Τα πάθη της καθήλωσης και της αποκαθήλωσης

[Δημήτρης Μάνος, Επί των Ήλων, Κάπα Εκδοτική, Αθήνα, 2026]

Του Κωνσταντίνου Γεωργίου

«Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά.»

Γιάννης Μαρκόπουλος

Με την άρτι εκδοθείσα ποιητική σύνθεση «ΕΠΙ τῶν ΗΛΩΝ» (Κάπα Εκδοτική, 2026), ο πολυγραφότατος θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και ποιητής Δημήτρης Μάνος, πιστός στα ιδεώδη τα οποία υπηρέτησε ήδη εξακολουθητικά από το 1971, χρονιά κατά την οποία εμφανίστηκε στα νεοελληνικά μας γράμματα με το έργο «Διέξοδο», συντάσσεται για μια φορά ακόμη, μάχιμος όσο ποτέ άλλοτε, δηλώνοντας παρών, στην μεγάλη χορεία των ανθρώπων του πνεύματος που με τον λόγο τους υψώνουν φωνή και παράστημα απέναντι στην διαμορφούμενη δυστοπική πραγματικότητα των επικίνδυνων καιρών, που ανεμοθερίζει τα όνειρα των ανθρώπων και τους καθιστά παίγνια στα άνομα σχέδια των καιροσκόπων της πολιτικής εξουσίας και των μηχανισμών ελέγχου της φαυλοκρατίας.

       Ο τίτλος του έργου είναι ενδεικτικός και δίνει με όλη την ιεροπρέπειά του, εμπρόθετα, όχι μόνο τον τόπο, την θέση και την μαρτυρική στάση της πάσχουσας ανθρώπινης συνείδησης, και βεβαίως της αιμορραγούσας ποιητικής, υπό την αίρεση της σταυρικής της θυσίας, αλλά και τον χρόνο, την διάρκεια, την δυσμενή εποχή της επικυρίαρχης βαρβαρότητας και των ζηλωτών της, συναιρώντας τα έργα και τις ημέρες της υπονόμευσης, της πλάνης, της προδοσίας και της καταδολίευσης των ανθρωπιστικών αξιών και των κοινωνικών οραμάτων. «Μετρούσε/ κάθε/ βράδυ/ τους/ σφυγμούς·/ στον ύπνο του/ ονειρευόταν/ τον χρυσό/ τις μετοχές/ το 50+1/ τις ακίνδυνες/ συγκινήσεις/ των/ φτωχών/ τις/ υλακές/ των/ ισχυρών/ την/ υπεροχή/ των/ μέσων·/ μετρούσε/ κάθε μέρα/ τις χρυσές/ τις ιταμές/ συναλλαγές/ τις μεταφυσικές του/ εκδοχές.» (Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ κ…).

       Σύμφωνα με τις ποιητικές γραφές του Δημήτρη Μάνου, τα πάθη συνιστούν το δράμα του επαμφοτερίζοντος αλλοπρόσαλλου πολιτισμού μας, που υπέγραψε την επί τριάκοντα αργύρια απαλλοτρίωση του οικουμενικού πνεύματος και της εσταυρωμένης συνείδησης στα κατάστιχα της ευτέλειας και των αγοραίων συναλλαγών της («το/ πρόβλημα/ είναι/ από/ ποιους/ να/ φυλαχθείς/ από/ τους/ Φιλισταίους/ ή/ τους/ Δαναούς/ και/ δώρα/ φέροντας»). Κι αν ο ζόφος των ημερών πληθαίνει, άλλο τόσο η προσδοκία μακραίνει, καρτερικά, υπομονετικά, παρακλητικά, ικέτες στην αναστάσιμη χαρά.

       Πρόκειται για ένα έργο κατ’ ουσίαν αμιγώς πολιτικό, το οποίο ανατέμνει εις βάθος την νοσηρή κοινωνική πραγματικότητα του χύδην επιβαλλόμενου λαϊκισμού και την θνησιγενή υφέρπουσα αντίληψη της αλλοτρίωσης και της διαφθοράς στον άνευ όρων παραδομένο στην κουλτούρα της αγοράς εκφυλισμένο άνθρωπο. Είναι μια σαρωτικά ανατρεπτική της ψευδεπίγραφης ισχύουσας τάξης πραγμάτων καταγγελία ενός συστήματος που στις μυλόπετρές του συνθλίβεται όχι μόνο η ίδια η ζωή στο παρόν αλλά και η ελπίδα για κάτι καλύτερο στο μέλλον.

ΠΥΡΡΕΙΟΣ ΝΙΚΗ

Είστε αλήθεια τόσο αφελείς εις τρόπον ώστε να εκλαμ-

βάνετε, χωρίς αιδώ, ως θρίαμβο, την πύρρειό σας νίκη,

άδοντας αναπαίστους στους δρόμους εκκωφαντικά; Θα

αντέξετε άραγε να δείτε τις σκιές σας να κυματίζουν, ε-

κεί που ξεκουράζονται, χωρίς νερό, δικαίωση, της γης οι

          κολασμένοι; Μα

τι είστε, λοιπόν; Η εξουσία που πριμοδοτεί την έπαρση, ο

πλούτος την απόρριψη, η άγνοια την Ύβρη ή η πλεονεξία,

που νέμεται, λεηλατεί τα πάντα χωρίς να φείδεται για

          τίποτα;


ΥΣΤΑΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

                                                                                    του Αντώνη Τσόκλη 

Να μπορούσα να δω με τα μάτια του μέλλοντος την ευτυχή 

          κατάληξη της ιστορίας·

τι μέλλει γενέσθαι όλοι αυτοί που δεν έχουν παρουσία και αν

          δεν είναι,

που δεν είναι, εφικτό αυτό, την τραγική έστω κατάρρευση της

κοινωνίας—

τι έσονται, Rosa, οι «ισμοί» και οι νομείς της εξουσίας· ένα 

          αντεπιστέλλον 

μέλος, άχρι θανάτου εραστής, εγώ, μιας άλλης πολιτείας!

(έρεβος, πιστέψτε με, κύριε Proudhon, του ανθρώπου η ιδιο-

          κτησία)

       Ο ποιητής αγωνιά, διαβλέπει το αδιέξοδο, κινεί γη και ουρανό, ρίχνει τις λέξεις του στα λιμνάζοντα ύδατα της στασιμότητας, του τέλματος και της καθήλωσης. Κάθε του λέξη, κάθε του στίχος, κάθε του ποίημα, των παθών του μαρτυρία, αδιάψευστη επίκριση, βεβαιωμένη αντίρρηση, αποστομωτική απάντηση, λυτρωτική αποκαθήλωση. Είναι ο θυμός, είναι η οργή, είναι η αγανάκτηση. Είναι, όμως, και η ελπίδα, είναι η προσδοκία, είναι η σωτηρία. Η μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στον ζόφο της χαμέρπειας, που γίνεται κραυγή και κατακραυγή, ελεγεία του ονείρου που φθίνει, πικρή νοσταλγία της νιότης που σβήνει. Η μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στην απαντοχή του άγνωστου επικείμενου, του άδηλου προκείμενου, του ρευστού περικείμενου, του αβέβαιου αντικείμενου ή του πάσχοντος υποκείμενου. Η μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στο ιερό μυστήριο της ακολουθίας του φυσικού κανόνος και του αναμενόμενου θαύματος της ανάστασης, της ανάνηψης και της ανάληψης.

       Πώς να αντιπαλέψει κανείς, με τα μέτρα του ανθρώπου και της ευγενικής του φύσης, τούτην την φθορά, τούτο το κακό που ενέσκηψε, πως κανείς μπορεί να το ξορκίσει; Οι λέξεις του Μάνου γίνονται δίκοπα μαχαίρια, λάμες κοφτερές στου στίχου την ρίμα, στου γέλιου το στόμα. Αιχμηρές, δηκτικές, καυστικές, αναπαιστικές. Η ποιητική συνείδηση συμμετέχει στο δράμα και στο τραύμα, διαλέγεται, μονολογεί, σκηνογραφεί και σκηνοθετεί εν θεάτρω, άγγελος κι εξάγγελος των νηπενθών ανομημάτων, των ποταπών ατοπημάτων. Μοιάζει άλλοτε να δονείται ρυθμικά στην ορχήστρα και άλλοτε να περιφέρεται μανιασμένη στην σκηνή, πρωταγωνίστρια αρχαίας τραγωδίας ή του θείου δράματος, που αναζητά αποδείξεις και τεκμήρια πάνω από τα νεκρά σώματα του ηρωικού παρελθόντος και των ειδώλων του ρομαντισμού. Κι ο καθαρμός της ψυχής ασωτεύει τα όνειρα, ξυπνά τις φλόγες της μνήμης κι αλαργεύει το νου στο μακρινό ταξίδι του χρέους.

       Γυρίζω τις σελίδες του βιβλίου. Στην δεξιά, ποιήματα με τίτλους, υπό μορφήν πεζού συνήθως, χνάρια ανεξίτηλα που αφήνει στον χρόνο, πάνω στην πέτρα, η διαδρομή μιας εύθραυστης πορείας με κατεύθυνση την Γη της Επαγγελίας. Στην αριστερή, ποιήματα άτιτλα, κατακόρυφα τις περισσότερες φορές, που ακολουθούν σε στίχους τον κάθετο άξονα του βιβλίου, εν είδει αντιφώνησης στο χάος, να γκρεμίζουν τα τείχη, να προετοιμάζουν την άλωση των ψυχών, την ήττα των παθών. Η φωνή του Ευαγγελιστή να διαπερνά ως αστραπή το στερέωμα, να κεραυνώνει το νου, να ψηλώνει το κάστρο τ’ ουρανού. 

       Νέμεσις. Πίπτει μετά του λόγου του ποιητικού στους ανομήσαντες και στους οσφυοκάμπτες, στους ριψάσπιδες και στους λιποψυχούντες, στους ολιγωρούντες και στους κάπηλους, στους αμέτοχους και στους αδιάφορους, στους κενόδοξους και στους φλύαρους, στους αλαζονεύοντες και στους τυράννους. Σε όλα τα σκύβαλα που υποκρίνονται τους Καίσαρες, τους Πραίτορες, τους Κήνσορες και τους Νάνους της αυτοκρατορίας του κέρδους, της ιδιοτέλειας και της ομφαλοσκόπησης, της φιλάρεσκης ανοησίας και της επί της οθόνης γοητείας. «Ρώτησε να του πουν/ τι έσεται/ η επανάσταση/ εις/ τρόπον/ ώστε/ να γνωρίζει/ να ξέρει τί/ να κρύψει/ να μην πει/ σε/ περίπτωση/ που/ προσαχθεί/ ως επικίνδυνος/ στο/ Τμήμα/ κι οι/ Καίσαρες:/ «ουδέν νεότερον»/ του είπαν/ και τον έδωσαν/ βορά/ στους Κύκλωπες/ στους Πραίτορες/ στους Κήνσορες/ στους Νάνους.» (ΚΑΙΣΑΡΕΣ/ ΚΥΚΛΩΠΕΣ/ ΠΡΑΙΤΟΡΕΣ/ ΚΑΙ ΝΑΝΟΙ).

       Και πράγματι, ο αναγνώστης διαβλέπει ανάμεσα στους στίχους τόσο την ειλικρινή όσο και την πηγαία, πικρή μεν, ρωμαλέα δε, διάθεση του δημιουργού να εστιάσει στα «δήθεν» και στα «πρέπει» μιας κοινωνίας παραιτημένης από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε έμπνευση και όραμα, που θα μπορούσε να της δώσει το απαραίτητο οξυγόνο για να συνεχίσει να υφίσταται ως συλλογικότητα δημοκρατική και κοινότητα αγαπητική των μελών της. Η δριμεία κριτική, που ασκείται, δεν ασκείται ως αυτοσκοπός ούτε από καθ’ έδρας, αλλά ως στοχευμένη ενέργεια εκπλήρωσης του χρέους και της προσωπικής ευθύνης που αναλογεί στον Δημήτρη Μάνο, την ιστορική του διαδρομή και το έργο του.

       Παρά τις απογοητεύσεις, παρά τις διαψεύσεις και τις ματαιώσεις της γενιάς του, ως πνευματικός άνθρωπος, ανήσυχος διανοούμενος και ευαίσθητος δημιουργός επέλεξε τον δρόμο της αγωνιστικής πνευματικής δράσης και όχι εκείνον της εσωστρέφειας, της περιχαράκωσης στα εις εαυτόν και της παραίτησης, τιμώντας και την πένα του και το παρελθόν του («κύκνοι, ληστές του άσπρου, μην ξεχάσετε το μαύρο/ της καρδιάς μου!»). Γιατί η κοινωνία μας, αν έχει ανάγκη αυτούς τους ανθρώπους, τους έχει ανάγκη στις πιο δύσκολες στιγμές της, όπως η σημερινή. Και ο Δημήτρης Μάνος, εδώ και 55 χρόνια, γράφει όχι για να γράφει, αλλά για να συγγράφει την κοινή μας πορεία στο φως, στο φως της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του ανθρωπισμού και του πολιτισμού.

«γνθι σατόν»

lV

Σκόρπισα σπάταλα την ηλικία, την απλότητα κι εκείνη την

ακόρεστη αλκή της εφηβείας την ξεπούλησα σ’ ένα παζάρι 

          αξιών

για μία λέξη, έναν στίχο, μια ανθοδέσμη ιδεών, όμως την υ-

ποψία της προδοσίας θα την κρύψουν τα λυρικά χαμόγελα

         των ποιητών/τριών

που αντιστέκονται στις μελλοθάνατες εκλάμψεις της λήθης.

       Ξημέρωσε. Κλείνω το βιβλίο. Ανοίγω το παράθυρο. Ένα παιδί τρέχει στον παρακείμενο δρόμο. Η μελαγχολική φωνή της Χαρούλας εισβάλλει μαζί με το φως στο δωμάτιο.

«Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα/ Ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές/ Το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα/ Κι απ’ τα κουρέλια φαινότανε οι πληγές/ Κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει/ Τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά/ Το όνειρο που φεύγει τη τρομάζει/ Να αναζητάει μια χαμένη ελευτεριά» (Γιάννης Μαρκόπουλος).


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση