Στο χωριό τούς φώναζαν «οι Φτερωτοί». Ήταν ξαδέλφια και είχαν το ίδιο όνομα: Φάνης. Ο μεγάλος είχε μόλις κλείσει τα δεκατέσσερα. Ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μαλλιά και θάρρος που άγγιζε την αλαζονεία. Στο πάνω χείλι του είχε φυτρώσει ένα σκούρο χνούδι· το αποκαλούσε μουστάκι και το φορούσε σαν παράσημο. Του άρεσε να κάνει τον αρχηγό και απαιτούσε από όλους υπακοή, κυρίως από τον μικρό του ξάδερφο. Ο άλλος Φάνης ήταν μόλις πέντε χρονών. Αδύνατος, πολύ μελαχρινός, ήσυχος και ευαίσθητος, με μεγάλα κιτρινοπράσινα μάτια που έμοιαζαν να βλέπουν πράγματα αόρατα για τους υπόλοιπους.
Εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Πάνω από το δάσος ο ουρανός έλιωνε μέσα στα κόκκινα, τα μαβιά και τα χρυσαφιά του δειλινού. Όσο όμως προχωρούσαν, οι πυκνές φυλλωσιές κατάπιναν το φως και το μονοπάτι βυθιζόταν σιγά σιγά στη σκιά. Δεν φυσούσε ούτε ανάσα. Κι όμως, τα ξερά φύλλα άρχισαν να τρέμουν νευρικά. Ένα επίμονο θρόισμα απλώθηκε γύρω τους. Από την κορυφή μιας γέρικης βελανιδιάς ακούστηκε τότε ένα μακρόσυρτο κρώξιμο. Ένα κατάμαυρο πουλί άνοιξε άτσαλα τα φτερά του και χάθηκε πάνω από τα δέντρα, αφήνοντας πίσω του μια ηχώ που πάγωσε το αίμα των παιδιών. Το θρόισμα κόπηκε απότομα. Τη θέση του πήρε ένας άλλος ήχος. Νταπ. Ντουπ. Νταπ. Ντουπ.
Ο μεγάλος Φάνης σήκωσε το χέρι.
Ο μικρός σταμάτησε.
Γύρισαν αργά.
Μέσα στο ημίφως στέκονταν τέσσερα ζευγάρια παλιές στρατιωτικές αρβύλες.
Άδειες.
Δεν υπήρχαν πόδια. Δεν υπήρχαν σώματα.
Μόνο οι αρβύλες.
Τα μακριά, ξεφτισμένα μαύρα κορδόνια τους ήταν μπλεγμένα με αγκαθωτούς «κλέφτες» και σέρνονταν πάνω στο χώμα σαν φίδια που έψαχναν ζεστή σάρκα. Από μέσα τους έβγαινε ένας λεπτός συρισμός που έκανε το στομάχι να σφίγγεται.
«Φάνη… τρέχα!»
Έτρεξαν.
Πίσω τους ο ρυθμός δυνάμωνε.
Νταπ-ντουπ. Νταπ-ντουπ. Νταπ-ντουπ.
Ξαφνικά ακούστηκε ένα ξερό κλακ.
Η σαγιονάρα του μικρού κόπηκε.
Το παιδί σωριάστηκε στα γόνατα.
Πριν προλάβει να σηκωθεί, ένα μαύρο κορδόνι πετάχτηκε μπροστά, τυλίχτηκε γύρω από τον αστράγαλό του και οι αγκαθωτοί «κλέφτες» βυθίστηκαν στο δέρμα του.
Τα κιτρινοπράσινα μάτια του γέμισαν τρόμο.
Ο μεγάλος Φάνης γύρισε πίσω χωρίς δεύτερη σκέψη.
Άρπαξε το αγκαθωτό κορδόνι με γυμνά χέρια.
Τα αγκάθια μάτωσαν τις παλάμες του, όμως εκείνος τράβηξε με όλη του τη δύναμη ώσπου ακούστηκε ένα ξερό, αφύσικο κρακ.
«Άφησέ τες! Πάμε!»
Οι σαγιονάρες έμειναν πίσω.
Ο μεγάλος πέταξε και τις δικές του, άρπαξε τον μικρό στην αγκαλιά και άρχισε να τρέχει ξυπόλητος.
Πέτρες, κλαδιά και «κλέφτες» κάρφωναν τις πατούσες του, όμως δεν σταμάτησε ούτε στιγμή.
Πίσω τους οι άδειες αρβύλες ποδοπατούσαν μανιασμένα το εγκαταλειμμένο πλαστικό.
Με ένα τελευταίο άλμα βγήκαν στο ξέφωτο.
Στάθηκαν σκυφτοί, λαχανιασμένοι.
Γύρισαν αργά να κοιτάξουν.
Το μονοπάτι ήταν άδειο.
Οι αρβύλες είχαν χαθεί μέσα στη σκιά.
Μα μαζί τους είχε χαθεί και η λαλιά των παιδιών.
Όταν έφτασαν στο σπίτι, οι δύο γιαγιάδες πετάχτηκαν όρθιες.
Τα παιδιά ήταν κάτασπρα. Τα πόδια τους γυμνά, γεμάτα λάσπες, αίματα και αγκαθωτούς «κλέφτες». Ο μεγάλος Φάνης στεκόταν ασάλευτος, με το χνούδι στο πάνω χείλι να τρέμει. Ο μικρός είχε τα κιτρινοπράσινα μάτια του ορθάνοιχτα, καρφωμένα στο κενό.
Καμία λέξη δεν έβγαινε από το στόμα τους. Οι γερόντισσες αντάλλαξαν ένα βλέμμα και δεν ρώτησαν τίποτα. Η μία άναψε το θυμιατό. Έριξε καρβουνάκι, ύστερα λιβάνι, κι ένας γκρίζος, ευωδιαστός καπνός άρχισε να τυλίγει το δωμάτιο. Σταύρωσε τρεις φορές τα παιδιά, ψιθυρίζοντας λόγια τόσο παλιά που έμοιαζαν περισσότερο με προσευχή παρά με ανθρώπινη λαλιά.
Η άλλη γονάτισε μπροστά τους και άρχισε να αφαιρεί έναν έναν τους «κλέφτες» από τις πληγές τους.
Κάθε φορά που ένας αγκαθωτός σπόρος έπεφτε πάνω στο πυρωμένο κάρβουνο, ακουγόταν ένα μικρό τσικ.
Σαν κάτι να καιγόταν ζωντανό.
Μια βαριά μυρωδιά καμένου χώματος ανακατεύτηκε με το λιβάνι και γέμισε το σπίτι.
Οι δύο Φάνηδες έτρεμαν, όμως παρέμεναν βουβοί.
Μόνο όταν χάραξε και η πρώτη αχτίδα του ήλιου πέρασε το παράθυρο, ένιωσαν τον κόμπο να λύνεται.
Η φωνή τους γύρισε ξαφνικά.
Τα είπαν όλα.
Το μαύρο πουλί.
Το νταπ-ντουπ μέσα στο σκοτάδι.
Τις άδειες αρβύλες.
Τα κορδόνια που σέρνονταν σαν φίδια.
Και τον τρόμο που τους ακολουθούσε μέχρι το ξέφωτο.
Οι γιαγιάδες δεν μίλησαν.
Κοιτάχτηκαν μόνο για μια στιγμή.
Οι άντρες του χωριού έσφιξαν τα σαγόνια τους και οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν.
Κανείς δεν γέλασε.
Κανείς δεν είπε πως ήταν παιδική φαντασία.
Από εκείνη τη μέρα, μόλις έσβηναν τα μαβιά χρώματα του ουρανού, το μονοπάτι άδειαζε.
Γιατί όλοι ήξεραν πως, όταν πέφτει το σκοτάδι, στο στοιχειωμένο δάσος ακούγεται ακόμη ένας βαρύς, γνώριμος ρυθμός.
Νταπ. Ντουπ. Νταπ. Ντουπ.
Η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη διοίκηση σχολικών μονάδων από το Πανεπιστήμιο Roma Tre και β) στις επιστήμες της αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση) από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας. Έχει διδάξει στα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων τα μαθήματα: δημιουργική γραφή, λαογραφία και λαϊκός πολιτισμός, τοπική ιστορία, βιβλία- βιβλιοθήκες. Έχει λάβει μέρος, ως εισηγήτρια σε επιμορφωτικές ημερίδες και συνέδρια καθώς και ως εμψυχώτρια σε βιωματικά εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους. To 2019 εξέδωσε μια κριτική μελέτη έργων του Γιώργου Παναγιωτίδη με τίτλο Ο διερωτών των αοράτων οδών, Γραφομηχανή. (Πηγή: “Εκδόσεις Λεξίτυπον”, 2023)
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
