Ξεμπλέκοντας τα κέρατα του ταράνδου, τούτη την περίοδο, σκέφτομαι τα ακόλουθα.
Ο ήλιος την Άνοιξη σφυροκοπά ανηλεώς.Καθόμαστε στο μπαλκόνι και σχηματίζονται οι ακτίνες του. Κάθετες, απότομες, κάτι σαν σίδερα φυλακής. Κι όμως δεν έχουν μάζα. Είναι τα φωτόνια, αυτά τα μεμονωμένα σωματίδια φωτός που παριστάνουν τα κάγκελα.
Μηδενός εξαιρουμένου, είμαστε Σίσυφοι, αναρωτιέμαι, μέσα στα ψειδαισθητικά μας Τάρταρα. Δικασμένοι άνωθεν, ξέρετε, από εκεί ψηλά που ξεκινούν οι ακτίνες ηλίου, ζούμε σε μια παντελώς άσκοπη επανάληψη που μας εγγυάται μια ψευδαίσθηση στόχου (και σκοπού). Φυλακισμένοι σε μια ελάχιστη έκταση. Πουθενά εξωτερικά ερεθίσματα, άπαντα στη φαντασία, εκεί στα σκοτεινά δωμάτια του νου. Αναμφίβολα, η ομορφιά καθαυτή παραμένει εκτός λογικής επεξεργασίας, είναι μια παραδοξότητα κάτι σαν μια συμβολική αλήθεια.
Όχι, όχι δεν είμαστε δικασμένοι: καταδικασμένοι είμαστε μάλλον. Αλλά ούτε αυτό: αυτο-καταδικασμένοι. Μονάχοι επιλέγουμε τις φυλακές μας –εν αντιθέσει με τα οικόσιτα ζώα μας, φερειπείν, που εμείς επιλέγουμε τις συνθήκες κράτησής τους. Και είμαστε τόσο πρόθυμοι. Το κελί μέσα στο οποίο ζούμε είναι έτσι φτιαγμένο, ώστε να φαίνεται ευάρεστο στους άλλους.
Χρειαζόμαστε χρήματα για να έχουμε πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως φαγητό, νερό και στέγη. Με το περίσσευμα των χρημάτων μας συνεισφέρουμε στον πόλεμο και τη δολοφονία άλλων ανθρώπων. Όσον αφορά σε αυτό δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αν προσπαθήσεις να «φύγεις» από αυτή τη φυλακή σε κλειδώνουν σε ένα ψυχιατρείο. Ζούμε όλοι με έναν κατευθυνόμενο τρόπο ζωής κι αν κάποιος θελήσει να παρεκκλίνει, κρίνεται ένοχος.
Πρόθυμοι τρόφιμοι μιας αυτοδημιούργητης μικρής φυλακής. Των εικονικών παραστάσεών μας… Πηγαινοερχόμαστε, μαζί με τα προαναφερθέντα οικόσιτα, στα πέριξ του κελιού μας.
Όλοι γνωρίζουμαι πως, πλέον, οι έννοιες του διαλόγου ή μιας κάποιας συζήτησης φερειπείν δεν έχουν την ισχύ που κάποτε μπορεί και να ’χαν: μάλλον θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για διασταυρούμενους μονολόγους. Έτσι είμαστε μόνοι. Δεν σταματάμε να επιδοκιμάζουμε την εξυπνάδα μας. Είμαστε κυρίαρχοι της λογικής. Κάποιες φορές αναρωτιόμαστε πώς γίνεται αυτή η έμφυτη ευφυία που μας διακατέχει να μην φέρνει την ευτυχία… Κι εκεί ακριβώς είναι που το χασμουρητό γίνεται ο ύμνος των απογευμάτων μας.
Μπαινοβγαίνουμε στο σινεμά ανακαλύπτοντας τη λεγόμενη «αληθινή ζωή». Σπαταλάμε την τύχη μας στο πρακτορείο της γειτονιάς αρνούμενοι την ανακάλυψη του εαυτού μας. Έτσι το άγνωστο, εκείνο που υποφαίνεται, νομίζουμε πως μας απειλεί.
Έχουμε αναμνήσεις για συμβάντα που δε έγιναν ποτέ κάνοντας τη λεγόμενη συλλογική παραμνησία καθεστώς.
Εδώ η εταιρεία Fruit of the Loom σερβίρει το «κέρας της Αμάλθειας» και ο καλπασμός των βημάτων από τους τάρανδους του Άγιου Βασίλη ακούγεται εκκωφαντικά. Ομοίως τα δέντρα της αμμουδερής παραλίας που σκαρφαλώναμε παιδιά δεν υπήρξαν ποτέ και σφάλαμε παταγωδώς νομίζοντας πως ο Mr. Monopoly φορούσε μονόκλ. Ευνόητα συμπεραίνεται πως η μνήμη μας κρίνεται ανεπαρκής. Σημειωτέον πως οι μεγάλοι συγγραφείς σπούδασαν πάνω σε αυτή την ανεπάρκεια.
Σπαταλάμε στιγμές και αναβάλλουμε. Και μετά, με το αριστερό χέρι στο μέτωπο, μοιρολατρούμε λέγοντας, «πόσο σύντομη είναι η ζωή». Μάλιστα, όταν δεν επαρκούν τα τρόφιμα, πηγαίνουμε και στο μάρκετ. Ιδού ο προαυλισμός μας. Πρέπει να ταΐσουμε το σώμα μας.
Κοιτάμε κοίλα κάτοπτρα για να διακρίνουμε τις παραμορφώσεις της εικόνας μας. Παρακολουθούμε, ανελλιπώς κάτι αγάνωτους τενεκέδες, αδαή πλάσματα της τηλεόρασης, λουστραρισμένους και απαίδευτους: έχουμε την εντύπωση πως το σελοφάν είναι χρυσός. Άτομα δίχως αξιακούς κώδικες. Και περιμένουμε πιστεύοντας ότι ο Walt Disney είναι στην κρυοσυντήρηση και περιμένει να βρεθεί η οριστική θεραπεία για τον καρκίνο.
Είμαστε προύχοντες μιας τάχα ελεύθερης ζωής και ταυτόχρονα αυνανιζόμενοι στην καθημερινότητά μας κατά την χύδην έκφραση των καιρών…
Φιλύποπτοι όχι καχύποπτοι.
Δύσπιστοι, όχι άπιστοι.
Μακάριοι αυτοί που δεν ανέβαλαν ποτέ την ευτυχία.
Όπως έλεγε κι ο Σεφέρης «αποτελούμε την ψώρα στο δέρμα της γης».
Ο Σίμος Ιωσηφίδης γεννήθηκε στην Δραπετσώνα το 1969. Σπούδασε στην Σχολή Σταυράκου εικονοληψία και θεωρία του Κινηματογράφου. Το 1991 και για δέκα συναπτά έτη ήταν αρχισυντάκτης και εκδότης του τριμηνιαίου περιοδικού «Αντι-κινηματογράφος». Έλαβε μέρος ως ομιλητής σε πολλά συνέδρια μουσικής και κινηματογράφου. Το 1999 και μέχρι το 2008 εξέδωσε την τριμηνιαία επιθεώρηση «Κινηματογράφος και Επικοινωνία». Έκτοτε συμμετέχει τακτικά με δοκίμια και χρονικά Τέχνης και Κοινωνίας σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες («Διαβάζω», «Μανδραγόρας», «Οδός Πανός», «Μίτος», «Νίκη»). Επιπροσθέτως υπήρξε Ραδιοφωνικός Παραγωγός των Ραδιοφωνικών Σταθμών Πειραιάς Κανάλι 1 – Αιγαίο FM.
Φωτογραφία: Mircea Iancu
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
