Από το σκοτάδι στο φως

[Κατερίνα Γιαννακοπούλου, Φωτεινά σκοτάδια, Ιωλκός, Αθήνα 2026]

Της Νίκης Μισαηλίδη

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Γιαννακοπούλου Φωτεινά σκοτάδια (Ιωλκός, 2026, ISBN 978-960-640-315-6) συμπυκνώνει εξαρχής τη βασική αντίφαση που διατρέχει την ανθρώπινη εμπειρία: το φως και το σκοτάδι δεν αποτελούν πάντοτε αντίπαλες δυνάμεις, καθώς το ένα μπορεί να γεννιέται μέσα από το άλλο. Στις σελίδες της συλλογής, το σκοτάδι δεν είναι μόνο ο τόπος της απουσίας, της διάψευσης και της εσωτερικής δοκιμασίας, αλλά γίνεται συγχρόνως ο χώρος μέσα στον οποίο αρχίζει να διακρίνεται η δυνατότητα μιας άλλης θέασης του εαυτού και της ζωής. Το φως δεν έρχεται για να ακυρώσει όσα προηγήθηκαν. Αναδύεται όταν το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται προς τις πληγές του, αναμετριέται με όσα το σημάδεψαν και επιχειρεί να ξαναβρεί τον δρόμο προς τον εαυτό του.

Η συλλογή οργανώνεται σε τρεις ενότητες, με τους τίτλους «Σκοτάδι», «Ημίφως» και «Φως», διαγράφοντας μια κλιμακωτή κίνηση από την εσωτερική ακινησία προς τη σταδιακή αποκατάσταση της επικοινωνίας με τον κόσμο και, τελικά, προς μια περισσότερο καταφατική στάση απέναντι στην ύπαρξη. Η μετάβαση δεν είναι απότομη ούτε αυτονόητη, καθώς ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως μεσολαβεί το ημίφως, μια ενδιάμεση περιοχή όπου η αβεβαιότητα εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η προοπτική της υπέρβασής της έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Οι τρεις ενότητες μπορούν, επομένως, να διαβαστούν ως διαδοχικές φάσεις μιας εσωτερικής διαδρομής, στην οποία η απώλεια, η ερωτική απογοήτευση και η αναμέτρηση με τον χρόνο συνυπάρχουν με την αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας.

Στην πρώτη ενότητα, «Σκοτάδι», κυριαρχεί η εμπειρία μιας σχέσης που έχει αφήσει πίσω της κενά, ερωτήματα και μια αίσθηση εσωτερικής αποδιοργάνωσης. Το ποιητικό υποκείμενο αναμετριέται με την απουσία του άλλου, με τη μνήμη και με τον χρόνο, ενώ η γλώσσα γίνεται ο χώρος στον οποίο δοκιμάζεται η δυνατότητα να εκφραστεί αυτό που δύσκολα αντέχεται.

Στο ποίημα «Κατάδυση στο μοβ» (σ. 11), η κατάδυση υποβάλλει την κίνηση προς ένα βαθύτερο επίπεδο της συνείδησης, εκεί όπου τα συναισθήματα δεν είναι ακόμη αποσαφηνισμένα. Το μοβ, χρώμα που μπορεί να συνδεθεί με τη μελαγχολία, συνομιλεί με την εικόνα της βύθισης, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για μια πορεία που δεν θα κινηθεί εξαρχής προς την ανακούφιση. Η ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία και η επιλογή των δίστιχων προσδίδουν ρυθμική συνοχή στην ποιητική έκφραση, ενώ η αναφορά στη σκοτεινιά και στις «βουτιές στην ποίηση» επιτρέπει να διαβαστεί η ίδια η γραφή ως τρόπος προσέγγισης ενός εσωτερικού βάθους.

Στην «Ομοιότητα» (σ. 12), ο χρόνος εμφανίζεται με μια σχεδόν επιθετική δυναμική: «Μπαίνει ο χρόνος τόσο βίαια. Πώς να τον πας / κόντρα;». Η προσωποποίηση του χρόνου τον μετατρέπει σε δύναμη που εισβάλλει στην ανθρώπινη εμπειρία, διαταράσσοντας τις ισορροπίες της. Το ερώτημα εκφράζει την αμηχανία του υποκειμένου απέναντι σε ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει. Ο χρόνος δεν αποτελεί εδώ ουδέτερη διάσταση της ζωής, αλλά παράγοντα που επιβάλλει αλλαγές και αναγκάζει τον άνθρωπο να αναμετρηθεί με τα όριά του.

Η απουσία αποκτά εντονότερη συναισθηματική και γλωσσική διάσταση στο ποίημα «Λείπεις» (σ. 16). Η ποιήτρια επιστρατεύει μια σειρά ομόρριζων λέξεων, δημιουργώντας ένα πυκνό λεκτικό σύνολο γύρω από την έλλειψη: «Έχει λειψοφεγγαριά / μα η έλλειψη που νιώθω δεν παραλείπεται. / Είναι αδιάλειπτη. // Έχω μείνει λειψή / και υπόλειμμά σου κανένα. / Μόνο έλλειμμα. // Και διάλειμμα απ’ την εγκατάλειψη κανένα. / Λείπεις». Η λειψοφεγγαριά, η έλλειψη, το αδιάλειπτο, το λειψό, το υπόλειμμα, το έλλειμμα και το διάλειμμα συνομιλούν ηχητικά και σημασιολογικά, σχηματίζοντας μια αλυσίδα στην οποία η απουσία του άλλου συμπαρασύρει την αίσθηση της προσωπικής πληρότητας. Έτσι, η γλώσσα μοιάζει να αναζητά μέσα στις ίδιες τις λέξεις τα ίχνη αυτού που χάθηκε, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να αναπληρώσει το κενό του.

Ανάλογη ένταση αναπτύσσεται στο ποίημα «Άηχα» (σ. 18), στο οποίο η σιωπή του άλλου μετατρέπεται σε προσβολή: «Σαν τη σιωπή σου, όταν είσαι δίπλα μου, / μεγαλύτερη προσβολή δεν έχω ακούσει». Η αντίθεση ανάμεσα στη σιωπή και στην ακοή αναδεικνύει το παράδοξο μιας επικοινωνίας που ακυρώνεται ακόμη και όταν οι δύο άνθρωποι βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Η σιωπή δεν ισοδυναμεί με απουσία ήχου, αλλά με άρνηση ανταπόκρισης. Έτσι, η φυσική εγγύτητα αποδεικνύεται ανεπαρκής, όταν δεν συνοδεύεται από ουσιαστική συναισθηματική παρουσία.

Στο «Μήνα ν’ αλλάξεις» (σ. 17), η εναλλαγή των μηνών αποκτά συμβολική σημασία: «Ήθελα να ήσουν Ιούλιος. / Ή έστω ένας Γενάρης. / Μα είσαι Μάρτιος. / Κι αυτό πονάει περισσότερο». Η επιθυμία να ταυτιστεί ο άλλος με έναν μήνα παραπέμπει στην ανάγκη να γίνει η συμπεριφορά του αναγνωρίσιμη και συμβατή με τις προσδοκίες του υποκειμένου. Ο Ιούλιος και ο Γενάρης, με τις διακριτές εποχικές τους ιδιότητες, αντιπαραβάλλονται με τον Μάρτιο, μήνα μεταβατικό και απρόβλεπτο. Η απογοήτευση γεννιέται από αυτή την ασυμφωνία ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγματικότητα.

Στο ποίημα «Υπερβολή» (σ. 19), η μνήμη αναδύεται μέσα από μια αλληλουχία σύντομων στίχων: «Σαν νοσταλγία. / Ανάμνηση. / Παλιά. / Του παρελθόντος. / Βαθιά στο μυαλό. / Ξαφνικά, / σε θυμήθηκα». Οι διαδοχικές αποσπασματικές διατυπώσεις διακόπτουν τη συντακτική συνέχεια και αναπαριστούν την αιφνίδια επανεμφάνιση μιας ανάμνησης. Η μνήμη δεν παρουσιάζεται ως οργανωμένη αναδρομή, αλλά ως κάτι που εισβάλλει απροειδοποίητα στο παρόν. Ο τελευταίος στίχος ανασυνθέτει αναδρομικά όσα προηγήθηκαν, καθώς η ανάκληση του προσώπου αποκαλύπτεται ως ο πυρήνας της νοσταλγίας. Το παρελθόν δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά εξακολουθεί να ενεργοποιείται μέσα στη συνείδηση, ακόμη και όταν το υποκείμενο επιχειρεί να απομακρυνθεί από αυτό.

Η δεύτερη ενότητα, «Ημίφως», σηματοδοτεί μια σημαντική μετατόπιση. Το ποιητικό υποκείμενο δεν έχει αποδεσμευτεί πλήρως από τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες του, αλλά αρχίζει να αναγνωρίζει τη δυνατότητα να παρέμβει στην προσωπική του πορεία. Έτσι, το ημίφως αποτελεί το μεταίχμιο ανάμεσα στην παθητική βίωση των γεγονότων και στην προσπάθεια ανάκτησης της προσωπικής πρωτοβουλίας.

Στο «Επίπλευση στο γκρι» (σ. 27), η θάλασσα γίνεται το βασικό σκηνικό μιας αμφίθυμης εμπειρίας. Το ποιητικό υποκείμενο κινείται ανάμεσα στη βύθιση και στην επιφάνεια, ανάμεσα στην ανάγκη να παραμείνει σε ένα οικείο περιβάλλον και στην επιθυμία να αναζητήσει μια διαφορετική ζωή: «Μισοσκόταδο ή ημίφως» […] «Και κολυμπάω, και επιπλέω. / Και βουτάω, και στην επιφάνεια πλέω. // Πότε υπάρχει ναυαγοσώστης, πότε η δύναμή μου. / Θα μείνω εδώ καιρό, η θάλασσα είναι δική μου. // Σαν γοργόνα που δε θέλει το σπίτι της να αφήσει, / αλλά ζωή στη στεριά επιθυμεί να ζήσει». Η επανάληψη των ρημάτων κίνησης αποδίδει την ασταθή ισορροπία του υποκειμένου, το οποίο ούτε εγκαταλείπει τη θάλασσα ούτε παραιτείται από την προσπάθεια να επιπλεύσει. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εναλλαγή ανάμεσα στον ναυαγοσώστη και στην προσωπική δύναμη. Η εξωτερική βοήθεια παραμένει πιθανή, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή σωτηρίας, καθώς η δύναμη μπορεί να αναζητηθεί και μέσα στο ίδιο το υποκείμενο. Η ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία προσδίδει ρυθμική κανονικότητα σε αυτή την εσωτερική ταλάντευση.

Στο ποίημα «Με καταθέτω» (σ. 30), η συναισθηματική εξωτερίκευση αποκτά τη μορφή μιας εξομολόγησης που εκτυλίσσεται μέσα από την επανάληψη ομόρριζων λέξεων: «Τις ελπίδες μου πάνω σου εναποθέτω. / Στην καρδιά σου αναθέτω / να νιώσει αυτό που στην καρδιά μου για σένα διαθέτω // Τις σκέψεις μου παραθέτω / και με έρωτα τις προσθέτω. / Μια εξομολόγηση για σένα συνθέτω. // Να το εκτιμήσεις υποθέτω, / όσο με εκθέτω». Τα ρήματα «εναποθέτω», «αναθέτω», «παραθέτω», «προσθέτω», «συνθέτω» και «εκθέτω» δημιουργούν έναν ηχητικό και σημασιολογικό ιστό που οργανώνει ολόκληρο το ποίημα. Η επανάληψη του «-θέτω» προσδίδει ρυθμό, ενώ η διαδοχή των ρημάτων αποκαλύπτει τα διαδοχικά στάδια μιας συναισθηματικής κατάθεσης: την προσδοκία, την εμπιστοσύνη, την εξομολόγηση και, τελικά, την έκθεση του εαυτού στο ενδεχόμενο της ανταπόκρισης ή της απόρριψης.

Η εσωτερική ανασυγκρότηση αναδεικνύεται ακόμη πιο καθαρά στο «Πάλι στην πάλη» (σ. 34). Το εγώ παρουσιάζεται ως μια δύναμη που θρυμματίζεται, χάνεται και επανέρχεται, περνώντας από διαδοχικές καταστάσεις αποδιοργάνωσης και αποκατάστασης. Η επανάληψη του «εγώ μου», σε συνδυασμό με τα ρήματα που δηλώνουν διάλυση και ανασύνθεση, αποδίδει την επίπονη διαδικασία μέσα από την οποία το υποκείμενο επιχειρεί να ανακτήσει τη συνοχή του. Η επάνοδος δεν παρουσιάζεται ως οριστική νίκη, αλλά ως μια νέα εκκίνηση. Το «πάλι» του τίτλου δηλώνει ακριβώς αυτή την επαναληπτικότητα. Η πάλη δεν τελειώνει με μία μόνο προσπάθεια, όπως και η αυτοσυγκρότηση δεν κατακτάται οριστικά. Κάθε επιστροφή στις δυσκολίες μπορεί, ωστόσο, να γίνει αφορμή για μια νέα κινητοποίηση.

Στο «Ερωτηματικά και θαυμαστικά» (σ. 34), η αναζήτηση του νοήματος του έρωτα οδηγεί σε μια απάντηση που δεν έχει τη μορφή ενός ορισμού, αλλά μιας προτροπής για δράση: «Ρώτησα τον έρωτα τι σημαίνει το όνομά του. Διερωτήθηκε κι /αυτός. […] Απάντηση στο ερώτημα δεν πήρα. Μόνο ένα σήμα να κινήσω, / να χρησιμεύσω και να νικήσω. Να πιστέψω, να καλλιεργήσω, / να παλέψω για να ζήσω. // Με ερωτήματα και θαυμαστικά». Η προσωποποίηση του έρωτα, ο οποίος διερωτάται και ο ίδιος για την ταυτότητά του, υπονομεύει την προσδοκία μιας εύκολης και οριστικής απάντησης. Αντί για μια θεωρητική εξήγηση, το υποκείμενο λαμβάνει ένα «σήμα» που το καλεί να κινηθεί, να πιστέψει, να καλλιεργήσει και να παλέψει. Η αλληλουχία των ρημάτων μετατρέπει την αναζήτηση σε πράξη. Το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο, αλλά διαμορφώνεται μέσα από τη συμμετοχή του ανθρώπου στη ζωή και μέσα από την απόφασή του να συνεχίσει. Τα ερωτηματικά διατηρούν ανοιχτή την αναζήτηση, ενώ τα θαυμαστικά υποδηλώνουν τη δυνατότητα της κατάφασης. Ανάμεσα στα δύο σημεία στίξης εκτυλίσσεται η κίνηση από την αμφιβολία προς τη δράση.

Η τρίτη ενότητα, «Φως», σηματοδοτεί την προοπτική μιας νέας εσωτερικής κατάστασης. Η διαδρομή που ξεκίνησε από το σκοτάδι και πέρασε μέσα από την αβεβαιότητα του ημίφωτος φτάνει τώρα σε ένα σημείο όπου η ζωή μπορεί να αναγνωριστεί εκ νέου ως δυνατότητα. Το φως δεν αναιρεί όσα προηγήθηκαν, ούτε εξαφανίζει τη μνήμη τους. Η σημασία του βρίσκεται στο ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν παραμένει εγκλωβισμένο σε αυτά. Σ’ αυτό το πλαίσιο, στο ποίημα «Ξημέρωμα» (σ. 55), η αλλαγή αποκτά αισθητηριακή και μουσική διάσταση: «Μέρα φωτίστηκε γεμάτη ρώμη, / βαφή κίτρινη εξαφάνισε τον φόβο. / Λίγη ζωή αρχίζει να γελά, / νοτιάς φυσάει σε ματζόρε τόνο». Η «βαφή κίτρινη» παραπέμπει στην πράξη της ζωγραφικής, ενώ η μουσική μεταφορά του «ματζόρε τόνου» προσδίδει στην εικόνα του ξημερώματος αισιόδοξη συναισθηματική χροιά. Έτσι, η ζωή, που προηγουμένως φαινόταν να περιορίζεται από την απουσία και την αβεβαιότητα, αρχίζει τώρα να γελά. Το ξημέρωμα γίνεται έτσι εικόνα μιας επανεκκίνησης, η οποία δεν στηρίζεται σε μια αφηρημένη υπόσχεση ευτυχίας, αλλά στην επανασύνδεση με τις αισθήσεις και με την κίνηση του κόσμου.

Οι τίτλοι «Ωρίμανση» (σ. 61) και «Εις το επανιδείν» (σ. 65), με τους οποίους ολοκληρώνεται η συλλογή, ενισχύουν την αίσθηση μιας πορείας που δεν εξαντλείται στην έξοδο από μια δύσκολη περίοδο. Η ωρίμανση υποδηλώνει τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο το υποκείμενο κατανοεί τον εαυτό του και τις εμπειρίες του. Δεν πρόκειται απλώς για την απομάκρυνση από ό,τι προκάλεσε τη συναισθηματική δοκιμασία, αλλά για τη δυνατότητα να αποκτήσει αυτή η εμπειρία διαφορετική θέση μέσα στη συνείδηση. Αντίστοιχα, το ποίημα «Εις το επανιδείν» διατηρεί την ανοιχτότητα του τέλους. Η αποχαιρετιστήρια διατύπωση δεν ισοδυναμεί με οριστική διαγραφή· αφήνει χώρο για μια πιθανή μελλοντική συνάντηση, χωρίς να δεσμεύει το υποκείμενο στην αναμονή της. Η ολοκλήρωση της διαδρομής δεν σημαίνει ότι όλα τα ερωτήματα έχουν λυθεί, αλλά ότι έχει κατακτηθεί η δυνατότητα μιας διαφορετικής στάσης απέναντι σε αυτά.

Η πορεία από το σκοτάδι στο ημίφως και από εκεί στο φως δεν συνιστά μια ευθύγραμμη διαδρομή απαλλαγής από τις αντιφάσεις. Είναι περισσότερο μια διαδικασία αναγνώρισης. Το ποιητικό υποκείμενο μαθαίνει να αντικρίζει όσα το πλήγωσαν, να συμφιλιώνεται με τις ατελείς απαντήσεις και να αναζητά μέσα του τη δύναμη της συνέχειας. Το παρελθόν δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, αλλάζει θέση μέσα στη συνείδηση, παύοντας να καθορίζει αποκλειστικά το παρόν. Έτσι, τα Φωτεινά σκοτάδια της Κατερίνας Γιαννακοπούλου υπενθυμίζουν ότι η αναγέννηση δεν προϋποθέτει την άρνηση του σκοταδιού, αλλά τη δυνατότητα να διακρίνουμε, ακόμη και μέσα του, μια χαραμάδα φωτός. Και τότε το φως δεν είναι απλώς η αντίθεση του σκοταδιού. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αρχίζει ξανά να διακρίνει τον δρόμο του.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση