Η Ιστορία ως τραύμα και αφήγηση στον Εμφύλιο

[Φωτεινή Μυλωνά-Ραΐδη, Κι απόμειναν μονάχα οι λυγμοί, Το Δόντι, 2024]

Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου

Το μυθιστόρημα Κι απόμειναν μονάχα οι λυγμοί (Το Δόντι, 2024, ISBN 978-618-5834-21-0) της Φωτεινής Μυλωνά-Ραΐδη, εντάσσεται στη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφική πεζογραφία που επανέρχεται στον Εμφύλιο όχι ως απλό ιστορικό γεγονός, αλλά ως βαθύ συλλογικό τραύμα που εξακολουθεί να επηρεάζει τη μνήμη και την ταυτότητα. Η συγγραφέας επιχειρεί ένα απαιτητικό λογοτεχνικό εγχείρημα, στο οποίο συνδυάζει την ιστορική τεκμηρίωση με τη μυθοπλασία και έναν έντονα επεξεργασμένο γλωσσικό και αφηγηματικό λόγο, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο έργο.

Από την πρώτη επαφή, το βιβλίο δηλώνει τον θεματικό του προσανατολισμό μέσα από το εξώφυλλο και τον τίτλο. Ο φθαρμένος τοίχος με τις ρωγμές παραπέμπει σε έναν χώρο τραυματισμένο από τη φθορά και τη βία, ενώ το άδειο κάδρο λειτουργεί ως σύμβολο απουσίας, μνήμης που έχει χαθεί ή δεν ειπώθηκε ποτέ. Το κρεμασμένο παλτό αφήνει την αίσθηση μιας ανθρώπινης παρουσίας που έχει διακοπεί βίαια, σαν ίχνος ζωής που έχει μείνει πίσω. Μέσα από αυτή την εικαστική απλότητα, διαμορφώνεται ήδη μια ατμόσφαιρα σιωπής, εγκατάλειψης και πένθους.

Ο τίτλος Κι απόμειναν μονάχα οι λυγμοί συμπυκνώνει τη βασική συναισθηματική και ιδεολογική κατεύθυνση του έργου: μετά την καταστροφή, τον πόλεμο και τη διάρρηξη των ανθρώπινων δεσμών, απομένει μόνο ο θρήνος ως έσχατη μορφή έκφρασης. Ο λυγμός γίνεται έτσι σύμβολο συλλογικής μνήμης και ανθρώπινης οδύνης, συνδέοντας την προσωπική εμπειρία με την ιστορική τραγωδία του Εμφυλίου.

Κεντρικός άξονας του έργου είναι ο Εμφύλιος Πόλεμος (1946–1949), ο οποίος δεν λειτουργεί ως απλό σκηνικό, αλλά ως πυρήνας νοήματος που διαπερνά την αφήγηση. Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται μόνο για την καταγραφή των γεγονότων, αλλά κυρίως για το πώς αυτά βιώθηκαν από τους ανθρώπους που τα έζησαν. Έτσι, η ιστορία μετατρέπεται σε εμπειρία και το συλλογικό γεγονός σε προσωπικό τραύμα. Παράλληλα, αποφεύγεται η μονοδιάστατη ιδεολογική προσέγγιση, καθώς το έργο επιχειρεί να αποδώσει τη βία και την οδύνη και των δύο πλευρών, χωρίς εξιδανικεύσεις ή απλουστεύσεις.

Σε θεματικό επίπεδο, το μυθιστόρημα οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες: τη μνήμη και το τραύμα, τη γυναικεία εμπειρία του πολέμου και την ιδεολογική σύγκρουση. Η Λενιώ, κεντρική ηρωίδα, ως χήρα και μητέρα, ενσαρκώνει τη γυναίκα που καλείται να επιβιώσει μέσα σε συνθήκες βίας, φτώχειας και κοινωνικής αποδιάρθρωσης. Γύρω της κινούνται χαρακτήρες όπως ο Γιώργης, ο Βασίλης και ο Κωστής, οι οποίοι δεν λειτουργούν ως απλά αφηγηματικά πρόσωπα, αλλά ως φορείς διαφορετικών στάσεων απέναντι στην Ιστορία και την ηθική. Ο καθένας τους εκπροσωπεί μια διαφορετική εκδοχή του τρόπου με τον οποίο το άτομο αντιδρά στην ιστορική βία.

Η κριτική στάση του έργου διαφαίνεται ήδη από το πρώτο μισό του. Στη σελίδα 167 σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Οι μεγαλόσχημοι σύντροφοι της Αθήνας… βιάζονταν να γίνουν ζευγάδες, για να προλάβουν να σπείρουν… Οι συμβιβασμοί δεν θέλανε αψάδα». Αντίστοιχα, στη σελίδα 197 αποδίδεται με ένταση η ερήμωση της υπαίθρου και η εμπλοκή των ξένων δυνάμεων: «Ανάθεμα σ’ εκείνους που το ’πραξαν… Ανάθεμα στους Αμερικάνους… που ’ρθαν πέρα απ’ τον Ατλαντικό να κάνουν κουμάντο στον τόπο τους». Ήδη, λοιπόν, από νωρίς, η αφήγηση αποκτά σαφή ηθική και πολιτική διάσταση.

Η αφηγηματική τεχνική είναι σύνθετη και πολυφωνική. Κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη παντογνώστρια αφήγηση, που επιτρέπει τη μετάβαση από την εξωτερική παρατήρηση στην εσωτερική ζωή των προσώπων. Η έντονη εσωτερική εστίαση αποκαλύπτει σκέψεις, αντιφάσεις και συναισθηματικές μεταπτώσεις, ενώ ο ελεύθερος πλάγιος λόγος δημιουργεί μια ρευστότητα ανάμεσα στη φωνή του αφηγητή και των ηρώων. Παράλληλα, η αφήγηση αποκτά σε σημεία σκηνικό χαρακτήρα, με διαλόγους που θυμίζουν δραματική πράξη, ενώ αλλού ενσωματώνει δοκιμιακές παρεμβάσεις για ιστορικά γεγονότα, δημιουργώντας ένα υβριδικό σχήμα αφήγησης και ιστορικού σχολιασμού. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μη γραμμική χρονικότητα, που επιτυγχάνεται μέσα από αναδρομές και εγκιβωτισμένες αφηγήσεις. Το παρελθόν εισχωρεί διαρκώς στο παρόν, όπως ακριβώς λειτουργεί και η μνήμη των προσώπων.

Η γλώσσα του έργου αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία του. Πρόκειται για μια υβριδική γλωσσική μορφή που συνδυάζει τη δημοτική, τη λαϊκή προφορικότητα και τους ιδιωματισμούς με έναν έντονα ποιητικό και στοχαστικό λόγο. Οι καθημερινές εκφράσεις προσδίδουν ρεαλισμό και αυθεντικότητα, ενώ οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις και οι επαναλήψεις ενισχύουν τη συναισθηματική ένταση. Ο μακροπερίοδος λόγος, γεμάτος παρενθέσεις και εγκιβωτισμούς, δημιουργεί μια αίσθηση ροής συνείδησης. Παράλληλα, οι προσωποποιήσεις και οι συμβολικές εικόνες προσδίδουν στο κείμενο μια λυρική και σχεδόν επική διάσταση.

Έντονη είναι και η διακειμενικότητα. Το έργο συνομιλεί με τη μεταπολεμική ελληνική λογοτεχνία, αλλά και με ιστορικές, πολιτισμικές και λαϊκές παραδόσεις, από την αρχαιότητα έως τη χριστιανική και νεότερη εμπειρία, προσδίδοντας στον Εμφύλιο μια διαχρονική διάσταση. Η αφήγηση αξιοποιεί επίσης έντονα τον συμβολισμό (κρασί ως αίμα, σκάκι ως στρατηγική πολέμου, πορτόφυλλο ως όριο ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση) και ένα δίκτυο αντιθέσεων (ζωή–θάνατος, αγάπη–βία, παράδοση–νεωτερικότητα), το οποίο αποτυπώνει τις εσωτερικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής. Η πολυφωνία ενισχύεται από τη συνύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών στάσεων, δημιουργώντας ένα πεδίο διαλόγου αλλά και σύγκρουσης. 

Η παραπάνω αφηγηματική και θεματική πολυπλοκότητα επιβεβαιώνεται χαρακτηριστικά και σε επιλεγμένα χωρία του έργου. Στη σκηνή της αναχώρησης των άοπλων γυναικών (σ. 265), η λιτή αλλά φορτισμένη προσταγή του καπετάν Περικλή («Η διαταγή είναι αναντίρρητη εντολή…») αποδίδει την πειθαρχία και τη στρατιωτική λογική που επιβάλλεται βίαια πάνω στον φόβο των προσώπων. Η μεταφορά «μολύβι η διαταγή του έπεσε καταπάνω τους» ενισχύει τη σωματικότητα της εξουσίας και την ψυχολογική της επίδραση.

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η σκηνή της προσωρινής επιστροφής της Λένης στο σπίτι (σσ. 267–270), όπου η ιδιωτική σφαίρα εισβάλλει στο πεδίο του πολέμου. Ο διάλογος με τα παιδιά («Είσαι μάνα εσύ! Δεν είσαι πατέρας!») αναδεικνύει τη ρήξη των έμφυλων ρόλων, ενώ το παραμύθι της «μάνας-Ελλάδας» λειτουργεί ως αλληγορική αφήγηση της πολιτικής κατάστασης. Μέσα από αυτό, η συγγραφέας μετατρέπει τον ιστορικό λόγο σε παιδικό αφήγημα, αποδίδοντας με απλότητα αλλά και ειρωνική οξύτητα τη χειραγώγηση και την εξάρτηση της χώρας.

Αντίστοιχα, στα χωρία των σελίδων 358–361, η παρουσία της «μεγαλοκυρίας» και η διαδικασία απομάκρυνσης των παιδιών αποκαλύπτουν τον μηχανισμό του κράτους και την ιδεολογική του λειτουργία. Η επίκληση της εκπαίδευσης («Η εκπαίδευση είναι ευθύνη του κράτους») λειτουργεί ως πρόσχημα για την άσκηση εξουσίας, ενώ η αντίσταση των παππούδων («Δικά τους είναι… αυτοί έχουν το δικαίωμα») αποτυπώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικογενειακή ηθική και την κρατική επιβολή.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η σκηνή της κατασκευής της καταγγελίας (σσ. 440–442), όπου αναδεικνύεται η αυθαιρεσία και η γραφειοκρατική βία της εξουσίας. Η τυποποιημένη γλώσσα («Κατά τας απολύτως εξακριβωμένας πληροφορίας μου…») απογυμνώνεται από την αλήθεια της και λειτουργεί ως εργαλείο καταστολής, ενώ η ομοφωνία της Επιτροπής Ασφαλείας υπογραμμίζει την απουσία πραγματικής δικαιοσύνης.

Τέλος, η εμπειρία της Λένης στο νοσοκομείο (σσ. 539–540) κορυφώνει το τραγικό στοιχείο του έργου, καθώς η αφαίρεση της μήτρας της χωρίς ουσιαστική συναίνεση συνιστά μια μορφή σωματικής και υπαρξιακής βίας. Η φράση «Τ’ αφαίρεσα όλα» σηματοδοτεί όχι μόνο την απώλεια της μητρότητας, αλλά και την ακύρωση του μέλλοντος της ηρωίδας, μετατρέποντας το προσωπικό δράμα σε σύμβολο ευρύτερης ανθρώπινης απώλειας.

Συνολικά, το Κι απόμειναν μονάχα οι λυγμοί αποτελεί ένα φιλόδοξο ιστοριογραφικό μυθιστόρημα που επιχειρεί να συνδέσει την Ιστορία με την προσωπική εμπειρία και τη λογοτεχνική αναπαράσταση. Η δύναμή του βρίσκεται στη γλωσσική ένταση, την αφηγηματική πολυφωνία και τη βιωματική απόδοση του ιστορικού τραύματος. Το μυθιστόρημα δεν επιδιώκει να δώσει απαντήσεις, αλλά να διατηρήσει ανοιχτό το τραύμα ως πεδίο κατανόησης. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό παραμένει επίκαιρο: γιατί μας καλεί όχι να κλείσουμε το παρελθόν, αλλά να το ακούσουμε.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.