Το σώμα ως τόπος μνήμης και αυτογνωσίας

[Εύα Στάμου, Όταν μιλάει το σώμα, Εκδόσεις Όταν, Ιούνιος 2026, Δίγλωσση έκδοση]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι σπάνια τα έργα που επιχειρούν να μετατρέψουν το σώμα όχι απλώς σε θεματικό άξονα αλλά σε φορέα σκέψης. Στο Όταν μιλάει το σώμα, η Εύα Στάμου συνθέτει ένα δραματουργικό κείμενο όπου η σωματικότητα δεν λειτουργεί ως σκηνική εικόνα ούτε ως ψυχολογικό σύμπτωμα, αλλά ως ο πρωταρχικός τόπος της μνήμης, της επιθυμίας και της αυτογνωσίας. Το έργο συνεχίζει με αξιοσημείωτη συνέπεια τον φιλοσοφικό και λογοτεχνικό προβληματισμό που διατρέχει ολόκληρη τη συγγραφική της διαδρομή, μεταφέροντάς τον από την πεζογραφία στη θεατρική σκηνή, χωρίς να χάνει ούτε την αισθητική του συνοχή ούτε τη στοχαστική του δύναμη.

Η ανάγνωση αυτού του θεατρικού συνομιλεί αναπόφευκτα με το προηγούμενο έργο της συγγραφέως. Έχοντας διαβάσει την πεζογραφία και τα δοκίμιά της, αλλά και έχοντας μεταφράσει στα ιταλικά τη συλλογή διηγημάτων Le ragazze che ridono (Τα κορίτσια που γελούν, ETP Books), αποσπάσματα της οποίας είχαν  προδημοσιευθεί στο ιταλικό διαδικτυακό περιοδικό Pioggia Obliqua και είχαν  γνωρίσει ιδιαίτερα θερμή υποδοχή από το ιταλικό αναγνωστικό κοινό, διαπιστώνω ότι το Όταν μιλάει το σώμα δεν αποτελεί μια απλή μετακίνηση προς το θέατρο, αλλά την ώριμη σύνθεση των βασικών αξόνων της συγγραφικής της σκέψης.

Η Στάμου δεν αντιμετωπίζει το σώμα ως σύμβολο, ούτε ως απλό αντικείμενο αναπαράστασης. Το σώμα είναι το ίδιο το υποκείμενο της αφήγησης. Είναι εκείνο που θυμάται όταν η συνείδηση λησμονεί, που αποκαλύπτει όσα η γλώσσα αδυνατεί να εκφράσει, που διασώζει τα ίχνη του έρωτα, της ασθένειας, της βίας, της εξάρτησης και της φθοράς. Η βασική αυτή αντίληψη διατρέχει ολόκληρο το έργο της Στάμου. Στο θεατρικό της αποκτά μια ιδιαίτερη αμεσότητα, καθώς το σώμα δεν περιγράφεται πλέον. Ενσαρκώνεται μπροστά στον θεατή.

Η δραματουργική αρχιτεκτονική του έργου είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Η Νέα Γυναίκα και η Ώριμη Γυναίκα δεν συγκροτούν δύο αυτόνομους χαρακτήρες με τη συμβατική έννοια, αλλά δύο χρονικές και υπαρξιακές εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας. Ανάμεσά τους παρεμβάλλεται η “Φωνή”, μια μεταθεατρική παρουσία που σχολιάζει, ειρωνεύεται, αμφισβητεί ακόμη και τον ίδιο τον λόγο της αφήγησης. Η παρουσία αυτή αποτρέπει το έργο από το να εκφυλιστεί σε εξομολογητικό μονόλογο. Αντίθετα, μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στη μνήμη, την ταυτότητα και την αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει ολοκληρωμένα τον εαυτό του.

Από τις πρώτες κιόλας σκηνές γίνεται φανερό ότι η συγγραφέας ενδιαφέρεται λιγότερο για την εξέλιξη μιας εξωτερικής δράσης και περισσότερο για τη χαρτογράφηση της εσωτερικής εμπειρίας. Η πλοκή λειτουργεί ως αφορμή. Εκείνο που πραγματικά εξελίσσεται είναι η συνείδηση των προσώπων. Η μνήμη δεν οργανώνεται γραμμικά αλλά κυκλικά, επιστρέφοντας διαρκώς στα ίδια τραύματα, στις ίδιες επιθυμίες και στις ίδιες απώλειες. Οι επαναλήψεις δεν αποτελούν υφολογικό χαρακτηριστικό αλλά ουσιώδες δραματουργικό εργαλείο. Μιμούνται τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ανθρώπινη μνήμη, η οποία δεν προχωρά ευθύγραμμα αλλά ανασυνθέτει αδιάκοπα το παρελθόν.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει στο έργο η σχέση σώματος και ασθένειας. Η ασθένεια δεν αντιμετωπίζεται ως αφηγηματικό επεισόδιο ούτε ως μέσο πρόκλησης συναισθηματικής συγκίνησης. Αντίθετα, μετατρέπεται σε έναν ακόμη τρόπο γνώσης του εαυτού. Το σώμα, σημαδεμένο από τον χρόνο, τις επεμβάσεις, την κόπωση και την επιβίωση, γίνεται ένας ζωντανός χάρτης της ανθρώπινης εμπειρίας. Η επαναλαμβανόμενη μεταφορά του σώματος ως “χάρτη” αποτελεί ίσως τον ισχυρότερο συμβολικό άξονα του έργου, καθώς συμπυκνώνει την πεποίθηση ότι κάθε ανθρώπινη ιστορία εγγράφεται τελικά πάνω στη σάρκα.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η διαχείριση της γυναικείας εμπειρίας. Η Στάμου αποφεύγει τόσο τον ιδεολογικό διδακτισμό όσο και την εύκολη καταγγελία. Το γυναικείο σώμα παρουσιάζεται ως πεδίο κοινωνικών επιγραφών αλλά και ως χώρος αντίστασης απέναντι στις κανονιστικές αντιλήψεις για την ομορφιά, την επιθυμία, τη μητρότητα και τη θηλυκότητα. Η συγγραφέας δεν κατασκευάζει ένα θεωρητικό μανιφέστο. Επιτρέπει στις ίδιες τις εμπειρίες των προσώπων να αποκαλύψουν τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το σώμα ως αντικείμενο ελέγχου και αξιολόγησης.

Η γλώσσα του έργου διατηρεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έχουν καταστήσει αναγνωρίσιμη τη λογοτεχνική της φωνή. Πρόκειται για μια γλώσσα πυκνή, συχνά λυρική, με δραματική ένταση. Οι εικόνες επανέρχονται σαν μουσικά μοτίβα, δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο ρυθμό που παρέσυρε τον αναγνώστη και θα παρασύρει τον θεατή σε μια εμπειρία περισσότερο βιωματική παρά αφηγηματική. 

Το Όταν μιλάει το σώμα εντάσσεται σε εκείνη την παράδοση του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου που μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την εξωτερική δράση προς τη διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης. Δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποδώσει τη ρευστότητα της ύπαρξης, εκεί όπου ο χρόνος, η μνήμη και η επιθυμία αλληλοδιαπλέκονται. Πρόκειται για ένα θέατρο στοχασμού, όπου η σιωπή είναι εξίσου σημαντική με τον λόγο και όπου το ανείπωτο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι εκφέρεται.

Σε μια εποχή κατά την οποία μεγάλο μέρος της θεατρικής παραγωγής στρέφεται προς την άμεση επικαιρότητα ή αναζητεί την εύκολη συγκίνηση, η Εύα Στάμου επιλέγει έναν σαφώς δυσκολότερο δρόμο. Επιμένει στη λογοτεχνία ως χώρο φιλοσοφικής αναζήτησης και στο θέατρο ως πεδίο υπαρξιακού στοχασμού. Δεν επιδιώκει να καταγγείλει ούτε να διδάξει. Επιχειρεί να κατανοήσει. Και ακριβώς γι’ αυτό το έργο της αποκτά διαχρονική διάσταση.

Ίσως η σημαντικότερη κατάκτηση του Όταν μιλάει το σώμα είναι ότι επαναφέρει στο ελληνικό θεατρικό κείμενο μια έννοια που τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ολοένα και σπανιότερα: τον στοχασμό. Όχι ως αφηρημένη φιλοσοφία αλλά ως δραματική εμπειρία. Το σώμα δεν “μιλά” επειδή του δίνεται φωνή. Μιλά επειδή η γραφή της Εύας Στάμου γνωρίζει ότι η βαθύτερη ανθρώπινη αλήθεια δεν κατοικεί μόνον στις ιδέες αλλά στα ίχνη που αφήνει ο χρόνος πάνω στη σάρκα.

Με το Όταν μιλάει το σώμα η Εύα Στάμου επιβεβαιώνει ότι διαθέτει ένα από τα πλέον συνεκτικά και φιλοσοφικά επεξεργασμένα συγγραφικά σύμπαντα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Το νέο της θεατρικό δεν αποτελεί απλώς μια επιτυχημένη δραματουργική απόπειρα. Αποτελεί τη φυσική εξέλιξη μιας συγγραφικής πορείας που εξακολουθεί να αναζητά, με σπάνια συνέπεια και λογοτεχνική τόλμη, τους τρόπους με τους οποίους το σώμα αφηγείται όσα η γλώσσα δεν κατορθώνει πάντοτε να πει. 


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση