«Σλήμαν III»: Ανασκάπτοντας τα στρώματα της μνήμης στην Πειραιώς 260

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Βγαίνοντας από την Πειραιώς 260 μετά το «Σλήμαν III» των Heiner Goebbels και Michael Simon, μένει η αίσθηση ότι δεν παρακολουθήσαμε απλώς μια παράσταση αλλά συμμετείχαμε σε μια ιδιότυπη αρχαιολογική διαδικασία. Μια ανασκαφή όχι μόνο ενός χαμένου τόπου, αλλά της ίδιας της μνήμης, εκεί όπου η Ιστορία, ο μύθος, το προσωπικό βίωμα και τα πολιτισμικά κατάλοιπα συναντιούνται μέσα από θραύσματα, ήχους, εικόνες και σιωπές.

Η ίδια η διαδρομή του έργου μοιάζει άλλωστε με μια ανασκαφή στον χρόνο. Το «Σλήμαν III» αποτελεί την τρίτη στάση μιας καλλιτεχνικής αναζήτησης που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με το «Newton’s Casino» και συνεχίστηκε με το «Schliemanns Radio», έργα στα οποία οι Heiner Goebbels και Michael Simon διερευνούσαν ήδη τη σχέση ανάμεσα στην Ιστορία, την τεχνολογία, τον ήχο και τα θραύσματα της πολιτισμικής μνήμης. Η επιστροφή τους σήμερα σε αυτό το υλικό δεν έχει χαρακτήρα αναβίωσης ή νοσταλγίας· είναι περισσότερο μια νέα ανασκαφή πάνω στην ίδια την προηγούμενη δημιουργία τους.

Σαν ένας αρχαιολόγος που επιστρέφει στον ίδιο τόπο γνωρίζοντας ότι κάθε εποχή αποκαλύπτει διαφορετικά ευρήματα, οι δύο δημιουργοί επανεξετάζουν το παρελθόν τους μέσα από το βλέμμα του παρόντος. Το «Σλήμαν III» γίνεται έτσι όχι μόνο μια παράσταση για την αρχαιολογία της Ιστορίας, αλλά και μια αρχαιολογία του ίδιου του θεάτρου, των μορφών που χάνονται, των εικόνων που επιμένουν και των ήχων που εξακολουθούν να επιστρέφουν.

Η αναφορά στον Ερρίκο Σλήμαν λειτουργεί περισσότερο ως αφετηρία παρά ως αντικείμενο αφήγησης. Ο άνθρωπος που αναζήτησε την Τροία του Ομήρου γίνεται εδώ η συμβολική μορφή κάθε ανθρώπινης ανάγκης να επιστρέψει σε μια απαρχή, να εντοπίσει μέσα στα στρώματα του χρόνου ένα ίχνος που θα επιβεβαιώσει μια ιστορία. Μόνο που η ανασκαφή δεν αποκαλύπτει ποτέ μια μοναδική αλήθεια. Κάθε εύρημα είναι ταυτόχρονα και μια νέα αφήγηση.

Η Τροία, άλλωστε, είναι από μόνη της ένας τόπος πολλαπλών επικαλύψεων. Πόλεις πάνω σε πόλεις, πολιτισμοί πάνω σε πολιτισμούς, μνήμες που διασώζονται μέσα από καταστροφές. Ο Γκαίμπελς και ο Ζίμον μεταφέρουν αυτή την αρχαιολογική λογική στη σκηνή. Δεν επιχειρούν να αναπαραστήσουν την Τροία. Δημιουργούν μια σύγχρονη Τροία από τα υλικά της δικής μας εποχής.

Η παράσταση οργανώνεται ως ένα παλίμψηστο εμπειριών. Ο ήχος, οι φωνές, τα αντικείμενα, τα σώματα και ο χώρος δεν υπηρετούν μια παραδοσιακή αφήγηση, αλλά λειτουργούν ως ανεξάρτητα ευρήματα μιας ανασκαφής που πραγματοποιείται μπροστά στα μάτια μας. Ο θεατής δεν καλείται να ακολουθήσει μια ιστορία. Καλείται να αναζητήσει σχέσεις ανάμεσα στα θραύσματα.

Εδώ το «Σλήμαν III» συναντά σχεδόν αναπόφευκτα τη σκέψη του Walter Benjamin. Στις «Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας», η εικόνα του αγγέλου της Ιστορίας από τον πίνακα Angelus Novus του Paul Klee παρουσιάζει το παρελθόν όχι ως μια συνεχή πορεία προόδου αλλά ως συσσώρευση ερειπίων και θραυσμάτων. Ο άγγελος κοιτάζει προς όσα χάθηκαν, ενώ ο άνεμος της Ιστορίας τον σπρώχνει προς το μέλλον.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην παράσταση. Δεν μας προσφέρεται μια ανασύσταση του παρελθόντος, αλλά μια εμπειρία συνάντησης με τα κατάλοιπά του. Η μνήμη εμφανίζεται όχι ως μουσείο βεβαιοτήτων, αλλά ως ένας ανοιχτός χώρος όπου κάθε εποχή ξαναδιαβάζει τα ίχνη που παρέλαβε.

Στο συγκεκριμένο σκηνικό εγχείρημα, η Πειραιώς 260 δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος παρουσίασης, αλλά ως ένα ακόμη επίπεδο ανάγνωσης. Ο πρώην βιομηχανικός χώρος δεν αποτελεί απλώς σκηνικό περιβάλλον· γίνεται συμπρωταγωνιστής. Οι τοίχοι, οι διαδρομές, η υλικότητα του χώρου κουβαλούν τη δική τους μνήμη. Στα είκοσι χρόνια παρουσίας του μέσα στον χάρτη του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ο χώρος έχει δημιουργήσει τη δική του «αρχαιολογία» παραστάσεων, σωμάτων και καλλιτεχνικών αναζητήσεων.

Έτσι, δίπλα στην Τροία του Ομήρου και την Τροία του Σλήμαν, εμφανίζεται μια ακόμη Τροία. Η Τροία της σύγχρονης δημιουργίας. Ένας χώρος όπου επάλληλα στρώματα χρόνου συνυπάρχουν. Η αρχαιότητα, η βιομηχανική εποχή, η σημερινή αστική εμπειρία.

Η μουσική, αναπόσπαστο στοιχείο της γλώσσας του Γκαίμπελς, αποκτά σχεδόν αρχιτεκτονική διάσταση. Δεν συνοδεύει τη σκηνική εικόνα αλλά την οικοδομεί. Οι ήχοι μοιάζουν να ανασύρονται και αυτοί από διαφορετικά στρώματα χρόνου, σαν ακουστικά ευρήματα που περιμένουν τον δικό τους αρχαιολόγο.

Στο ιδιαίτερο αυτό σκηνικό σύμπαν, η παρουσία των ερμηνευτών δεν οργανώνεται γύρω από την παραδοσιακή έννοια του ρόλου, αλλά λειτουργεί ως ένα ακόμη επίπεδο της σύνθεσης. Ο Ακύλλας Καραζήσης και η Ανδρομάχη Φουντουλίδου δεν λειτουργούν ως φορείς μιας συμβατικής θεατρικής δράσης, αλλά ως ζωντανά αρχεία μνήμης. Οι φωνές και τα σώματά τους γίνονται ένα ακόμη υλικό της ανασκαφής, μεταφέροντας θραύσματα λόγου, εικόνων και πολιτισμικών αναφορών.

Η παρουσία της Λυδίας Κονιόρδου και του Άγγελου Κυδωνιέως στο τραγούδι ανοίγει έναν διαφορετικό χρόνο μέσα στην παράσταση. Η ανθρώπινη φωνή λειτουργεί σαν τελετουργική ανάκληση, σαν γέφυρα ανάμεσα στο αρχαϊκό και το σύγχρονο. Δίπλα τους, το μπουζούκι του Ανέστη Μπαρμπάτση και το κλαρίνο του Φίλιππου Φασούλα προσθέτουν νέα στρώματα σε αυτό το ηχητικό παλίμψηστο όπου η παράδοση, η μνήμη και ο πειραματισμός συνυπάρχουν.

Η ανθρώπινη παρουσία γίνεται μια άλλη μορφή αρχείου. Όχι μια αναπαράσταση ενός χαμένου κόσμου, αλλά ένας ζωντανός τρόπος με τον οποίο το παρελθόν εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.

Ίσως γι’ αυτό η εμπειρία δεν τελειώνει με την έξοδο από την αίθουσα. Το AFTER της Πειραιώς 260, με την αναπάντεχη συνύπαρξη του καθημερινού, του λαϊκού στοιχείου, της ποπ αισθητικής και της συνάντησης των ανθρώπων, λειτουργεί σαν μια άτυπη συνέχεια της ίδιας σκέψης. Η τέχνη δεν παραμένει κλεισμένη μέσα στον προστατευμένο χώρο της σκηνής· διαχέεται στη ζωή, στη συζήτηση, στη συλλογική εμπειρία.

Η απρόσμενη συνάντηση του υψηλού με το καθημερινό, της Τροίας με τη σύγχρονη πόλη, της φιλοσοφικής σκέψης με την ποπ αισθητική, του μνημειακού με το εφήμερο, μοιάζει τελικά να συνομιλεί οργανικά με τον πυρήνα της παράστασης. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι ένα αμετακίνητο οικοδόμημα, αλλά ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο όπου διαφορετικά ίχνη, μνήμες και εμπειρίες συναντώνται, χάνονται και επανέρχονται με νέες σημασίες.

Το «Σλήμαν III» ίσως δυσκολέψει όσους αναζητούν στο θέατρο μια καθαρή αφήγηση και μια ψυχολογική ταύτιση. Ανήκει σε μια διαφορετική αντίληψη της σκηνικής πράξης. Ένα θέατρο που δεν εξηγεί αλλά ενεργοποιεί. Δεν παρουσιάζει απαντήσεις, αλλά δημιουργεί χώρους σκέψης.

Και ίσως η πιο ουσιαστική του ανακάλυψη να βρίσκεται εκεί. Η Τροία που αναζητούμε δεν είναι θαμμένη σε κάποιο μακρινό έδαφος. Είναι οι διαδοχικές στρώσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, όλα όσα χάνουμε και ξαναβρίσκουμε, όλα όσα ο χρόνος καταστρέφει αλλά η μνήμη επιμένει να ανασκάπτει.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση