19 Αυγούστου 2026
[Γιώργος Γάββαρης, Ακούω ήχους να θερίζουν, επιμ. Φωτεινή Βασιλοπούλου, εκδόσεις ΑΩ, 2022]
Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Η ποιητική συλλογή Ακούω ήχους να θερίζουν του Γιώργου Γάββαρη (εκδ. ΑΩ, 2022, ISBN: 978-618-5675-26-4. Επιμέλεια έκδοσης: Φωτεινή Βασιλοπούλου) αποτελεί μια ώριμη και βαθιά ανθρωποκεντρική κατάθεση, όπου η μνήμη, ο χρόνος, η απώλεια και η αναζήτηση νοήματος συνυφαίνονται σε ένα ενιαίο ποιητικό σύμπαν. Ο ποιητής ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη συλλογική εμπειρία, μετατρέποντας τη νοσταλγία, την ιστορική μνήμη και τον υπαρξιακό στοχασμό σε μια ποίηση χαμηλόφωνη αλλά εξαιρετικά διεισδυτική.
Το εξώφυλλο, έργο του Γιάννη Στεφανάκι, λειτουργεί ως ιδανικό προοίμιο της συλλογής. Οι σκοτεινοί πύργοι, η μοναχική ανθρώπινη μορφή και η δραματική αντίθεση φωτός και σκιάς συνθέτουν ένα μεταφυσικό τοπίο, όπου η εγκατάλειψη, η ιστορία και η ελπίδα συνυπάρχουν. Πρόκειται περισσότερο για μια εσωτερική τοπογραφία της ψυχής παρά για μια ρεαλιστική απεικόνιση, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για την ατμόσφαιρα που θα ακολουθήσει.
Εξίσου εύγλωττος είναι και ο τίτλος της συλλογής. Το Ακούω ήχους να θερίζουν αποτελεί ένα εύστοχο ποιητικό οξύμωρο. Οι ήχοι αποκτούν υλική υπόσταση και μετατρέπονται σε δύναμη που τραυματίζει, αφυπνίζει και αναγεννά. Δεν πρόκειται μόνο για τους ήχους της καθημερινότητας, αλλά για τις φωνές της ιστορίας, της προσφυγιάς, της μνήμης, της συνείδησης και της προσωπικής εμπειρίας, οι οποίες θερίζουν τις βεβαιότητες του ανθρώπου και τον οδηγούν στη δημιουργία.
Η συλλογή αποτελείται από τριάντα οκτώ ελευθερόστιχα ποιήματα. Η διάταξή τους δεν ακολουθεί αφηγηματική εξέλιξη, αλλά οργανώνεται θεματικά, μέσα από μια διαρκή συνομιλία συμβόλων, εικόνων και επαναλαμβανόμενων μοτίβων: το ταξίδι, το σπίτι, η θάλασσα, η έρημος, η μνήμη, το φως και η σιωπή. Έτσι, τα ποιήματα λειτουργούν ως αυτόνομα επεισόδια μιας ενιαίας ποιητικής διαδρομής. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς επιτρέπει στον/στην αναγνώστη/-στρια να προσεγγίσει κάθε ποίημα ως αυτόνομο σύμπαν, χωρίς να χάνεται η αίσθηση της οργανικής ενότητας της συλλογής.
Κεντρικός άξονας της συλλογής είναι ο χρόνος και η φθορά. Η παιδική ηλικία ανακαλείται ως τόπος αθωότητας και εσωτερικής πληρότητας, που αντιπαρατίθεται στο παρόν της μοναξιάς και της αποξένωσης. Στην «Άνοιξη στη Σπάρτη» (σ.11), το χάρτινο καραβάκι των παιδικών χρόνων μεταμορφώνεται σε ποιητική πράξη: «βγάζει μια χάρτινη βαρκούλα / απ’ την τσέπη / λέξεις». Οι λέξεις γίνονται το μοναδικό μέσο συνέχισης του ταξιδιού της ζωής.
Παράλληλα, ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως απόλυτο τέλος αλλά ως μια διαρκής παρουσία. Οι νεκροί επιστρέφουν μέσα από τη μνήμη, συνομιλούν με τους ζωντανούς και κατοικούν στον εσωτερικό τους κόσμο. Στο συγκλονιστικό ποίημα «Απορία» (σ.36), ο ποιητής συμπυκνώνει την απώλεια σε έναν μόνο στίχο: «Πέθανες πρώτη εσύ ή το σπίτι;». Το σπίτι και η μητέρα αποκτούν κοινή μοίρα, καθώς μετατρέπονται σε σύμβολα ενός κόσμου που έχει οριστικά χαθεί.
Ιδιαίτερα έντονη είναι και η κοινωνική διάσταση της ποίησης του Γάββαρη. Στη «Νηνεμία» (σ.12), στην «Ανατολή» (σ.19) και στο «Καρέ Φιξ» (σ.21), η προσφυγιά, ο πόλεμος, η αδικία και ο ξεριζωμός αποδίδονται με εικόνες μεγάλης δύναμης. Τα «σπίτια κουφάρια», οι άνθρωποι που «δε διάλεξαν το ταξίδι» και τα «αργοσαπισμένα σκαριά» μετατρέπονται σε σύμβολα μιας κοινωνίας εγκλωβισμένης στην ακινησία και την αναμονή. Η αναφορά στην Ιφιγένεια στη «Νηνεμία» υποδηλώνει ότι κάθε ιστορική αναγέννηση προϋποθέτει μια θυσία: «Μονάχη σωτηρία να εφεύρουν μια Ιφιγένεια/ μία λεπτομέρεια, έναν σκοπό/ να τους τραβήξει λίγο παρακάτω».
Παρά τη διάχυτη αίσθηση απώλειας, η συλλογή δεν στερείται φωτεινών στιγμών. Στα ποιήματα «Μαρία» (σ. 34) και «Πολυτίμη» (σ. 35), η παιδική μορφή αναδεικνύεται σε φορέα ελπίδας, τρυφερότητας και συνέχειας της ζωής: «Ήρθες αχτίδα τ’ ουρανού / τα μάτια σου με ζεσταίνουν, μ’ αγαπούν./ Έμαθες τις λέξεις, παίζεις τις λέξεις / Χρυσάνθεμο, τις λέξεις μού μαθαίνεις» (σ. 34), αλλά και: «…Και σου ᾿μαθα, μικρή μου, / στέρεα ν’ ακροπερπατείς. / Με εικόνες να πετάς που / μοιάζουν παραμύθι. // Και μου ᾿μαθες, μικρή μου, / ν’ ακροβατώ / στους ουρανούς με πέδιλα αγάπης» (σ. 35). Αντίθετα, στα ποιήματα «Μαρτύριο» (σ. 40) και «Στο στόμα» (σ. 42), ο έρωτας αποκτά σχεδόν υπαρξιακές διαστάσεις, ισορροπώντας ανάμεσα στη σωτηρία και στην οδύνη: «…όταν πατάς τον ύπνο μου / ν’ ακούω το θρόισμά του / κι όταν γλιστράς σε άλλα όνειρα / σαν φίδι / ν’ αφήνεις το πουκάμισο / μαρτύριο» (σ.40), καθώς και: «Κι όταν ξεδιάντροπα φιλάς μπροστά μου / γίνομαι τάφος του τάφου μου…» (σ. 42).
Η γλώσσα του Γιώργου Γάββαρη είναι λιτή, δημοτική και ανεπιτήδευτη, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά πυκνή σε σημασίες. Συνδυάζει καθημερινό λεξιλόγιο με λόγιες εκφράσεις, βιβλικούς υπαινιγμούς, μυθολογικές αναφορές και εκκλησιαστικό ιδίωμα, χωρίς ποτέ να γίνεται επιτηδευμένη. Συχνά, μέσα σε ένα κατά βάση βιωματικό πλαίσιο, παρεμβάλλονται υπερρεαλιστικές εικόνες, όπως στο ποίημα «Παραίσθηση» (σ. 24), όπου «Ένα καράβι μπήκε στο δωμάτιο/ το διέσχισε/ πέρασε τον τοίχο του σαλονιού/ και σβήστηκε στο γκρίζο πούσι…», αποκαλύπτοντας τη βαθύτερη λειτουργία της φαντασίας ως μηχανισμού υπέρβασης της πραγματικότητας. Η ποιητική οικονομία του Γάββαρη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γνωρίσματα της συλλογής, καθώς ακόμη και οι πιο υπερρεαλιστικές εικόνες υπηρετούν οργανικά το βίωμα και δεν λειτουργούν ως αυτοσκοπός.
Το ύφος χαρακτηρίζεται από ελεγειακή λιτότητα και στοχαστική ηρεμία. Ο ποιητής δεν υψώνει τη φωνή του ούτε καταφεύγει σε ρητορικές εξάρσεις. Προτιμά τον υπαινιγμό, τη σιωπή και την εσωτερική ένταση. Χαρακτηριστικός είναι ο αφοριστικός στίχος: «Όταν μπορείς να βλέπεις πάνω από τους ποταμούς… με μια βαθιά αίσθηση της μικρότητάς σου… τότε βλέπεις καλά» (σ. 27), όπου η φιλοσοφική διάσταση της ποίησής του συμπυκνώνεται με αξιοθαύμαστη οικονομία.
Σημαντικό στοιχείο της συλλογής αποτελεί η πλούσια συμβολική της γλώσσα. Το χάρτινο καράβι συμβολίζει την πορεία του ανθρώπου και την περιπέτεια της δημιουργίας, η έρημος λειτουργεί ως τόπος κάθαρσης και αυτογνωσίας, ενώ το σπίτι γίνεται φορέας της μνήμης και της ταυτότητας. Παράλληλα, η θάλασσα παραπέμπει στη ζωή, στην ιστορία και στη διαρκή μετακίνηση, ενώ το φως και τα χρώματα –το κόκκινο του αίματος, το γκρίζο της ομίχλης, η «μπλε ώρα»– αποκτούν έντονη ψυχολογική και υπαρξιακή σημασία. Ο συμβολισμός παραμένει πάντοτε διαυγής και λειτουργικός, χωρίς να οδηγείται σε ερμητικότητα, γεγονός που καθιστά την ποίηση του Γιώργου Γάββαρη προσιτή αλλά όχι απλοϊκή.
Ξεχωριστή μνεία αξίζει στον έντονο διακειμενικό χαρακτήρα της συλλογής. Ο Γιώργος Γάββαρης συνομιλεί δημιουργικά με την αρχαία ελληνική μυθολογία, την τραγωδία, τη Βίβλο, τη βυζαντινή παράδοση, αλλά και με ολόκληρη τη νεότερη ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Ο Όμηρος, ο Οδυσσέας, η Αντιγόνη, η Ιφιγένεια, ο Καβάφης, ο Λειβαδίτης, ο Εγγονόπουλος, ο Μπωντλαίρ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Πολ Βαλερύ και πολλοί ακόμη δημιουργοί δεν εμφανίζονται ως απλές αναφορές γνώσεων· ενσωματώνονται οργανικά στον ποιητικό λόγο, συγκροτώντας ένα ευρύ πολιτισμικό τοπίο όπου το προσωπικό βίωμα συναντά τη συλλογική μνήμη.
Τέλος, ιδιαίτερα προσεγμένη είναι και η αισθητική της έκδοσης, η οποία, σε συνδυασμό με την επιμέλεια της Φωτεινής Βασιλοπούλου, συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάδειξη του ποιητικού υλικού. Η λιτή τυπογραφία και ο άφθονος λευκός χώρος επιτρέπουν στους στίχους να αναπνεύσουν, ενώ το εικαστικό έργο του Γιάννη Στεφανάκι που συνοδεύει τη συλλογή διαθέτει κινηματογραφική δύναμη και παραμένει χαραγμένο στη μνήμη του/της αναγνώστη/-στριας.
Το Ακούω ήχους να θερίζουν δεν είναι απλώς μια ποιητική συλλογή. Είναι μια άσκηση μνήμης, μια κατάθεση ψυχής και μια διακριτική υπενθύμιση ότι η ποίηση εξακολουθεί να αποτελεί τον ασφαλέστερο τόπο καταφυγής για τον άνθρωπο. Ίσως, τελικά, ολόκληρη η διαδρομή του βιβλίου να συμπυκνώνεται στον τελευταίο στίχο του τελευταίου ποιήματος, «Άπαρση»: «Η ψυχή από χρόνια έχει σαλπάρει» (σ. 47). Έναν στίχο που λειτουργεί ως ποιητική σφραγίδα της συλλογής, αφήνοντας την αίσθηση μιας ψυχής που έχει ήδη αποδεσμευτεί από τα δεσμά του χρόνου και της ύλης, αναζητώντας τον δικό της ανοιχτό ορίζοντα.
Newsletter
BookSittin | βιβλία, τέχνες, ιδέες
