό το τραύμα της απώλειας. Και το τραύμα αυτό είναι απόδειξη ότι υπήρξε αγάπη.

Γι’ αυτό και η μνήμη στη συλλογή δεν είναι μια παθητική επιστροφή στο παρελθόν. Είναι πράξη δημιουργίας. Ο ποιητής δεν αναζητά αυτό που χάθηκε για να παραμείνει εγκλωβισμένος σε αυτό, αλλά για να το μετατρέψει σε νέα μορφή ζωής μέσα από τη γλώσσα.

Η τρυφερότητα, ωστόσο, συνυπάρχει με μια οξεία κοινωνική παρατήρηση. Ο Μπαλτάς δεν αποσύρεται στον εσωτερικό του κόσμο· κοιτάζει την εποχή του και καταγράφει τις αντιφάσεις της:

«Οι μηχανές ζητούν
καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Οι εργάτες είναι ήδη νεκροί.»

Με λίγες μόνο λέξεις αποτυπώνει μια ολόκληρη υπαρξιακή αγωνία της σύγχρονης εποχής: την αντικατάσταση του ανθρώπου από τους μηχανισμούς που ο ίδιος δημιούργησε. Η ειρωνεία λειτουργεί σχεδόν καβαφικά: χαμηλόφωνη αλλά βαθιά διαβρωτική.

Η συλλογή, όμως, δεν καταλήγει σε μια απαισιόδοξη θεώρηση. Απέναντι στην αποξένωση αντιπαραθέτει την ανθρώπινη ευαισθησία. Απέναντι στην ταχύτητα, την αργή διαδικασία της ανάμνησης. Απέναντι στη λήθη, την επιμονή της γραφής.

Στους στίχους:

«Στο μεσοδιάστημα
των λέξεων
ράβω το ρούχο
του χρόνου.»

συμπυκνώνεται ίσως η βαθύτερη ουσία της συλλογής. Ο ποιητής εμφανίζεται ως ένας ιδιότυπος ράφτης της μνήμης. Παίρνει τα κομμάτια που άφησε πίσω της η ζωή, χαρές, απώλειες, έρωτες, αποχωρισμούς, και επιχειρεί να τα ενώσει ξανά.

Η γραφή γίνεται μια πράξη αποκατάστασης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παρουσία του έρωτα. Ο έρωτας στον Μπαλτά δεν εμφανίζεται μόνο ως πληρότητα αλλά και ως απώλεια, ως κάτι που συνεχίζει να υπάρχει ακριβώς επειδή κάποτε χάθηκε. Είναι ένας έρωτας περισσότερο μνημονικός παρά σαρκικός, μια παρουσία που επιμένει μέσα από την απουσία της.

Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η υπερβολική έκθεση του εαυτού, η ποίηση του Δημήτρη Μπαλτά επιλέγει τη διακριτικότητα. Δεν κραυγάζει. Παρατηρεί. Δεν καταγγέλλει μεγαλόφωνα. Υποδεικνύει. Δεν προσφέρει βεβαιότητες. Διασώζει ερωτήματα.

Το Στο μετερίζι του χρόνου είναι τελικά μια συλλογή για όλα όσα φεύγουν αλλά δεν εξαφανίζονται. Για τις μορφές που χάνονται αλλά αφήνουν αποτυπώματα. Για τα αντικείμενα που συνεχίζουν να μιλούν όταν οι άνθρωποι σωπαίνουν.

Ο Δημήτρης Μπαλτάς στέκεται στο δικό του μετερίζι κρατώντας όχι όπλα αλλά λέξεις. Και απέναντι στον χρόνο, που μοιάζει πάντα νικητής, αντιπαραθέτει τη μοναδική ανθρώπινη δυνατότητα αντίστασης: τη μνήμη που γίνεται ποίηση.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση