Το Λευκό της αφήγησης

[Ευσταθία Δήμου, Λευκό τοπίο, Αθήνα, ενύπνιο, 2024]

Της Νίκης Μισαηλίδη

«Τριάντα δύο στιγμιοτυπικές διηγήσεις που επιχειρούν να μείνουν στην όψη των πραγμάτων για να ανακαλύψουν εκεί την άλλη, την ανατρεπτική τους αλήθεια. Μέσα σε πλαίσια οικεία και γνωστά, άνθρωποι συναντιούνται με τον εαυτό τους και με τους άλλους για να αντιληφθούν τελικά πόσο εύκολα οι γέφυρες μετατρέπονται σε ρήγματα. Και το αντίστροφο». Με τον τρόπο αυτό παρουσιάζονται στο οπισθόφυλλο οι τριάντα δύο «αφηγήσεις-αστραπή» (flash fiction) της Ευσταθίας Δήμου, οι οποίες συγκροτούν τη συλλογή Λευκό τοπίο (Αθήνα: Ενύπνιο, 2024) (ISBN: 978-618-5769-38-3), λειτουργεί ως ερμηνευτικό «κλειδί» για την πρόσληψη του έργου, καθώς συμπυκνώνει τους βασικούς αφηγηματικούς και θεματικούς του άξονες. 

Η Ευσταθία Δήμου με λόγο εύστοχο, καίριο και ευσύνοπτο, αποφεύγοντας συστηματικά την περιττολογία, κινείται σ’ ένα πλαίσιο ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον υπερρεαλισμό, το λογικό και το παράδοξο, το πραγματικό και το φαντασιακό, και εν τέλει, το οικείο και το ανοίκειο. Το καθημερινό αποσταθεροποιείται και επαναπροσδιορίζεται, επιτρέποντας την ανάδυση βαθύτερων, συχνά υπαινικτικών, επιπέδων νοήματος. Με μια οικονομία λόγου που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση και τον πεζό λόγο, η συγγραφέας δημιουργεί ιστορίες που μοιάζουν με αστραπιαία φωτογραφικά κλικ, συμπυκνώνοντας νοήματα σε λίγες γραμμές, προσφέροντας στον/στην αναγνώστη/στρια κείμενα που λειτουργούν ως αστραπιαίες αποκαλύψεις.

Η Ε. Δήμου πραγματεύεται ζητήματα όπως η σχέση γλώσσας και δημιουργού, η αυτοαναφορικότητα της γραφής, η επίδραση του χρόνου ως δύναμης που ταυτόχρονα διαβρώνει και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη, καθώς και η διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας. Στο μικρο-αφήγημα της σελίδας 9 μεταφέρει τον/την αναγνώστη/στρια στο εργαστήριο του ποιητή, μυώντας τον στην ποιητική τέχνη, παρακολουθώντας την εσωτερική διεργασία της ποιητικής σύνθεσης και τη δυναμική σχέση του δημιουργού με τη γλώσσα: «[…] Κι όσο εκείνο του μιλά, αυτός το ξανασκέφτεται και πιάνει έναν έναν στίχο και τον τεμαχίζει, τις λέξεις τις χωρίζει, αλλάζει πτώσεις, καταλήξεις, αλλάζει το μέτρο, τη σειρά, και δεν αισθάνεται, δε νιώθει πως είναι ολότελα δοσμένος μες στο έγκλημα». Η σταθερότητα της σχέσης «σημαίνοντος» και «σημαινομένου», κατά τον F. de Saussure, (Saussure, 1979) ανατρέπεται από τη συγγραφέα, προτείνοντας μια ρευστή και πολυσημική αντίληψη της γλώσσας (σ. 30): «Μια λέξη είναι αυτό που δηλώνει και αυτό που δεν δηλώνει. Για παράδειγμα η λέξη “σ’ αγαπώ”. Σημαίνει ταυτόχρονα την αγάπη και το μίσος. Ως αντώνυμα. Ενίοτε και ως συνώνυμα». Η λέξη, επομένως, δεν λειτουργεί ως μονοσήμαντος φορέας νοήματος, αλλά ως πεδίο συνύπαρξης αντιθετικών σημασιών, καθώς έννοιες όπως η αγάπη και το μίσος νοηματοδοτούνται ανάλογα με το γλωσσικό πλαίσιο. Η ποιητική-συγγραφική διαδικασία/πορεία αποτυπώνεται από την Ευσταθία Δήμου σαν «Ένας μοναχικός περιηγητής, χαμένος σε λευκό τοπίο, ακολουθεί τα μισοσβησμένα ίχνη κάποιου πάνω σε άγνωστο δρόμο. Δεν πρόκειται για πατημασιές, αλλά για εκείνα τα στίγματα που αφήνουν πέφτοντας οι μαύρες πέτρες της φυγής. Γνωστά και ως λέξεις» (σ. 36), αποδίδοντας την εσωτερική μοναχική πορεία του δημιουργού σ’ αχαρτογράφητα νερά αλλά ταυτόχρονα και ως καταφύγιο και ως το μέσο της φυγής από τον κόσμο της πραγματικότητας σ’ αυτόν της υπερ-πραγματικότητας. 

Ταυτόχρονα, μέσα από τη μικροαφηγηματική φόρμα αναδεικνύονται ευρύτεροι θεματικοί άξονες, όπως η φθορά και η μοναξιά, οι οποίοι εντάσσονται σε έναν ευρύτερο φιλοσοφικό στοχασμό σχετικά με το νόημα και την αξία της ζωής. Η συγγραφέας, αποφεύγοντας τον διδακτισμό, πλάθει αφηγήσεις που δεν προσφέρουν έτοιμα συμπεράσματα, αλλά ενεργοποιούν την κριτική και συναισθηματική συμμετοχή του/της αναγνώστη/στριας, όταν «Ένας επιτυχημένος σκακιστής αποφασίζει να παίξει το κρισιμότερο παιχνίδι της ζωής του. Θα έχει αντίπαλο τον ίδιο του τον εαυτό. Μοιράζεται στα δύο και ξεκινά. Το παιχνίδι κρατάει ώρες. Ο εαυτός του είναι πολύ δύσκολος αντίπαλος! Όμως κι αυτός δεν πάει πίσω. Τελικά, τα καταφέρνει. Τον νικά. Και δοκιμάζει μια απίστευτη ηδονή που τον βλέπει απέναντί του εξαφανισμένο, να έχει ανοίξει τη γη και να τον έχει καταπιεί» (σ. 24), αποτυπώνοντας την αέναη αναμέτρηση του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό. Παράλληλα, στο μικροαφήγημα της σελίδας 27 η Ε. Δήμου γράφει: «Είναι κάτι μικρές χαρές που περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Κανένας δεν τις χαίρεται. Κι αυτό βαθιά τους προξενεί λύπη. Λυπούνται οι μικρές χαρές και, έτσι λυπημένες, μεγαλώνουν». Με το αφηγηματικό στιγμιότυπο, η Δήμου επιτυγχάνει να μετασχηματίσει απλές, καθημερινές, σχεδόν ανεπαίσθητες εμπειρίες σε φορείς ευρύτερου υπαρξιακού προβληματισμού. Η μικροαφήγηση, αξιοποιώντας τη συμπύκνωση και την υπαινικτικότητα, καθίσταται έτσι ένα αποτελεσματικό μέσο διερεύνησης της ανθρώπινης κατάστασης, προσκαλώντας τον/την αναγνώστη/στρια σε μια διαδικασία εσωτερικού αναστοχασμού.

Η καταλυτική επίδραση του χρόνου και η αναπόφευκτη φθορά που επιφέρει αποτυπώνονται μέσα από το αντιθετικό δίπολο γηρατειά – νεότητα και απασχολούν τη συγγραφέα, η οποία προσεγγίζει τον χρόνο όχι ως ουδέτερη, γραμμική διάσταση, αλλά ως ενεργό δύναμη που επεμβαίνει καθοριστικά στην ανθρώπινη ύπαρξη, μετασχηματίζοντάς την. Στη μικροαφήγηση της σελίδας 15, η συγγραφέας αξιοποιεί την προσωποποίηση του χρόνου, αποδίδοντάς του ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προκειμένου να αναδείξει τη σχέση του με τον άνθρωπο με τρόπο παραβολικό και υπαινικτικό: «Κάποτε ο χρόνος, κουρασμένος όπως ήταν από το συνεχές του τρέξιμο, είπε πως ήρθε καιρός ν’ αποσυρθεί. Αποφάσισε, λοιπόν, να βρει αντικαταστάτη. Κάλεσε κοντά του τον άνθρωπο και του λέει: “Είναι ώρα να αναλάβεις εσύ”. “Μα εγώ δεν είμαι αιώνιος”, διαμαρτυρήθηκε εκείνος. “Τότε κοίτα να κάνεις το ίδιο και σε μένα.”». Η φθοροποιός δύναμη του χρόνου και η απώλεια της νεότητας, η ακμή της νεότητας και η επακόλουθη παρακμή αποτυπώνονται με λεπτομερή περιγραφικό λόγο καθώς «Ένα γέρικο, παρηκμασμένο σώμα θυμάται τις μέρες της ακμής του, τότε που ήταν σφιχτοδεμένο και γερό, κι έβλεπε τους μύες του να λάμπουν από δύναμη κι απ’ ομορφιά. [….]» (σ. 11). 

Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών δεν περιορίζονται στο ανθρώπινο στοιχείο· ζώα και φυτά αποκτούν τη δική τους φωνή και υπόσταση, διεκδικώντας κεντρικό ρόλο στην αφήγηση. Μέσα από την απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών στα στοιχεία της φύσης, η Ευσταθία Δήμου αξιοποιεί την τεχνική της προσωποποίησης, δημιουργώντας μικρο-αφηγήματα που υπερβαίνουν τον στενό ρεαλισμό και συν-ομιλούν με τα κείμενα του Ε.Χ. Γονατά στην Κρύπτη (Γονατάς, 1979). «Ένας βράχος, απηυδισμένος από τις θωπείες της θάλασσας που τον κατέτρωγε μέρα με την ημέρα, λεπτό με το λεπτό, αποφάσισε να σταματήσει κάθε επαφή, να μείνει ασυγκίνητος στα ύπουλά της χάδια, πιστός στον προορισμό του να είναι βράχος, βράχος σωστός. Η θάλασσα το κατάλαβε και γέλασε με την ψυχή της. Κι αυτό το γέλιο το ’βαλε σκοπό να το χαράξει αιώνιο, παντοτινό πάνω στον βράχο. Που δεν υπάρχει πια. Έγινε ακρογιάλι» (σ. 23). Έτσι, η συγγραφέας διατυπώνει μια φιλοσοφική στάση σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ζωή δεν συγκροτείται αποκλειστικά από την ατομική βούληση, αλλά ορίζεται και συχνά καθορίζεται από ένα πλέγμα εξωτερικών και εσωτερικών δυνάμεων που την επηρεάζουν και τη διαμορφώνουν. Με αλληγορικό τρόπο η Δήμου σκιαγραφεί την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη στάση ζωής, τα όνειρα και τις επιθυμίες μέσα από την προσωποποίηση του ποταμού που «θέλησε κάποτε να κοκαλώσει η ροή του. Να γίνει μια ποταμίσια λίμνη. Μια λωρίδα ακίνητου νερού [….]» (σ. 29).  Αλλά και «Τα φυτά έχουν τη δική τους γλώσσα που κανένας δεν μπορεί να καταλάβει.[…] Οι πραγματικοί τους έρωτες, όμως, εκτυλίσσονται κάτω από το χώμα. Εκεί όπου οι ρίζες δένονται σφιχτά, παθιασμένα, ηδονικά. Ανήκουστα συμπλέγματα και τολμηρά που κανένας δεν μπόρεσε, ποτέ, να μαρτυρήσει» (σ. 14).

Επίσης, η συγγραφέας εμπλουτίζει τον κόσμο της συλλογής αντλώντας οικεία στοιχεία από τη θρησκευτική παράδοση και τη μυθολογία, όπως «είναι γενικά αποδεκτό πως έναν ασφαλή τρόπο για να επιτευχθεί η πολυπόθητη αφηγηματική οικονομία συνιστά το πλούσιο δίκτυο διακειμενικών σχέσεων πάνω στο οποίο πολλοί συγγραφείς μικροαφηγήσεων επιλέγουν να δομήσουν τα κείμενά τους (Nelles, 2012), όπως επισημαίνει η Δημοπούλου. «Όταν ο Αδάμ έμπηξε τα δόντια του στο μήλο, μια παραδεισένια αίσθηση τον κατέκλυσε. Αισθάνθηκε τα χείλη του να σμίγουν με το λεπτό δέρμα του φρούτου, τη γλώσσα του να πλημμυρίζει από τον δροσερό χυμό, το στόμα του ολόκληρο να παραδίνεται σε κείνη τη γλυκιά επαφή με τη λευκή, ζουμερή σάρκα.[…]» (σ. 20). Έτσι, οι διακειμενικές αναφορές συμβάλλουν στη διεύρυνση του σημασιολογικού πεδίου των κειμένων και η συμπύκνωση των αρχετυπικών συμβόλων ενισχύει την πολυσημία και την ερμηνευτική πυκνότητα, επιτρέποντας την ταυτόχρονη ενεργοποίηση διαφορετικών επιπέδων ανάγνωσης.

Κάθε μικρο-ιστορία στο Λευκό τοπίο έχει ένα ανατρεπτικό, μη αναμενόμενο τέλος, ως ένα από τα βασικά δομικά γνωρίσματα του συγκεκριμένου αφηγηματικού είδους, όπως αναφέρεται από τη Σκαρτσή (Σκαρτσή, 2025). Η Ευσταθία Δήμου εκκινεί συχνά από μια οικεία και καθημερινή συνθήκη, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ρεαλιστικής αναφοράς. Ωστόσο, η αρχική αυτή σταθερότητα υπονομεύεται μέσω μιας αιφνίδιας μετατόπισης προς το παράδοξο, η οποία διαρρηγνύει τη φαινομενική κανονικότητα της αφήγησης, προκαλώντας το ξάφνιασμα του/της αναγνώστη/στριας με τη λάμψη της «αστραπής». Το παράδοξο δεν λειτουργεί ως τέχνασμα εντυπωσιασμού, αλλά ως το απαραίτητο εργαλείο για να αναδειχθεί η εσωτερική αλήθεια των ηρώων. Η δε λογική διατηρείται ως ο συνδετικός ιστός, επιτρέποντας στον/στην αναγνώστη/στρια να παρακολουθήσει τη μετάβαση από το ορατό στο αόρατο με σαφήνεια και συνοχή. Ιδιαίτερη σημασία έχει το «ανοικτό τέλος» των μικροαφηγήσεων. Τα κείμενα δεν οδηγούνται σε μια οριστική, κλειστή ερμηνεία, αλλά αφήνουν ένα πεδίο νοηματικής εκκρεμότητας, εντός του οποίου ενεργοποιείται η προσωπική πρόσληψη του/της αναγνώστη/στριας. Το «ανοικτό τέλος» αφήνει χώρο για διαφορετικές ερμηνείες, δίνοντας τη δυνατότητα στον/στην αναγνώστη/στρια να προσεγγίσει το κείμενο με τον προσωπικό του/της τρόπο, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την πολυσημία του έργου.

Το Λευκό τοπίο της Ευσταθίας Δήμου αποτελεί μια συλλογή μικρο-αφηγήσεων στην οποία ο/η αναγνώστης/στρια κινείται σε μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το παράδοξο, στο οικείο και στο ανοίκειο, χωρίς να παραμένει απλός παρατηρητής, αλλά εισέρχεται σιωπηλά στο παιχνίδι της ερμηνείας, συμπληρώνοντας τα κενά του κειμένου με τη δική του/της ματιά. Έτσι, η συλλογή δεν στέκει ως απλή παράθεση στιγμιοτύπων, αλλά ως ένα ενιαίο, στοχαστικό πεδίο στο οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη δοκιμάζεται μέσα στα όρια της γλώσσας, της ποιητικής γραφής και του φιλοσοφικού στοχασμού.


Βιβλιογραφία

Γονατάς, Ε.Χ. (1979). Η Κρύπτη. Αθήνα: Στιγμή.

Δημοπούλου, Κ. (χ.χ.). Μικροαφήγηση και διακειμενικότητα. Ανακτήθηκε από: https://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/199/132, 

Δήμου, Ε. (2024). Λευκό τοπίο. Αθήνα: Ενύπνιο.

Nelles, W. (2012). Microfiction: What Makes a Very Short Story Very Short? Narrative 20.1: 87-104.

Saussure, F. de (1979). Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, μτφρ. Φ. Δ. Αποστολόπουλος. Αθήνα: Παπαζήσης.

Σκαρτσή, Π. (2025). Η μικροαφήγηση στη διδακτική πρακτική των φιλολογικών μαθημάτων στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση(Γυμνάσιο). Στο Ε. Κανταρτζή κά.  (επιμ.), Εκπαίδευση και Πολιτισμός τον 21ο αιώνα: 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του ΕΚΕΔΙΣΥ, Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδος, Σχολή Χιλλ, Τμήμα Διοίκησης και Τουρισμού Παν/μίου Πατρών, 83-94.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση