Φορώ
μέρες και νύχτες
ξεχειλωμένες
επίκτητο ένδυμα
της φυλακισμένης σάρκας.
Η ελευθερία κόβει
τον ομφάλιο λώρο
που την δένει
με την σκέψη μου.
Τα άκρα ατροφούν
γίνομαι ένα έγχορδο κουφάρι
σκάβω το χώμα
για να βρω ζωή.
Βρίσκω στίχους
νεκρών ποιητών
δίχως τύψεις
τους ανασύρω στο φως.
Καταπίνω
τα νοήματά τους
με κατηγορούν για βεβήλωση
επικαλούμαι την ερημιά
που αναμοχλεύει το κορμί.
Σιωπούν.
Παίρνω
σανίδες και καρφιά
τυφλώνω τα μάτια.
Μεταμορφώνομαι
σε εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Το φως από την λάμπα του δρόμου
σκεπάζει την ιστορία μου.
Είμαι άλλος ένας άνθρωπος
αγνώστων στοιχείων.
Η Ολυμπία Θεοδοσίου γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής στο εργαστήρι Tabula Rasa. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την συγγραφή διηγημάτων και ποιημάτων, αναζητώντας τις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της. Έχει συμμετάσχει στο συλλογικό έργο «Χωρίς Οξυγόνο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γράφημα. Ποιήματά της και διηγήματά της έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Φωτογραφία: Bianca Salgado

Αν αντιλαμβάνομαι τον προβληματισμό σας, ταυτίζομαι με τη θεματολογία του ποιήματός σας!
Ευχαριστούμε!
Μου αρέσει!Μου αρέσει!