Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Συνέντευξη στην Τζίνα Καρβουνάκη
Ο Γιάννης Μαυριτσάκης φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, αλλά σύντομα στράφηκε στο θέατρο και αργότερα αποκλειστικά στη συγγραφή θεατρικών έργων. Το 2017 επικεντρώθηκε στην πεζογραφία και έχει εκδώσει από τότε δύο μυθιστορήματα: Σακραμέντο (2020), Χαρράν (2022).
Τα θεατρικά του έργα έχουν παρασταθεί στο Εθνικό Θέατρο (Wolfgang, Vitrioli), στο Φεστιβάλ Αθηνών (Κωλοδουλειά, Μετατόπιση προς το ερυθρό), στο Φεστιβάλ Επιδαύρου (Κρεουργία), σε σκηνές και φεστιβάλ της Ευρώπης.
Το 2013, το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας του απένειμε τη διάκριση Chevalier de l ’Ordre des Arts et des Lettres. Συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του Routledge, Contemporary European Playwrights (2020), ανάμεσα στους Elfriede Jelinek, Peter Handke, Lars Noren, Sarah Kane, Jon Fosse, Mark Ravenhill, Yasmina Reza, Vasilii Sigarev, Marius von Mayenburg και άλλους, σ’ ένα βιβλίο που «παρουσιάζει σειρά σημαντικών συγγραφέων που έχουν αναδιαμορφώσει ριζικά το θέατρο, βρίσκοντας νέους τρόπους έκφρασης της μεταβαλλόμενης φύσης της κοινωνίας και του πολιτισμού της Ευρώπης». Μιλήσαμε μαζί του για το θέατρο και τη γραφή, με αφορμή το θεατρικό του έργο GRAUTS, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026.
Η πορεία σας στον χώρο του θεάτρου ξεκινά από την υποκριτική πριν περάσετε στη συγγραφή. Πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η μετάβαση από το σώμα του ηθοποιού στη μοναχικότητα της γραφής; Υπήρξε μια στιγμή όπου αισθανθήκατε ότι δεν αρκούσε πλέον να κατοικείτε τις λέξεις των άλλων αλλά χρειαζόταν να δημιουργήσετε έναν δικό σας κόσμο;
Ποτέ δεν ήμουν άνετος με τη σκηνική έκθεση. Η εμπειρία που είχα αποκτήσει με βοηθούσε να διαχειρίζομαι το στρες της παράστασης αλλά όχι να το εξαφανίσω. Ήξερα ότι το τραπέζι και ο υπολογιστής ήταν το φυσικό μου περιβάλλον, και τώρα, μέσα από τη σκηνοθεσία, ανακαλύπτω μια καινούργια περιοχή, μια περιοχή όπου μπορούν να συνυπάρχουν η μοναχικότητα του δημιουργού με την ένταση και την υπερδιέγερση της σκηνικής διαδικασίας.
Πιστεύετε ότι η εμπειρία σας ως ηθοποιού εξακολουθεί να είναι παρούσα στον τρόπο με τον οποίο γράφετε; Όταν δημιουργείτε έναν χαρακτήρα, τον προσεγγίζετε πρώτα μέσα από τη γλώσσα ή μέσα από τη σωματική του παρουσία, τη φωνή και τη σκηνική του αναπνοή;
Τα πρόσωπα έρχονται σε μένα καλυμμένα από μια ομίχλη, αποκαλύπτονται σιγά σιγά, με όλους τους τρόπους, κυρίως μέσα από τα όνειρα. Πριν, πάντως, δοθούν σε άλλους για ερμηνεία, πρέπει να δοκιμαστούν πρώτα από μένα ως ηθοποιό, λειτουργώ κάπως ως λυδία λίθος των προσώπων μου. Αν δεν μπορώ εγώ να τα υποδυθώ, τότε κανείς δεν θα μπορέσει.
Η γραφή σας χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη αίσθηση ρυθμού, έντασης και σωματικότητας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ηθοποιός που υπήρξατε συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον συγγραφέα, καθορίζοντας ακόμη και σήμερα τη σχέση σας με τη σκηνική λέξη;
Ναι, αναπόφευκτα. Όλα περνάνε πρώτα μέσα από τη φανταστική μου σκηνή πριν βρουν τη θέση τους στο κείμενο.
Αν και το κοινό σάς γνωρίζει κυρίως μέσα από το θέατρο, έχετε ασχοληθεί και με τον πεζό λόγο. Τι σας προσφέρει η αφήγηση που δεν μπορεί να σας προσφέρει η θεατρική γραφή; Πρόκειται για έναν διαφορετικό δημιουργικό χώρο ή για μια άλλη έκφραση της ίδιας εσωτερικής αναζήτησης;
Ο πεζός λόγος μού εξασφαλίζει την πολυπόθητη αυτάρκεια. Όταν ξεκινώ να γράψω είμαι μόνος απέναντι στο κενό, το έργο ολοκληρώνεται χωρίς καμία παρέμβαση τρίτου. Αυτό είναι πολύτιμο, ανακουφιστικό, ειδικά μετά από τη θεατρική συνθήκη όπου η δουλειά σου εξαρτάται διαρκώς από τους άλλους. Eπίσης η μεγάλη φόρμα του μυθιστορήματος μού παρέχει ένα πεδίο συγκινήσεων που το θεατρικό κείμενο δεν μπορεί να μου προσφέρει. Όταν ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα αισθάνομαι σαν να έζησα μερικές επιπλέον ζωές, τις ζωές κάποιων άλλων, μέχρι τότε άγνωστων σε μένα.
Στο θέατρο η λέξη περιμένει να συναντήσει ένα σώμα, μια φωνή, την παρουσία ενός ηθοποιού και ενός θεατή. Στην πεζογραφία η σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη μοιάζει περισσότερο εσωτερική, σχεδόν μυστική. Πώς αλλάζει η σχέση σας με τη γλώσσα όταν περνάτε από τη σκηνή στη σελίδα;
Προϋπόθεση της θεατρικής γραφής είναι η προφορικότητα, όχι όμως με την έννοια της “φυσικότητας”. Ο θεατρικός λόγος πρέπει να έχει τη μορφή και την ενέργεια που θα τον ωθήσουν να ξεπεράσει τα όρια της σκηνής. Παλιά υπήρχε μια έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι του θεάτρου μεταξύ τους όταν ήθελαν να πουν για έναν ηθοποιό ότι δεν ήταν καλός· “αυτός δεν περνάει τη ράμπα” έλεγαν, εννοώντας ότι η υποκριτική του τέχνη δεν μπορούσε να τον φέρει κοντά στον θεατή, παρέμενε καθηλωμένος στα στενά όρια της σκηνής. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον θεατρικό λόγο, πρέπει να μπορεί να περάσει τη ράμπα. Από την άλλη, όπως πολύ σωστά λέτε, η γλώσσα της πεζογραφίας επιτελεί διαφορετικό έργο. Καταρχάς δεν είναι φτιαγμένη για να εκφωνείται αλλά για να διαβάζεται σιωπηλά. Και αυτή όμως πρέπει να μπορεί να περάσει τη δική της ράμπα, πρέπει να μπορεί να βγει από τα στενά πλαίσια της σελίδας. Θα έλεγα ότι η πεζογραφία έχει εμπλουτίσει τη θεατρική μου γραφή με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρώ απαραίτητα ώστε να υπάρχει το παραξένισμα που επιδιώκω, ενώ από την άλλη ο πεζός λόγος μου έχει εμπλουτιστεί από τη θεατρική εμπειρία, όχι με τον εύκολο τρόπο του ευθύ διαλόγου, αλλά με τον εσωτερικό ρυθμό και τη σωματικότητα, στοιχεία απαραίτητα για να εγκατασταθεί σχέση με τον αναγνώστη.
Είτε στα θεατρικά είτε στα πεζά σας κείμενα, συναντάμε συχνά ανθρώπους που βρίσκονται σε μια οριακή κατάσταση: μπροστά σε μια απώλεια, μια μετάβαση, μια ρήξη με αυτό που μέχρι τότε θεωρούσαν δεδομένο. Αναγνωρίζετε έναν υπόγειο διάλογο ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές της γραφής σας;
Η χαρά της δημιουργίας είναι να βρίσκω διαρκώς καινούργιους τρόπους έκφρασης των ίδιων πραγμάτων. Με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορείς να διατυπώσεις το ίδιο περιεχόμενο; Με άπειρους. Δεν εξαντλούνται. Και κάθε νέος τρόπος φωτίζει το περιεχόμενο από μιαν άλλη πλευρά.
Από τα πρώτα σας θεατρικά έργα μέχρι σήμερα, φαίνεται να επιστρέφετε σε στιγμές όπου η ανθρώπινη ταυτότητα αποσταθεροποιείται και ο άνθρωπος αναγκάζεται να αναμετρηθεί με μια νέα, άγνωστη πραγματικότητα. Είναι αυτή η περιοχή του «ενδιάμεσου», της μετάβασης, ο κατεξοχήν χώρος όπου γεννιέται για εσάς το θέατρο;
Το θέατρο για μένα είναι πάνω από όλα μια μαγική τελετή, το εννοώ αυτό, επιδιώκω πραγματικά να μεταβάλω την φυσική κατάσταση των θεατών, να τους προσφέρω τη δυνατότητα μιας μετατόπισης. Κάποιοι σκηνοθέτες που ανέβασαν έργα μου κατάφεραν να επιτύχουν σε πραγματικό χρόνο αυτή τη μετακίνηση, κάποιοι όχι. Είναι δύσκολο και απαιτητικό για όλους, ηθοποιούς και θεατές. Οι μεν πρέπει να είναι διατεθειμένοι να αφήσουν στην άκρη τις ευκολίες τους και οι δε να αφεθούν να γοητευτούν από κάτι που ενδεχομένως να μην καταλαβαίνουν. Από δω και μπρος έχω αποφασίσει να σκηνοθετώ μόνον εγώ τα έργα μου, τουλάχιστον στην πρώτη τους παρουσίαση.
Το GRAUTS, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026 (Πειραιώς 260, 6–7 Ιουνίου), μας μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου οι γνωστές βεβαιότητες μοιάζουν να έχουν καταρρεύσει και όπου οι άνθρωποι καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους. Ποια ήταν η πρώτη εικόνα, σκέψη ή ανάγκη από την οποία γεννήθηκε αυτό το έργο;
Σκέφτηκα έναν άντρα να συζητάει με μια γυναίκα. Η συζήτησή τους στην αρχή ήταν σε επίπεδο ανθρώπινο. Λίγο αργότερα η γυναίκα μετατράπηκε σε σκοτεινή θύελλα. Εγκαταστάθηκε πάνω από το κεφάλι του άντρα και τον κατάπιε. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα.
Ο ίδιος ο τίτλος GRAUTS μοιάζει με έναν ήχο πριν γίνει λέξη, σαν μια μορφή έκφρασης που βρίσκεται πριν ή πέρα από την οργανωμένη γλώσσα. Στα έργα σας η γλώσσα συχνά αποκαλύπτει αλλά και προδίδει την αδυναμία της επικοινωνίας. Πιστεύετε ότι το θέατρο αρχίζει ακριβώς εκεί όπου οι λέξεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς;
Το θέατρο χωρίς λόγο παραμένει μισό. Ο λόγος πρέπει να δώσει τη μάχη του, ακόμη και αν στο τέλος αποδειχθεί ανεπαρκής.
Στο έργο σας το σώμα έχει συχνά μια καθοριστική παρουσία: σώματα που μεταμορφώνονται, αντιστέκονται, κουβαλούν μνήμες, τραύματα και επιθυμίες. Είναι τελικά το σώμα ένας πιο ειλικρινής φορέας αλήθειας από τον λόγο;
Το σώμα είναι όλα. Ο λόγος είναι κι αυτός έκφραση του σώματος. Η πιο σύνθετη, η πιο εξελιγμένη έκφρασή του.
Ζούμε σε μια εποχή υπερπληροφόρησης και συνεχούς επικοινωνίας, όπου όμως η ουσιαστική ανθρώπινη επαφή συχνά μοιάζει πιο δύσκολη από ποτέ. Ποια μπορεί να είναι σήμερα η αποστολή του θεάτρου ως χώρου ζωντανής παρουσίας και συνάντησης;
Σίγουρα υπάρχει αυτή η διάσταση ―το θέατρο ως κοινωνικό event―, όμως για να είμαι ειλικρινής αυτή η διάσταση με ενδιαφέρει λιγότερο από όλες. Η συγκέντρωση του κόσμου είναι απαραίτητη όχι τόσο για την επαφή και τη συνάντηση, όσο για τη δημιουργία ενός είδους μετασχηματιστή που θα συλλέξει τον ηλεκτρισμό της παράστασης και θα τον μεταφέρει σε μεγάλες αποστάσεις.
Από την πρώτη σας εμφάνιση ως συγγραφέας μέχρι σήμερα, τα έργα σας έχουν αποκτήσει μια σημαντική διεθνή παρουσία, ενώ η συμπερίληψή σας στον τόμο Routledge Contemporary European Playwrights σάς τοποθετεί μέσα σε έναν ευρύτερο χάρτη της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Τι σημαίνει για έναν δημιουργό που γράφει σε μια γλώσσα λιγότερο διαδεδομένη διεθνώς, όπως η ελληνική, να βλέπει το έργο του να συνομιλεί με άλλες σημαντικές φωνές του ευρωπαϊκού θεάτρου;
Είναι απελευθερωτικό. Ως φυσική οντότητα δεν αγαπώ πολύ τα ταξίδια, είναι ωραίο που μπορώ να ταξιδεύω νοερά.
Το GRAUTS έχει ήδη περάσει τα σύνορα της ελληνικής γλώσσας μέσα από την αγγλική του μετάφραση, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Νεφέλη. Πώς βιώνετε τη μετάφραση ενός θεατρικού έργου; Είναι μια δεύτερη γέννηση του κειμένου;
Νομίζω ότι το σημαντικότερο που συμβαίνει με τη μετάφραση ενός έργου είναι ότι το κείμενο εμβαπτίζεται εκ νέου μέσα στον πολιτισμό της γλώσσας στην οποία μεταφράζεται. Αποκτάει νέες διαστάσεις, όχι μόνο επειδή αλλάζουν οι λέξεις, αλλά επειδή μεταβάλλεται δραστικά το περιβάλλον και ο τρόπος πρόσληψής του.
Η ιταλική θεατρική παράδοση έχει διερευνήσει βαθιά τα όρια ανάμεσα στην ταυτότητα, τον ρόλο και την ανθρώπινη αλήθεια, από τον Pirandello μέχρι τη σύγχρονη δραματουργία. Υπάρχουν συγγραφείς ή καλλιτεχνικές φωνές με τις οποίες αισθάνεστε έναν ιδιαίτερο διάλογο;
Ο Πιραντέλλο είναι από τους αγαπημένους μου θεατρικούς συγγραφείς. Η λεπτοφυής ειρωνία, η μελαγχολική απόσταση, το πνεύμα και η ατμόσφαιρά του με γοητεύουν. Οι μεγάλοι Ιταλοί κινηματογραφιστές με έχουν σφραγίσει: ο Βισκόντι, ο Παζολίνι, ο Μπερτολούτσι, οι Ταβιάνι.
Κοιτάζοντας σήμερα τη διαδρομή σας από την υποκριτική στη θεατρική και πεζογραφική γραφή, υπάρχει ένα ερώτημα που εξακολουθεί να επιστρέφει σε κάθε νέο έργο, σαν ένας αόρατος άξονας που ενώνει όλη την πορεία σας;
Γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
