11 Αυγούστου 2026
[Νίκη Μισαηλίδη, Το αντικειμενικό τυχαίο και οι συμβολισμοί του ασυνείδητου στο έργο του Ε. Χ. Γονατά, εκδόσεις Υψικάμινος, 2026]
Του Κωνσταντίνου Λίχνου
Η ιχνηλάτηση του πεζογραφικού σύμπαντος του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά αποτελεί ένα τόλμημα υψηλής αισθητικής και θεωρητικής απαιτητικότητας για τη φιλολογική έρευνα. Πρόκειται για έναν δημιουργό που ισορροπεί σε μια απροσδιόριστη μεθόριο, εκεί όπου η ποιητική πύκνωση και ο λυρισμός συναντούν την πεζογραφική ανάπτυξη και τη μικρή φόρμα. Κινούμενος σε έναν χώρο ρευστό, ανάμεσα στον ρεαλισμό και το όνειρο, ο Γονατάς συνέθεσε ένα συγγραφικό έργο βαθιά προσωπικό, το οποίο ανθίσταται στις μονοσήμαντες φιλολογικές κατηγοριοποιήσεις και στις άκαμπτες ειδολογικές κατατάξεις. Απέναντι σε αυτό το μεταιχμιακό και αταξινόμητο υλικό, η μονογραφία της Νίκης Μισαηλίδη, «Το αντικειμενικό τυχαίο και οι συμβολισμοί του ασυνείδητου στο έργο του Ε. Χ. Γονατά» (Εκδ. Υψικάμινος), έρχεται να προσφέρει μια ξεκάθαρη διαδρομή ανάγνωσης και μια άρτια ερμηνευτική πρόταση.
Η Μισαηλίδη προσεγγίζει τα κείμενα ως αυτόνομα σύμπαντα, απελευθερωμένα από το άχθος των βιογραφικών ή ιστορικών συνδηλώσεων. Εντούτοις, δεν εγκλωβίζεται σε φορμαλιστική στειρότητα· αντίθετα, αντλεί ζωτικό θεωρητικό οξυγόνο γεφυρώνοντας την υπερρεαλιστική θεωρία, όπως αυτή θεμελιώθηκε από τον Αντρέ Μπρετόν, με το βάθος της αναλυτικής ψυχολογίας του Καρλ Γιουνγκ και του Σίγκμουντ Φρόιντ. Μέσα από αυτό το σύνθετο πρίσμα, ανατέμνει την έννοια του «αντικειμενικού τυχαίου», της απρόσμενης εκείνης ρωγμής στη ροή της καθημερινότητας, η οποία διαρρηγνύει βίαια την επιφανειακή λογική, επιτρέποντας στην υπερπραγματικότητα να αναβλύσει στο προσκήνιο. Η συγγραφέας καταδεικνύει ότι η τεχνική αυτή, μακριά από το να αποτελεί ένα απλό αφηγηματικό τέχνασμα ή ένα παιγνιώδες πυροτέχνημα εντυπωσιασμού, συνιστά στο έργο του Γονατά μια βαθιά ψυχογραφική συνθήκη, η οποία φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις πιο μύχιες πτυχές της ύπαρξής του.
Παράλληλα, φωτίζεται η ιδιαιτερότητα του Γονατά, τόσο απέναντι στη γαλλική πρωτοπορία όσο και στους γηγενείς συνοδοιπόρους του (όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Νίκος Εγγονόπουλος). Ενώ οι Γάλλοι υπερρεαλιστές υπέτασσαν το αντικειμενικό τυχαίο στην περιπλάνηση εντός του πυκνού αστικού τοπίου, ο Γονατάς διευρύνει το χωροχρονικό του σκηνικό. Οι ήρωές του εκτοπίζονται από το άστυ και ωθούνται σε δάση, ερημικές ακρογιαλιές, απομονωμένα χωριά ή περίκλειστα, ονειρικά ξενοδοχεία· αυτή η πορεία προς τα έξω μετατρέπεται τελικά σε μια πορεία προς τα έσω. Ο συγγραφέας, ενορχηστρώνοντας τις περιπλανήσεις αυτές συχνά υπό την κυριαρχία της νύχτας (όταν οι άμυνες της λογικής καταστέλλονται και οι αισθήσεις οξύνονται), μετατρέπει τη γεωγραφική μετατόπιση σε μια οδυνηρή, πλην όμως αναγκαία, εσωτερική καταβύθιση.
Αυτή η εσωτερική διαδρομή κορυφώνεται μέσα από τις απρόσμενες συναντήσεις των ηρώων, ένα επιπλέον μοτίβο που εξετάζει διεξοδικά η μονογραφία. Προκειμένου να αναδείξει την πρωτοτυπία του Γονατά, η συγγραφέας προχωρά σε μια καίρια σύγκριση. Όπως εξηγεί, στον γαλλικό υπερρεαλισμό του Μπρετόν, το στοιχείο της απροσδόκητης συνάντησης ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με την εξιδανικευμένη «γυναίκα-αποκάλυψη» (όπως στο εμβληματικό έργο Νάντια). Ο Γονατάς, ωστόσο, αποφεύγει αυτό το στερεότυπο και υποκαθιστά το ερωτικό αντικείμενο με συναντήσεις βαθιά ανοίκειες. Οι ήρωές του έρχονται αντιμέτωποι με γηραιές, αινιγματικές γυναίκες, παράδοξα όντα ή ζώα υπερφυσικών διαστάσεων (όπως στη μικροαφήγηση «Η Άρκτος»). Η δύναμη της γραφής του έγκειται στο ότι αυτά τα εξωφρενικά συμβάντα περιγράφονται με σχολαστική ψυχραιμία. Το θαυμαστό εισβάλλει στον ρεαλιστικό ιστό δίχως να θρυμματίζει την αφηγηματική συνοχή· προκαλεί, ωστόσο, στον αναγνώστη μια ακαριαία απορρύθμιση των γνωστικών του βεβαιοτήτων.
Παράλληλα, κομβικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση προς το παράδοξο διαδραματίζουν η καταθλιπτική ανία και η απόλυτη απομόνωση. Η Μισαηλίδη επισημαίνει ότι η μοναξιά στο έργο του Γονατά δεν αποτελεί απλώς μια κατάσταση διαβρωτική. Αντιθέτως, η σιωπή και η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου λειτουργούν ως απαραίτητος καταλύτης. Μόνο όταν ο εξωτερικός θόρυβος σιγάσει πλήρως, το υποκείμενο καθίσταται ικανό να στρέψει το βλέμμα του προς τα έσω, να αφυπνίσει τη φαντασία του και να γίνει κοινωνός του εξωπραγματικού. Είναι η στιγμή όπου η αποξένωση μεταβολίζεται σε ενόραση, επιτρέποντας στον ήρωα να ανακαλύψει το απρόσμενο μέσα στις πιο τετριμμένες ρωγμές της πραγματικότητας.
Αυτή η ριζική αποξένωση διαμορφώνει το πρόσφορο έδαφος για να εκφραστούν οι λανθάνουσες επιθυμίες των ηρώων, οι οποίες αναδύονται από τα βάθη του ασυνειδήτου και υλοποιούνται με μορφές απρόβλεπτες. Καθημερινά, χρηστικά αντικείμενα αποκτούν ξαφνικά υπερβατικές, μαγικές ιδιότητες, μετατρεπόμενα σε ψυχαναλυτικά σύμβολα που σαρκώνουν ανεκπλήρωτους πόθους, παιδικά τραύματα ή την αρχέγονη νοσταλγία της φυγής (όπως συμβαίνει με τα μαγικά υποδήματα στο διήγημα «Τα Πέδιλα» ή το ασημένιο κουταλάκι στη «Συκιά»). Όπως υπογραμμίζει η συγγραφέας: «Η διάσπαση της λογικής των ηρώων, που προκαλείται κατά τη διάρκεια της άσκοπης και αμεθόδευτης περιπλάνησής τους, από τις απροσδόκητες συναντήσεις τους με ασυνήθιστα πρόσωπα, την ανία και τη μοναξιά, και τις λανθάνουσες επιθυμίες, συντελεί στην ανάδυση του συλλογικού ασυνείδητου». Κάθε αντικείμενο και κάθε χώρος, λοιπόν, αποτελεί έναν μυστικό κώδικα που καλεί τον αναγνώστη να τον αποκρυπτογραφήσει.
Προχωρώντας σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο, η μελέτη αγγίζει τον οντολογικό πυρήνα του έργου του Γονατά, το αρχέτυπο του προδημιουργικού χάους. Οι σκοτεινοί και κλειστοί χώροι (οι κρύπτες, τα υπόγεια, οι σοφίτες, τα σπήλαια) κυριαρχούν στις αφηγήσεις του ως σύμβολα μιας χαοτικής μήτρας. Εκεί κατοικούν αλλόκοτα πλάσματα, τερατώδεις συνθέσεις και συγκεχυμένες μορφές, οι οποίες ωστόσο δεν λειτουργούν ως απλά στοιχεία τρόμου, αλλά υπενθυμίζουν την πηγή της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η τέχνη, στο σύμπαν του Γονατά, αναδύεται από αυτή την πάλη με το άμορφο, λειτουργώντας ως δύναμη λυτρωτική και μεταμορφωτική. Μέσα από αυτό το σκοτάδι πηγάζει μια αλλόκοτη ομορφιά, μια διαπίστωση που η Μισαηλίδη συμπυκνώνει εύστοχα, σημειώνοντας: «Ο Ε. Χ. Γονατάς κατορθώνει με το έργο του τη σύζευξη δυο αντιθετικών όψεων του κόσμου: οι εφιάλτες, τα βάραθρα και οι κρύπτες από τη μια αναδύουν την ορμή του υλικού κόσμου και από την άλλη τη χαρά της ζωής και τη δύναμη της δημιουργικής Τέχνης».
Η μονογραφία της Μισαηλίδη υπερβαίνει την απλή γραμματολογική καταγραφή και προσφέρει στα νεοελληνικά γράμματα μια ουσιαστική δοκιμιακή κατάθεση. Αποφεύγοντας τον κίνδυνο να καταπλακώσει τον λογοτεχνικό λόγο κάτω από το βάρος της θεωρίας, η συγγραφέας πετυχαίνει να αναδείξει τη φιλοσοφική διάσταση του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά. Σε μια εποχή όπου ο κριτικός λόγος συχνά εξαντλείται σε περιγραφικές ρηχότητες, το βιβλίο της λειτουργεί ως υπόδειγμα επαρκούς ανάγνωσης, υπενθυμίζοντάς μας ότι τα κείμενα του Γονατά δεν αποτελούν απλές ασκήσεις ύφους, αλλά καταδύσεις στο άγνωστο της ανθρώπινης συνθήκης.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
