Για τη «Λεονάρντα» του Γιώργου Καλογερόπουλου.
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Στη «Λεονάρντα» του Γιώργου Καλογερόπουλου, το θέατρο δεν αφηγείται απλώς ένα έγκλημα. Το μεταβολίζει. Η σκηνή λειτουργεί ως χώρος επεξεργασίας, σχεδόν αλχημικός, όπου το σώμα, η γλώσσα και η μνήμη μετατρέπονται σε ύλη αφήγησης. Το έργο, βασισμένο στη μορφή της εγκληματολογικής ιστορίας της «σαπουνοποιού του Κορέτζιο», μετατοπίζεται από την εγκληματολογική αναπαράσταση σε μια ποιητική διερεύνηση του τραύματος και της μητρότητας ως πεδίου βίας.
Η επιλογή της αφηγηματικής ποίησης συνιστά μια συνειδητή δραματουργική στρατηγική. Ο ρυθμός της ομοιοκαταληξίας, που παραπέμπει σε λαϊκό παραμύθι ή μπαλάντα, εγκαθιδρύει ένα ψευδώς αθώο πλαίσιο. «Μια φορά κι έναν καιρό / σε ιταλικό χωριό…» . Ωστόσο, όπως θα έλεγε ο Maurice Blanchot, η αφήγηση εδώ προσεγγίζει το όριο της «écriture du désastre»: μιας γραφής όπου το γεγονός δεν αναπαρίσταται, αλλά αποσυντίθεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα. Το κακό δεν περιγράφεται. Διαχέεται ρυθμικά, σχεδόν υπνωτικά, έως ότου καταστεί ανυπόφορα οικείο.
Η μορφή της Leonarda Vincenza Giuseppa Cianciulli συγκροτείται ως κατεξοχήν τραγική φιγούρα. Όχι με όρους τραγικής αντιπαράθεσης, αλλά ως υποκείμενο εγκλωβισμένο σε ένα πλέγμα αιτιακών προσδιορισμών. Οικογενειακή κακοποίηση, μητρική κατάρα, κοινωνική καταπίεση, ιστορική βία στην Ιταλία του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Εδώ το τραγικό εγγράφεται όχι ως ύβρις, αλλά ως προδιαγεγραμμένη μοίρα, μια συνθήκη που θυμίζει την αρχαιοελληνική έννοια της Άτης.
Καθοριστική είναι η ανάγνωση της μητρότητας. Μέσα από το πρίσμα της Julia Kristeva, η Λεονάρντα κινείται στο πεδίο του «αποτρόπαιου» (abject): το σώμα που γεννά, τρέφει, αλλά και διαλύει τα όρια του ανθρώπινου. Η μετατροπή των θυμάτων σε σαπούνι και γλυκίσματα δεν αποτελεί απλώς πράξη φρίκης, αλλά μια ακραία μορφή επιστροφής στο μητρικό σώμα ως τόπο κατανάλωσης και ανακύκλωσης. Η τροφή και η καθαρότητα, κατεξοχήν μητρικές λειτουργίες, αντιστρέφονται σε μηχανισμούς θανάτου.
Παράλληλα, η λογική της θυσίας που διαπερνά το έργο, «πρέπει κάποιον να σκοτώσεις / το παιδί σου για να σώσεις», μπορεί να διαβαστεί μέσα από μια βιοπολιτική προοπτική, κοντά στη σκέψη του Michel Foucault. Η Λεονάρντα διαχειρίζεται τη ζωή ως ανταλλάξιμο πόρο. Αφαιρεί ζωή για να διασώσει μια άλλη. Το σώμα καθίσταται έτσι υλικό διαχείρισης, ενταγμένο σε μια ιδιωτική «οικονομία της σωτηρίας», όπου η μητέρα αναλαμβάνει τον ρόλο κυρίαρχου πάνω στη ζωή και τον θάνατο.
Αισθητικά, η παράσταση ενισχύει αυτή τη διπλή ανάγνωση. Η μουσική του Ανδριανού Νόνη και οι χορογραφίες της Εύη Τσακλάνου συγκροτούν ένα σκηνικό σύμπαν που θυμίζει καμπαρέ ή λαϊκό θέατρο, όπου το γέλιο λειτουργεί ως μηχανισμός αποστασιοποίησης. Η «μαύρη κωμωδία» μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο αποκάλυψης. Το κωμικό δεν εξουδετερώνει το τραγικό, αλλά το καθιστά ανεκτό. Οι ερμηνείες, μετρημένες και ουσιαστικές, υπηρετούν τον διττό χαρακτήρα του έργου, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το τραγικό υπόστρωμα
Ιδιαίτερη σημασία έχει η τελική ρήξη του έργου με την ίδια του τη μορφή. Η Λεονάρντα απορρίπτει την ποίηση, ζητώντας «πεζό λόγο» . Η στιγμή αυτή λειτουργεί ως μεταθεατρικό σχόλιο. Η γλώσσα της τέχνης αποδεικνύεται ανεπαρκής μπροστά στην ωμότητα της πράξης. Το υποκείμενο απογυμνώνεται από κάθε αισθητική επεξεργασία, αφήνοντας πίσω του μόνο την πράξη και την ευθύνη της.
Στο τέλος, η «Λεονάρντα» δεν είναι ένα έργο για το έγκλημα, αλλά για τη μεταμόρφωση της αγάπης σε καταστροφική δύναμη. Όπως στο παλιό ποίημα που ενσωματώνεται στην παράσταση, όπου η μητρική καρδιά συνεχίζει να μιλά ακόμη και μετά τον θάνατο, η αγάπη εμφανίζεται ως κάτι που επιβιώνει πέρα από το όριο του ανθρώπινου, αλλά με τίμημα την ίδια τη ζωή. Το θέατρο εδώ δεν εξηγεί· εκθέτει. Και αυτό που εκθέτει είναι η πιο ανησυχητική δυνατότητα: ότι η φροντίδα και η βία δεν είναι αντίθετες, αλλά συγκοινωνούντες μορφές του ίδιου πάθους.
Η εμφάνιση του τιραμισού, ενός γλυκού που ανήκει σε μεταγενέστερη εποχή, συνιστά μια εμφανή πραγματολογική αστοχία. Ωστόσο, ενταγμένη στη συνολική αισθητική του έργου, λειτουργεί σχεδόν ως συνειδητός αναχρονισμός που ενισχύει τον υβριδικό, λαϊκότροπο χαρακτήρα της αφήγησης
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
