Ο χορός της μνήμης

[Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη, Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα. Ο χορός της ζωής, Αθήνα, ΑΩ, 2025]

της Νίκης Μισαηλίδη

Η ζωή σε ένα χωριό της Μακεδονίας στα μέσα της δεκαετίας του 1950, το προξενιό και η προίκα, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η συναισθηματική μοναξιά, τα μεταναστευτικά ρεύματα των δεκαετιών του 1960 και του 1970, η αστυφιλία, η ξενιτιά, η σιωπή και ο θάνατος, η απώλεια και το τραύμα, αλλά και αντικείμενα και μοτίβα με έντονο συμβολικό φορτίο, όπως το κέντημα, η κληματαριά, το αηδόνι και το τρένο, συμπλέκονται δημιουργικά στα επτά αφηγήματα που συγκροτούν τη νουβέλα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα. Ο χορός της ζωής, η οποία κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις «ΑΩ» (ISBN: 978-618-5845-60-5). Η συγγραφέας ανασυνθέτει έναν ολόκληρο κοινωνικό και ιστορικό κόσμο, εστιάζοντας στις ζωές ανθρώπων της ελληνικής επαρχίας και, κυρίως, στις εμπειρίες των γυναικών μέσα σε ένα αυστηρά πατριαρχικό κοινωνικό πλαίσιο. Η ατομική ιστορία των ηρώων διασταυρώνεται διαρκώς με τη συλλογική ιστορία, ενώ οι προσωπικές επιλογές, οι ματαιώσεις και οι απώλειες προσλαμβάνουν το βάρος των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών μέσα στις οποίες διαμορφώνονται.

Κεντρική ηρωίδα είναι η Δέσποινα, «παντρεμένη λίγο πριν κλείσει τα δέκα τέσσερα» (σ. 10) με τον Διγενή. Η περιγραφή της καθημερινότητάς της συνιστά, ταυτόχρονα, μια αποτύπωση της γυναικείας θέσης στην ύπαιθρο της εποχής: «Αυτή αρχόντισσα του σπιτιού, του στάβλου, των αγρών, του αργαλειού, της ραπτομηχανής, της λαμαρινένιας σκάφης για τη μπουγάδα και το μπανιάρισμα των παιδιών. […] Αφέντρα της ξύλινης σκάφης για το ζύμωμα του ψωμιού, του φούρνου και της κουζίνας, της βαφής των νημάτων και των μαλλιών για τα υφαντά, του πλυσίματος του στημονιού για να περαστεί στα χτένια, αφέντρα του αργαλειού της» (σσ. 10-11). Μέσα σε λίγες γραμμές και με τη χρήση ενός εκτεταμένου ασύνδετου σχήματος, η Δ. Καϊτατζή-Χουλιούμη παραθέτει σωρευτικά τις εργασίες και τις ευθύνες της γυναίκας, δημιουργώντας έναν λόγο έντονα ρυθμικό και φορτισμένο συναισθηματικά. Η παράθεση αφενός αποτελεί μια ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας, αφετέρου μετατρέπεται σε αποτύπωμα της ίδιας της γυναικείας ζωής, η οποία χαρακτηρίζεται από την αδιάκοπη εργασία, τους πολλαπλούς ρόλους, τη διαρκή φροντίδα και, ταυτόχρονα, την περιορισμένη δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Η ειρωνική σχεδόν χρήση της λέξης «αφέντρα» αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η φαινομενική εξουσία της γυναίκας στον χώρο του σπιτιού αντισταθμίζεται από την ουσιαστική υποταγή της στις πατριαρχικές δομές. Η ηρωίδα παρουσιάζεται ως «αρχόντισσα» ενός μικρόκοσμου στον οποίο καλείται να υπηρετεί πολλαπλές λειτουργίες, χωρίς να διαθέτει πραγματική ελευθερία επιλογών. Η αντίθεση αυτή συμπυκνώνεται χαρακτηριστικά στη σχέση της με τον σύζυγό της, ο οποίος «πήγαινε μόνος όπου ήθελε, συντροφιά με τους φίλους και την παρέα του», ενώ «Αυτήν την άφηνε πάντα πίσω» (σ. 9). Η αντίθεση ανάμεσα στην κινητικότητα του άντρα και τον εγκλεισμό της γυναίκας στον οικιακό χώρο αναδεικνύει με λιτό αλλά εύγλωττο τρόπο την έμφυλη κατανομή της ελευθερίας και της κοινωνικής δράσης.

Βασικό θεσμός αυτής της πατριαρχικής κοινωνίας αποτελεί ο γάμος, με το προξενιό και την προίκα να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Η προσωπική επιθυμία της γυναίκας συγκρούεται με τις κοινωνικές προσδοκίες και τις οικογενειακές στρατηγικές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Τούλας: «Είχαν έρθει πολλά προξενιά για την Τούλα μα κανένα δεν έκανε. Μπορεί να είχε να κάνει με την ανομολόγητη επιθυμία της να παντρευτεί από έρωτα. Το συνοικέσιο δεν το ήθελε. Δεν τολμούσε να το ομολογήσει στους γονείς της αλλά πάντα έβρισκε κάποιο τρόπο να αποτρέψει τα προξενιά που της ετοίμαζαν» (σ. 17). Η επιθυμία της ηρωίδας να επιλέξει η ίδια τον σύντροφό της αποκτά έτσι χαρακτήρα σχεδόν υπόγειας αντίστασης. Η αδυναμία της να εκφράσει ανοιχτά την επιθυμία της αποκαλύπτει τα όρια της γυναικείας αυτοδιάθεσης σε ένα κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο η ατομική βούληση υποτάσσεται στις αποφάσεις της οικογένειας. Τελικά, η Τούλα παντρεύεται τον Αντώνη με προξενιό, το οποίο συνοδεύεται από την καταβολή προίκας. Η ίδια η έννοια της «καλής κοπέλας» συνδέεται άμεσα με την οικονομική της αξία: «Καλή κοπέλα σήμαινε πέρα από τα χαρίσματά της, να είχε και καλή προίκα, τράχωμα δηλαδή. Τα λεφτά μετρούσαν πολύ για την οικογένειά του. […] Όσο μεγαλύτερο τράχωμα θα έπαιρναν τόσο θα ανέβαινε η οικονομική επιφάνεια και το κύρος, του γαμπρού και της οικογένειας. Έτσι το είχαν αυτοί· μεγάλη αξία το χρήμα πώς να το κάνουμε» (σσ. 28-29). Η προίκα, επομένως, λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής διαστρωμάτωσης και αναπαραγωγής των πατριαρχικών σχέσεων. Το γυναικείο σώμα και η κοινωνική υπόσταση της γυναίκας μετατρέπονται, έμμεσα, σε φορείς οικονομικής ανταλλαγής, ενώ ο γάμος αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνικά και οικονομικά οργανωμένης συναλλαγής. 

Το κοινωνικό ψηφιδωτό της εποχής συμπληρώνεται από δύο αλληλένδετα φαινόμενα που σημάδεψαν τη μεταπολεμική Ελλάδα, την αστυφιλία και τη μετανάστευση. Η Δ. Καϊτατζή-Χουλιούμη επισημαίνει ότι η αστυφιλία «είχε αρχίσει να φουντώνει σχεδόν παράλληλα με τα κύματα μετανάστευσης του ’60 και του ’70» (σ. 36), μετατρέποντας την ατομική μετακίνηση σε μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικής αναδιάρθρωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται όχι μόνο οι εξωτερικές συνθήκες της μετανάστευσης αλλά και η ψυχολογική εμπειρία του μετανάστη. Η αναδρομική αφήγηση λειτουργεί εδώ ως βασικός αφηγηματικός μηχανισμός, επιτρέποντας στο παρελθόν να εισχωρεί στο παρόν και να το φωτίζει. Ο ήρωας θυμάται τον εαυτό του «περίπου στην ηλικία του νέου και το τρένο που πήρε για το Μόναχο», ενώ η αφήγηση ανασυνθέτει με χαρακτηριστική παραστατικότητα τη διαδικασία στρατολόγησης των Ελλήνων μεταναστών:

Τότε, βέβαια, τα βαγόνια ήταν γεμάτα από νέους άνδρες που κυρίως έφυγαν μετανάστες στη Γερμανία. Τους περνούσαν από ιατρικές εξετάσεις ανοίγοντάς ακόμη και το στόμα, για να εξετάσουν την οδοντοστοιχία τους. Όπως κοίταζαν οι ζωέμποροι τα άλογα στα δόντια, για να υπολογίσουν την ηλικία τους. Τους τυχερούς τους αποκαλούμενους από τη διοίκηση των εργοστασίων «τεμάχια», αφού τους έδιναν «πράσινη κάρτα», τους έστελναν με καράβι από το λιμάνι του Πειραιά στο Μπρίντιζι κι από εκεί τους επιβίβαζαν στο τρένο για τον σταθμό του Μονάχου, όπου τους παραλάμβαναν από τη γραμμή ένδεκα, την ονομαζόμενη από τους Ιταλούς «Γραμμή της Ελπίδας», για να τους τακτοποιήσουν με κατοικία και δουλειά»  (σσ. 43-44).

Η συγγραφέας αξιοποιώντας πλούσια εκφραστικά μέσα και έναν έντονο εικονοπλαστικό λόγο, κατορθώνει να προσδώσει στην αναπαράσταση των συνθηκών έντονη κριτική διάσταση. Η παρομοίωση της διαδικασίας ελέγχου των μεταναστών με τον τρόπο κατά τον οποίο οι ζωέμποροι εξέταζαν τα άλογα και η  μεταφορά τους σε «τεμάχια» αναδεικνύουν τη διαδικασία απανθρωποποίησης και εμπορευματοποίησης της εργασίας. Ταυτόχρονα, η μετανάστευση παρουσιάζεται με την αμφισημία που τη χαρακτήρισε για χιλιάδες ανθρώπους. Από τη μία, φυγή από την οικονομική και κοινωνική ασφυξία· από την άλλη, είσοδος σε έναν νέο κόσμο εργασιακής ανασφάλειας, αποξένωσης και νοσταλγίας: «Έτσι βρέθηκε μέσα σε τρένα και καράβια που τον προόριζαν για “γκασταρμπάιτερ”. Ούτε και αυτό του άρεσε, λες και πήγαινε σε κάτεργο, όμως ήταν μια λύση, ήταν μια διέξοδος από το πνιγηρό κλίμα στο σπίτι και στο χωριό» (σ. 53). 

Η συγγραφέας, αξιοποιώντας τον μηχανισμό της μνήμης και την αναδρομική αφήγηση, ανασυνθέτει έτσι μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, χωρίς η ιστορικότητα να λειτουργεί ως εξωτερικό περίβλημα. Αντίθετα, η κοινωνική ιστορία εγγράφεται στις ατομικές διαδρομές των ηρώων, στις επιλογές τους, στους φόβους και στις ματαιώσεις τους. Το προσωπικό και το συλλογικό βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση. 

Παράλληλα με την κοινωνιοϊστορική διάσταση, σημαντική θέση στη νουβέλα καταλαμβάνει η διερεύνηση του εσωτερικού κόσμου των ηρώων. Η Δ. Καϊτατζή-Χουλιούμη δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση εξωτερικών γεγονότων, αλλά επιχειρεί να ανιχνεύσει τις ψυχικές τους συνέπειες. Οι ήρωες ψυχογραφούνται μέσα από τη μνήμη, την εσωτερική εστίαση, το όνειρο και τις συναισθηματικές τους αντιδράσεις: «Τη χαρά, αν δεν μπορείς να την μοιραστείς με κάποιον, όχι μόνο δεν την νιώθεις, αλλά σου προκαλεί αισθήματα μοναξιάς και θλίψης» (σ. 58). Στο πλαίσιο αυτό, το όνειρο, το οποίο αποτελεί προνομιακό πεδίο έκφρασης και διερεύνηση του ασυνείδητου (Freud, 1900), αναδεικνύει τις ενοχές και τις τύψεις, τη θλίψη που προκαλεί η απώλεια, τον πόνο που απορρέει από το τραύμα, τη μοναξιά και τη σιωπή, λειτουργώντας συγχρόνως ως αφηγηματικός και συμβολικός μηχανισμός, μέσω του οποίου το παρελθόν, το τραύμα και οι βαθύτερες ψυχικές διεργασίες αποκτούν μορφή: 

Ήρθε στον νου του το όνειρο που είχε δει πριν χρόνια. Βρισκόταν σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του με έντονες επιθυμίες θανάτου. Το όνειρο ήταν τόσο διαυγές, τόσο ξεκάθαρο που τον βοήθησε να συνέλθει. Βρισκόταν, λέει, σε ένα πανέμορφο τόπο, το τοπίο ήταν ειδυλλιακό με πρασινάδες, λόφους και πολύχρωμα λουλούδια. Όλα έλαμπαν λουσμένα σε ένα μυστηριακό φως (σσ. 41-42).

 Μ’ αυτόν τον τρόπο, το φως που εκπέμπει το όνειρο του ήρωα λειτουργεί αντιστικτικά με την ψυχολογική του κατάσταση και προσλαμβάνει χαρακτήρα λυτρωτικό.  Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια φυγή από την πραγματικότητα αλλά για μια προσωρινή ανασύνθεση της εσωτερικής πραγματικότητας: «Είχε ξυπνήσει με ένα ανάλαφρο συναίσθημα. Από τότε πολλές φορές το ανακαλούσε στη μνήμη του, ειδικά όταν ήταν απελπισμένος» (σ. 42). Το όνειρο μετατρέπεται έτσι σε αποθετήριο μνήμης και ταυτόχρονα σε εσωτερικό καταφύγιο. Η ανάκλησή του στις στιγμές της απόγνωσης υποδηλώνει μια ιδιότυπη θεραπευτική λειτουργία της φαντασίας. Όταν η εξωτερική πραγματικότητα καθίσταται αβάσταχτη, η μνήμη μιας φωτεινής, ονειρικής εμπειρίας προσφέρει στον ήρωα τη δυνατότητα προσωρινής υπέρβασης του ψυχικού αδιεξόδου. Με τον τρόπο αυτό, η συγγραφέας συνδέει οργανικά το όνειρο με τους βασικούς θεματικούς άξονες του έργου (την απώλεια, το τραύμα, τη μοναξιά, τη σιωπή και την ανάγκη για συναισθηματικό δεσμό), μετατρέποντας την εσωτερική ζωή των προσώπων σε ισότιμο πεδίο αφήγησης με την κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα.

Η γλώσσα της νουβέλας συνιστά οργανικό στοιχείο της αναπαράστασης του κόσμου και της ταυτότητας των ηρώων. Η παρουσία της ποντιακής διαλέκτου, με λέξεις και ιδιωματικές εκφράσεις προσδίδει στο κείμενο αυθεντικότητα, προφορικότητα και έντονο πολιτισμικό αποτύπωμα, διασώζοντας ταυτόχρονα στοιχεία μιας ζωντανής συλλογικής μνήμης. Η συγγραφέας αξιοποιεί πλούσια εκφραστικά μέσα, ενώ οι λεπτομερείς, παραστατικές εικόνες μεταφέρουν τον αναγνώστη στον χώρο, στον χρόνο και στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Οι περιγραφές, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις και η εναλλαγή ανάμεσα στην απλή, καθημερινή αφήγηση και την ποιητική εκφραστικότητα προσδίδουν στο έργο ιδιαίτερη πυκνότητα, λυρικότητα και παραστατικότητα. 

Στα Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα. Ο χορός της ζωής, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη ανασυνθέτει, μέσα από τις ατομικές ιστορίες των ηρώων της, ένα σημαντικό κομμάτι της μεταπολεμικής ελληνικής εμπειρίας. Η πατριαρχική κοινωνία, η γυναικεία μοίρα, η μετανάστευση, η απώλεια και το τραύμα συνυφαίνονται με τη μνήμη και την εσωτερική ζωή των προσώπων. Το ατομικό συναντά το συλλογικό και η αφήγηση μετατρέπεται σε έναν τρόπο διάσωσης της ανθρώπινης εμπειρίας από τη λήθη. Ο «χορός της ζωής» δεν είναι ένας χορός χωρίς απώλειες και πληγές, αλλά η επίμονη προσπάθεια του ανθρώπου να συνεχίσει να κινείται, να θυμάται, να συνδέεται και να αναζητά, ακόμη και μέσα στις ρωγμές της ύπαρξης, το δικό του «φτερούγισμα», όπως γράφει η συγγραφέας

«[…] Ο χορός της ζωής θέλει μεράκι, απαντοχή και κουράγιο… Να νιώθεις το κάθε βήμα, τον κάθε πήδο, το κάθε τράνταγμα, να κρατάς γερά το χέρι του άλλου, για να σέρνεις τον χορό της ζωής με το χαμόγελο και να τον στεριώνεις με το δάκρυ, έτσι που η πατούσα σου να πατά σταθερά και να σε προετοιμάζει για το πέταγμα στην αντάρα», καθώς «Ένα χελιδόνι πέταξε μπροστά από το μουντό παράθυρο του θαλάμου, προαναγγέλλοντας την άνοιξη» (σ. 63).

Βιβλιογραφία

Freud, S. (2018). Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, Αθήνα, Πλέθρον.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση