7 Οκτωβρίου 2026
[Κέντζι Μιγιαζάουα, Εν ασθενεία η γραφή μου τελειούται, μετάφραση- επιμέλεια: Μαρία Αργυράκη, εκδόσεις Ύδωρ-Όμιλος Πολιτισμού, Αθήνα 2026]
Της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού
Στη Φροσούλα μας, πικρό κατευόδιο
Ήταν μια ηλιόλουστη, καυτή μέρα καλοκαιριού. Όλα έμοιαζαν κανονικά στην Αθήνα. Άνθρωποι ιδρωμένοι, τουρίστες ηλιοκαμένοι, αυτοκίνητα θορυβώδη, μηχανές κάθε είδους, μαγαζιά, ψυχαγωγικά στέκια. Κι εμείς, ένα πλήθος μαυροντυμένων ανθρώπων, οδεύαμε σιωπηλοί, ταπεινωμένοι, αδύναμοι, προς το Τρίτο Νεκροταφείο Νίκαιας για ν’αποθέσουμε εκεί, στη μόνιμη πια κατοικία του, την αγαπημένη μας νεκρή. Η καρδιά μου βαριά, στα μάτια μου σκοτάδι. Σε μια στιγμή ανέβασα το βλέμμα. Πόση αντίθεση, σκέφτηκα! Πόση α-πάθεια γύρω μας! Τα δέντρα χαρούμενα, θαλερά, ανάσαιναν της μέρας τη ζωή. Λουλούδια ανθισμένα σε γλάστρες κρεμαστές έξω από σπίτια ή μαγαζιά. Ο ουρανός διάφανος. Λίγα χαρούμενα πουλιά πέρασαν την πύλη του νεκροταφείου και περίεργα αναρωτήθηκαν χωρίς να περιμένουν απάντηση. Συνέχισαν τη χαρά τους. Μια φύση ευφρόσυνη στο φως της μέρας, αδιάφορη, ουδέτερη, αμέτοχη στο μεγάλο μας πένθος. Αισθάνθηκα ένα ρίγος να διατρέχει το σώμα μου. Ήταν άραγε ένα κοσμικό μήνυμα αυτό; Μια φιλοσοφική υπόμνηση για την των πάντων θνητότητα; Ένα ήταν σίγουρο για κείνες τις στιγμές. Εμείς βιώναμε την οδύνη του θανάτου, η φύση τη χαρά του καλοκαιριού. Κι όμως… μας ακουμπάει φθινόπωρο, κι έπειτα ένας-ποιος ξέρει πόσο-άγριος χειμώνας…
Δυο μέρες νωρίτερα είχα λάβει, τιμητική χειρονομία των εκδόσεων «Ύδωρ-Όμιλος Πολιτισμού», ένα βιβλίο. Ήταν η πρόσφατη έκδοση μιας ποιητικής συλλογής του πρόωρα χαμένου Ιάπωνα ποιητή, αγρότη, ακτιβιστή, στοχαστή Kenji Miyazawa (Κέντζι Μιγιαζάουα), που είχε πεθάνει από φυματίωση το 1933, σε ηλικία 37 περίπου χρόνων. Είχα νιώσει ανατριχίλα. Ο τίτλος είχε ηχήσει σαν το πένθιμο πρελούδιο εκείνου που επρόκειτο να μας συμβεί: Εν ασθενεία η γραφή μου τελειούται.
Αυτό το βιβλίο σήμερα -και για τις μέρες που θα ακολουθήσουν- συνοδεύει τη θλίψη και τις σκέψεις μου. «Εγώ πεθαίνω όπου να ‘ναι/σήμερα-αύριο/και πάλι ξανασκέφτομαι τι πάει να πει εγώ» (Φεβρουάριος 1929). Ας κρατήσουμε τους στίχους…
Σε αντίθεση με τον Λευκάδιο Χερν, εθνικό συγγραφέα της Ιαπωνίας, που έχει πάρει μιαν εξέχουσα θέση τις τελευταίες δύο δεκαετίες στην ελληνική γραμματεία, ο Κέντζι Μιγιαζάουα με την παρούσα εξαιρετική από κάθε άποψη έκδοση, έρχεται να απασχολήσει τόσο τη φιλολογία και τη λογοτεχνική κριτική όσο και το αναγνωστικό κοινό. Ό,τι καθιστά ποιοτικά αξιοπρόσεκτη την έκδοση του βιβλίου Εν ασθενεία η γραφή μου τελειούται-Η ζωή και η ποίηση ενός Ιάπωνα συγγραφέα του 20ού αιώνα είναι πρωτίστως η άψογη μεταγραφή, απευθείας από την ιαπωνική γλώσσα, των ανθολογημένων ποιημάτων του Ιάπωνα ποιητή από τη γνωστή, πολυβραβευμένη ιαπωνολόγο Μαρία Αργυράκη, η φιλολογική επιμέλεια από την ίδια, καθώς και η εκτεταμένη εισαγωγή της «Κέντζι Μιγιαζάουα. Ένα οδοιπορικό: Από την Εντοπιότητα στην Μποντισατβική Τελείωση»-μετά τον ουσιώδη χαιρετισμό του Πρέσβη της Ιαπωνίας στην Ελλάδα, κ. Ιτό Κοΐτσι.
(Σημειώνουμε ότι σε μετάφραση της Μαρίας Αργυράκη επίσης, είχε κυκλοφορήσει το 2001 η νουβέλα του Μιγιαζάουα, Μια νύχτα στο σιδηρόδρομο του Γαλαξία, από τις εκδ. Ολκός).
Το μεστό κείμενο της Μαρίας Αργυράκη μάς εγκλιματίζει στο περιβάλλον της ζωής, της γραφής και της στοχαστικής-φιλοσοφικής περιδίνισης του ποιητή, προετοιμάζοντας δεκτικές τις αναγνωστικές μας κεραίες να κατανοήσουν και να αισθανθούν το υπαρξιακό ρίγος που διατρέχει, τόσο καθολικά ανθρώπινα, την ποίηση του Κέντζι Μιγιαζάουα. Αξιοπρόσεκτη είναι και η χρωματική αισθητική της έκδοσης, η εικαστική δημιουργία στο εξώφυλλο αλλά και στο εσωτερικό του βιβλίου, από τη χαράκτρια Μυρσίνη Βαρδοπούλου, η οποία για χρόνια «διερευνά εικαστικά τη συνάντηση ελληνικών και ιαπωνικών θεμάτων». Η σύνολη εικαστική πλαισίωση, υπομνηματίζει το περιεχόμενο και μεταγγίζει την αίσθηση του osōshiki, της σεμνής ιαπωνικής τελετουργίας θανάτου.
Μέσα στις δικές του υπερβατικές χρωματικές αποχρώσεις τοποθετεί τον ποιητή εξαίσια, στην αρχή του εισαγωγικού της κειμένου, η Μαρία Αργυράκη: «Η κλίμακα των μπλε αποχρώσεων στο έργο του Κέντζι Μιγιαζάουα (Kenji Miyazawa, 1896-1933), από το απαλό γαλάζιο στο βαθύ ουράνιο μπλε έως το βαθυκύανο του λαζουρίτη, λειτουργεί ως κεντρικό μοτίβο στοχασμού και εσωτερικής φώτισης, οργανώνοντας τον υπαρξιακό και τον δημιουργικό του ορίζοντα. Το κυανό αυτό φως, μέσα στο οποίο έζησε και έγραψε, συνοψίζει την παρουσία του Ιάπωνα ποιητή, συγγραφέα, στοχαστή, επιστήμονα, δασκάλου και κοινωνικού ακτιβιστή. Μια ζωντανή προσωποποίηση φιλομάθειας, πολυδιάστατου ταλέντου και ακατάλυτης αγάπης για τον σύμπαντα κόσμο» (σ. 13).
Μια «στάση» στον τίτλο του βιβλίου, είναι ένα επιπλέον τεκμήριο της αυθεντικής επικοινωνίας της μεταφράστριας με το «όλον» της ποιητικής δημιουργίας του Μιγιαζάουα, τις πολλαπλές νοηματοδοτήσεις του τίτλου και τη μετατόπιση από το θεολογικό νόημα προς μια λογοτεχνική προβληματική. Πρόκειται για προσαρμογή της ρήσης του Αποστόλου Παύλου στη Β’ προς Κορινθίους επιστολή, «…ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται», που σημαίνει: …διότι η δύναμή μου φτάνει στην ολοκλήρωση και την τελειότητά της μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία/ασθένεια). Γιατί η βίωση της αδυναμίας, αφαιρεί από τον άνθρωπο την έπαρση και τον εγωισμό. Και με την επενέργεια της Θείας Χάριτος, ολοκληρώνεται (τελειούται) μέσα του η πραγματική πνευματική δύναμη.
Στη λογοτεχνική μεταγραφή της στο συγκεκριμένο βιβλίο Εν ασθενεία η γραφή μου τελειούται, η φράση δηλώνει ότι η δημιουργία φτάνει στην κορύφωσή της (στην ολοκλήρωση και την τελειότητά της μέσα από τον πόνο, την έλλειψη, τη βίωση της ανθρώπινης αδυναμίας και περατότητας. Ο –συμπληρωματικός του τίτλου- υπότιτλος: Η Ζωή και η Ποίηση Ενός Ιάπωνα Συγγραφέα του 20ού αιώνα, εστιάζει στο εργοβιογραφικό οδοιπορικό του συγγραφέα, αρχίζει να μας αποκαλύπτεται η «συνάντηση» της βιογραφικής εμπειρίας της ασθένειας με την ποιητική της μεταμόρφωση. Ο τρόπος με τον οποίο έχει δομηθεί το βιβλίο δεν λειτουργεί απλώς ως ανθολόγηση ποιημάτων, ούτε ως βιογραφικό αφήγημα εν προόδω, αλλά ως ερμηνευτική πρόταση για το πώς η σωματική δοκιμασία μετασχηματίζεται σε πνευματική και αισθητική δημιουργία. Το σώμα που φθίνει δεν περιορίζει την ποιητική συνείδηση του πάσχοντος υποκειμένου. Αντίθετα διευρύνει τον ορίζοντα του στοχασμού και της ποιητικής του όρασης. Αυτή η προσέγγιση, στην οποία διασταυρώνονται κόσμοι ανοιχτοί στην κοσμική και στη θρησκευτική σκέψη Ανατολής και Δύσης, δεν οδηγεί σε αισθητικοποίηση του πόνου, αλλά στη συνείδηση μιας ηθικής ευθύνης απέναντι στον άνθρωπο, στη φύση και στο σύμπαν.
Εξαιρετικά ισοζυγισμένο το εργοβιογραφικό εισαγωγικό κείμενο της Μαρίας Αργυράκη, προσφέρει τη σταθμισμένη γνώση που απαιτείται ώστε να κατανοηθεί η ποίηση του Κέντζι Μιγιαζάουα, και κυρίως η φιλοσοφική σύνθεση του στοχασμού του.
Η αμφισβήτηση της οικογενειακής ευμάρειας «επειδή στηριζόταν στην ανάγκη των φτωχών συγχωριανών του», η άρνησή του να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση (ενεχυροδανειστήριο και ανταλλακτήριο μεταχειρισμένων ρούχων), παραχωρώντας την στον αδελφό του, η παρατεταμένη, από την παιδική του ηλικία, ένταση στις σχέσεις με τον πατέρα του, η ασθενική του κράση και η απομάκρυνσή του από την πίστη της οικογένειας, τον οδηγούν σε μιαν ανεξάρτητα δομημένη ζωή, συντονισμένη με τις εσωτερικές του αναζητήσεις και ποιότητες. Σπουδές πάνω στην επιστήμη της Γεωλογίας στο Αυτοκρατορικό Κολέγιο Γεωργίας και Δασοκομίας Μοριόκα, μετακίνηση στο Τόκιο, αρχή της συγγραφικής του σταδιοδρομίας με ποίηση, διηγήματα, παιδικά βιβλία. Επιστροφή στο σπίτι, φροντίδα της άρρωστης από φυματίωση αδελφής του, η οποία τελικά πεθαίνει. Σε ηλικία εικοσιπέντε χρόνων θα εργαστεί επί έξι χρόνια ως δάσκαλος στη Γεωργική Σχολή της Χαναμάκι. Θα ιδρύσει τον Σύλλογο αγροτών Ράσου, που θα λειτουργήσει ως ιδιωτική σχολή, όπου ο ίδιος θα διδάσκει γεωργική τεχνολογία, θεωρία της γεωργικής τέχνης και άλλα συναφή διδακτικά αντικείμενα.
Όλες οι εμπειρίες της ζωής και του στοχασμού του μορφοποίησαν στην ψυχή του τον διαφοροποιημένο θρησκευτικό δρόμο που θα ακολουθούσε και που θα αποτελούσε το πιο καθοριστικό γεγονός της ζωής του. Από την «Αληθινή σχολή της καθαρής χώρας», της οποίας ο πατέρας του ήταν σημαντικό στέλεχος της τοπικής βουδιστικής κοινότητας, ο Κέντζι σταδιακά, και έπειτα από βαθύ προβληματισμό, που συνδύαζε την επιστήμη με τη θρησκεία κι αυτές με την εγκόσμια πραγματικότητα, θα προσχωρήσει στη Σχολή Νιτσιρέν, σε ηλικία είκοσι χρόνων. Η εγκατάλειψη της οικογενειακής παράδοσης και η μεταστροφή του θα θεωρηθεί από την οικογένεια-κυρίως από τον πατέρα του- πράξη πνευματικής ανταρσίας. Όμως, ο Κέντζι αισθανόταν πάντα ενοχές για την οικογενειακή ευμάρεια και τον πλούτο, που πίστευε ότι “πατούσε πάνω στην εκμετάλλευση των φτωχών αγροτών. Ο Βουδισμός Νιτσιρέν, που κήρυττε την ενεργό δράση και την αυτοθυσία για το κοινό καλό, πρόσφερε στη σκέψη του μια ιδεολογική βάση για να “πράξει” ενάντια στις συνθήκες κοινωνικής αδικίας της επίγειας ζωής, πατούσε πάνω στην εκμετάλλευση των φτωχών αγροτών. Ο Βουδισμός Νιτσιρέν, που κήρυττε την ενεργό δράση και την αυτοθυσία για το κοινό καλό, πρόσφερε στη σκέψη του μια ιδεολογική βάση για να “πράξει” ενάντια στις συνθήκες κοινωνικής αδικίας της επίγειας ζωής.
Το 1920, σε ηλικία 24 χρόνων, μην αντέχοντας την οικογενειακή πίεση, θα φύγει για το Τόκιο, όπου προσωρινά μόνο θα προσχωρήσει και στην εθνικιστική βουδιστική οργάνωση Kokuchūkai (Σύλλογος “Πυλώνας του Έθνους”). Σύντομα θα απομακρυνθεί από την εθνικιστική διάσταση του Νιτσιρέν, προσηλωμένος πάντα σε ένα ουτοπικό, παγκόσμιο ανθρωπιστικό όραμα. Για ένα διάστημα θα ζήσει μέσα στην απόλυτη φτώχεια, κηρύττοντας στους δρόμους τον Βουδισμό Νιτσιρέν. Εκείνη την περίοδο όμως ενεργοποιείται και το συγγραφικό του χάρισμα, που θα δώσει μια μαζική παραγωγή παιδικών παραμυθιών. Η μυθοπλασία, η ποίηση-έγραψε περίπου χίλια ποιήματα και μεγάλο αριθμό τάνκα-, οι παιδικές ιστορίες-περίπου εκατό- σκιαγραφούν τη συγκρότηση μιας πρώιμης οικοκριτικής σκέψης, ένα προδρομικό οικολογικό όραμα, το οποίο, δεκαετίες αργότερα, θα φανεί στον ορίζοντα της δυτικής οικολογικής σκέψης ως αναγκαιότητα επιβίωσης του δυτικού πολιτισμού και του ανθρώπου μέσα σ’αυτόν. Ανέπτυξε μια βαθιά οικολογική και πνευματική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος, τα ζώα, τα φυτά και ολόκληρο το σύμπαν , όλα τα γεγονότα και τα φαινόμενα συνδέονται, συγχωνεύονται σε μια στιγμή, είτε βρίσκονται στο παρελθόν, είτε στο παρόν, είτε στο μέλλον.
O Roger Pulvers, μεταφραστής και μελετητής του Κέντζι και συγγραφέας πολλών άρθρων για τον Λευκάδιο Χερν, στον οποίο έχει απονεμηθεί (2008) το βραβείο Miyazawa Kenji σχολιάζει σε άρθρο του: «Για τον Miyazawa, αυτό που θα συμβεί στο μέλλον είναι άρρηκτα μέρος αυτού που συμβαίνει τώρα και αυτού που συνέβη στο παρελθόν. Όλα είναι μέρος της «τερατώδους φωτεινής συσσώρευσης του χρόνου». Αυτός, ζωντανός ή νεκρός, ή εσύ, ή εγώ, ή οποιοσδήποτε άλλος, βιώνει αυτή τη σύντηξη του χρόνου, παγωμένη στην παρούσα στιγμή από την οποία κοιτάμε μπροστά και πίσω. Το να έχεις επίγνωση όλου του χρόνου ταυτόχρονα σημαίνει να είσαι φωτισμένος». Με βάση αυτή τη βιοσοφία, ακόμα κι αυτόν τον θάνατο της αδελφής του θα αποδεχτεί, θεωρώντας ότι αποτελεί πλέον μέρος όσων βλέπει μπροστά στα μάτια του.
Η ηθική της Αυτοθυσίας, βασική επίσης ιδέα του Νιτσιρέν, ότι δηλαδή η φώτιση έρχεται μέσα από την προσφορά στους άλλους, διαπερνά όλο το έργο του. Το επιστημονικό του πεδίο, που τον έφερε σε μια ποιητική και ταυτόχρονα επιστημονική σχέση με τη φύση και τα ζωή της σε συνδυασμό με τον Βουδισμό, τον βοήθησαν να συγκροτήσει αυτό το όραμα αλληλεξάρτησης όλων των μορφών ζωής, ιδέα που θα συναντήσουμε και στις φιλοσοφικές αναζητήσεις του Λευκάδιου Χερν. Στο αριστούργημά του, «Μια Νύχτα στον Γαλαξιακό Σιδηρόδρομο» (Night on the Galactic Railroad), ολόκληρη η δομή και το κοσμικό όραμα του ταξιδιού βασίζονται στη βουδιστική αρχή του Νιτσιρέν “ichinen sanzen” (τρεις χιλιάδες κόσμοι σε μία μόνο σκέψη).
Μέρος του οράματός του και καταληκτικός σταθμός η γενέτειρα Iwate (Ιουάτε), όπου θα επιστρέψει για να ζήσει όπως οι φτωχοί συντοπίτες του, προσφέροντάς τους κάθε βοήθεια και συμπαράσταση, ακόμα και χρήματα. Αλλά το σημαντικότερο: θα τους προσφέρει τα “φώτα” του μέσω του Rasu Farmers Association, στο οποίο παραπάνω αναφερθήκαμε, διδάσκοντάς τους σύγχρονη αγροτική επιστήμη, μουσική και σχέδιο, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του από φυματίωση το 1933, σε ηλικία 37 χρονών, έντεκα μόλις χρόνια μετά τον θάνατο, από την ίδια ασθένεια, της αδελφής του Toshi (Τόσι).
Το πρώτο ποίημα του Κέντζι στο βιβλίο “Εν Ασθενεία…” από την ενότητα “Βουβός θρήνος”, της συλλογής “Άνοιξη και Δαίμονες της σύγκρουσης Ι” (Α’έκδοση, 1924), είναι γραμμένο “Για την Τόσι”. Ο θάνατος της Τόσι το 1922, σε ηλικία 24 χρόνων, υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες απώλειες της ζωής του ποιητή και συνδέεται άμεσα με τη σύλληψη της νουβέλας του Night on the Galactic Railroad , έργο που άρχισε να μορφοποιείται το 1924, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
Ο τρόπος του να μιλήσει γι’αυτήν στα τρία πρώτα ποιήματα “Πρωινό του Αιώνιου Αποχαιρετισμού”, “Πευκοβελόνες”, και “Βουβός θρήνος” είναι άμεσος. Απευθύνεται στην ίδια, ανοίγει διάλογο μαζί της, τη φαντάζεται να του απαντά μονότονα, να του απευθύνει , σαν σε σύντομο μουσικό ρεφραίν, τις τρυφερές της παρακλήσεις, ενώ εκείνη κείται ξέπνοη στο κρεβάτι του πόνου. “Κεντζάκο μου, σύρε φέρε μου λίγο νερόχιονο” (σ.35-37). Κι εκείνος:
“Με όλη μου την ψυχή το εύχομαι/το χιόνι που σου φέρνω/στις δυο φθαρμένες κούπες/να γίνει ουράνιο παγωτό/πνευματική τροφή για σένα, αδελφή μου, και για όλους εμάς/και όλη μου την ευτυχία σε τούτη την ευχή στηρίζω” (σ.37) Έπειτα, στο ίδιο ύφος, το χιόνι γίνεται δάσος. Εκεί τη μεταφέρει τώρα σε μιαν ονειροπόληση που τη θέλει ζωντανή να κουβεντιάζει μαζί του:
“Πόσο ποθούσες να ξεχυθείς στο δάσος/όταν καιγόσουνα στον πυρετό/πονούσες, σφάδαζες, μούσκεμα στον ιδρώτα/ενώ εγώ χαιρόμουνα που δούλευα κάτω από τον ήλιο που έλαμπε/ή περιδιάβαινα στο δάσος κι αλλού ήταν ο νους μου”.
Κι εκείνη:
“Α, τι ωραία/ Δροσίστηκα/Μέχρι το τέλος του δάσους έφτασα” (Πευκοβελόνες, σ.40).
Στον “Βουβό θρήνο” παρακολουθεί το επιθανάτιο “επεισόδιο” της Τόσι. Τη θρηνεί ήσυχα, βουβά, βλέπει την πληγωμένη μάνα της (τους) να απαντά στα ταραγμένα ανήσυχα ερωτηματικά της-στην αγωνία για την όψη, τα μαλλιά, το κορμί της, ενώ βαδίζει σταθερά στον κόσμο των Ασούρα-στον κόσμο του ταραγμένου νου:
“Η θλίψη που καθρεφτίζεται στα μάτια μου/πηγάζει από τη θέα του ταραγμένου νου μου/Άαα, μα δεν γίνεται/με τέτοια θλίψη/το βλέμμα ν’αποστρέφεις”. (Βουβός θρήνος, σ.43).
Ο Μιγιαζάουα γράφει με πικρή γεύση θανάτου για την ασθένεια. Της αδελφής του πρώτα, τη δική του έπειτα (Εν Ασθενεία…, 1928-1929), με έναν ημερολογιακό βηματισμό, μέχρι να καταλήξει στον θάνατο. Είναι γνώστης μιας πορείας με προδιαγεγραμμένο τέλος. Γι’αυτό γράφει από το εσωτερικό της σωματικής αδυναμίας του και όχι σαν απλός γνώστης ή παρατηρητής. Η ασθένεια είναι μέρος της ίδιας της βιογραφικής συνθήκης μέσα στην οποία διαμορφώθηκε η ύστερη ποιητική του.
Βιώνει την ασθένεια του σώματος, το οποίο όμως μεταμορφώνεται στον ίδιο τον χώρο της ποίησης. Και υπαγορεύει η ίδια η ασθένεια έναν διαφορετικό τρόπο αντίληψης του κόσμου και της ζωής, καθώς αλλάζει τη σχέση του ανθρώπου με τον χώρο, τον χρόνο, τη φύση, τη γλώσσα. Ό,τι θεωρείται και βιώνεται από τον υγιή άνθρωπο ως αυτονόητο-η αναπνοή, η κίνηση, η ομιλία, η εργασία, η καθημερινότητα- για τον άρρωστο αποκτά ιδιαίτερη σημασία, γίνεται “γεγονός”, το ελάχιστο γίνεται μεγάλο, το κανονικό γίνεται κατόρθωμα. Ο Μιγιαζάουα δεν μετατρέπει την ασθένεια σε ηρωικό μύθο.Την αφήνει στα ανθρώπινα όρια της αδυναμίας, της λύπης, του φόβου, να παραμείνει ασθένεια και να βιώνεται με τη δραματικότητα και το βαθύ συναίσθημα της ανημπόριας.
Όλα της αρρώστιας τα συνοδευτικά-πόνος, εξάντληση, ακινησία…- αποκτούν ποιητική λειτουργία, ενώ το σώμα γίνεται ένα είδος ορίου ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο. Η φύση είναι το ισχυρότερο στοιχείο του κόσμου που περιβάλλει τον άρρωστο, θεμελιώδες στοιχείο δραματικότητας στα ποιήματα και στη βιοθεωρία του Μιγιαζάουα, καθώς η σχέση της με το ανθρώπινο σώμα αποκτά την προϊούσα ένταση των αντιθέσεων. Ο κόσμος δεν διαταράσσει τον ρυθμό του, δεν παρ-ακολουθεί το ασθενές σώμα στην κατάρρευσή του. Οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη, ο αέρας κινείται, ο ήλιος στέλνει το φως του, τα δέντρα υψώνουν το ανάστημά τους, η γη εξακολουθεί το ταξίδι της. Το σώμα του ποιητή όμως φθίνει.Από αυτή την άποψη, η φύση δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο. Γίνεται ένα μέτρο της ανθρώπινης προσωρινότητας. Ο άνθρωπος είναι θνητός, η φύση συνεχίζει τον κύκλο της. Αναγνωρίζει ωστόσο ο ποιητής, μέσα σ’αυτή την αντίθεση και μια μορφή συμφιλίωσης του ανθρώπου με τη φύση, γιατί μέρος της είναι κι αυτός και η επιστροφή του στη γη δεν είναι η απόλυτη εξαφάνιση. Εδώ αναδύεται η ισχυρή παρουσία της βουδιστικής κοσμοαντίληψης του ποιητή, ιδιαίτερα της παράδοσης του Νichiren, μέσα από την οποία η ύπαρξη νοείται ως αδιάσπαστο δίκτυο σχέσεων. Η φύση δεν λογίζεται ως το “νεκρό” σκηνικό της ανθρώπινης δράσης, αλλά συνδιαλέγεται μαζί του ως ο ισότιμος εταίρος. Όλο το φυσικό σύστημα-δάση, ζώα, φυσικά φαινόμενα, γαλαξίες- δεν έχουν μόνον αλληγορικό χαρακτήρα. Αποτελούν μέρος μιας κοσμικής ηθικής, όπου το ανθρώπινο πλάσμα και το μη ανθρώπινο “σύμπαν” συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται σε μια κοινότητα αλληλεξαρτήσεων.
Η αίσθηση ότι ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από το ανθρώπινο σώμα, αλλά ο άνθρωπος, ακόμη και όταν το σώμα του καταρρέει, εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να τον παρατηρεί και να τον μετατρέπει σε λόγο, παράγει μια από τις δυνατότερες συγκινήσεις της ύστερης, επιθανάτιας ποίησης του Κέντζι Μιγιαζάουα.
Η ποίησή του μεταμορφώνει την εμπειρία του. Μετατρέπεται σε ποίηση της οριακής ανθρώπινης εμπειρίας, που περιλαμβάνει την ηθική της συμπόνιας και την κοινωνική ηθική της συλλογικής ευθύνης. Το πραγματικό σώμα γίνεται ποιητικό σώμα και η προσωπική ασθένεια μετατρέπεται σε στοχασμό για την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Γι’αυτό και τα ποιήματα μπορεί να διαβαστούν τόσο με την πραγματολογική τους διάσταση, όσο και με τη βαθύτερα ποιητική τους: η ασθένεια είναι η ίδια η συνθήκη όπου μέσα της η γραφή αποκτά την τελική της ένταση. Η γραφή δεν μπορεί να θεραπεύσει το σώμα. Μπορεί όμως να καταγράψει την εμπειρία του σώματος πριν αυτή εξαφανιστεί. Με αυτή την έννοια, η γραφή γίνεται μια μορφή αντίστασης στη λήθη, δημιουργώντας ένα παράδοξο: όσο λιγοστεύει η ζωή, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η γραφή. Κι ενώ φαίνεται πως η γραφή τελειώνει εκεί όπου η ζωή (του ποιητή) τελειώνει, στην πραγματικότητα η ίδια η γραφή γίνεται ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επιμένει να υπάρχει. Η ασθένεια περιορίζει το σώμα, όμως δεν καταργεί την ποιητική συνείδηση. Αντίθετα, την καθιστά περισσότερο ενδυναμωμένη, άμεση και οριακή.
Η μετάφραση της Μαρίας Αργυράκη μας προσφέρει ένα έργο αληθινής ποίησης της ιαπωνικής ψυχής, της ανθρώπινης ψυχής, στις ώρες του επώδυνου σωματικού πόνου. Κατόρθωσε να μας μεταγγίσει το χαμηλότονο, βαθύ και ανθρώπινο συγκινησιακό αποτέλεσμα ενός έργου όπου ο ρυθμός, η σιωπή και η οικονομία της έκφρασης είναι ιδιαίτερα σημαντικά και διακριτικά. Δεν ήταν καθόλου εύκολη η προσπάθεια. Η ποίηση του Μιγιαζάουα απαιτεί να διατηρηθεί μια εύθραυστη ισορροπία: από τη μια πλευρά η απλότητα η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, και από την άλλη η πυκνότητα των εικόνων και η συμβολική τους λειτουργία. Η μεταφράστρια το πέτυχε και παράλληλα μετουσίωσε την ιδιαίτερη συγκινησιακή ένταση που διατρέχει τα ποιήματα σε μια καθολική ηθική εμπειρία. Η γραφή (του ποιητή) υπήρξε ο τρόπος με τον οποίο το εφήμερο αποκτά μορφή και η προσωπική περιπέτεια μετατρέπεται σε πρόταση στοχασμού για την κοινή ανθρώπινη μοίρα.
Ο Μιγιαζάουα βρέθηκε στην οριακή περιοχή ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Η ποίησή του όμως δεν ζητά από τον αναγνώστη να πονέσει ή να φοβηθεί μαζί του. Του ζητά να κοιτάξει το άρρωστο σώμα, τη φύση, τον χρόνο-τη θνητότητα και να σκεφτεί πολύ πάνω στο ουσιώδες νόημα της ανθρώπινης ζωής και της προσφοράς προς τον πάσχοντα και ανήμπορο, από κάθε άποψη, άνθρωπο, πάνω σε μια κοσμοθεωρία συνάρτησης των πάντων με το σύμπαν. Η ποίηση και η ανθρωπιά της σκέψης και της γραφής του ποιητή εγγυώνται μια βαθιά ενδοσκόπηση στους φόβους αλλά και στις δυνάμεις αντίστασης του ανθρώπου. Κάθε τι που εξευγενίζει και ενδυναμώνει την ανθρώπινη συνείδηση του αγαθού, αξίζει να διαβαστεί!
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
