Από τη μισή καρδιά στην ολοκλήρωση της ύπαρξης

[Δημήτρης Σωτάκης, Μισή καρδιά, εκδόσεις Κέδρος 2022]

Της Αντωνίας Παυλάκου*

Αναμφισβήτητα ένα βιβλίο, στο οποίο από την αρχή του ο Δημήτρης Σωτάκης δεν  μοιάζει να αποκαλύπτει τις προθέσεις του. Ανακαλεί στον αναγνώστη τον πλάνητα (flâneur) της λογοτεχνίας του Walter Benjamin και του Βaudelaire, καθώς ο ανώνυμος κεντρικός ήρωας βαδίζει, περιπλανιέται στους δρόμους μιας απροσδιόριστης πόλης, χωρίς ωστόσο να παρατηρεί ακριβώς τη ζωή της, το πλήθος ή την αρχιτεκτονική της. Δεν τον ενδιαφέρει το πλήθος‧ συναισθηματικά είναι αποστασιοποιημένος από αυτό, ενώ αδιαφορεί για την πόλη και τις αλλαγές της, αφού στη σύγχρονη εποχή που ζει το βάδην μοιάζει αρχικά να αφορά τη σωματική του υγεία. Το περιβάλλον, ωστόσο, της πόλης αποκαλύπτει μέρος των συμβάσεων και των δυσχερειών, στις οποίες ο σύγχρονος άνθρωπος έχει κληθεί, συχνά ακούσια, να προσαρμοστεί, ενώ οι σκέψεις και αναζητήσεις του βαδιστή θυμίζουν περισσότερο εκείνες των υπερρρεαλιστών (Μπρετόν, Αραγκόν).

«Όταν περπατάω στους δρόμους της πόλης, γεννιέται μέσα μου ένα αυξανόμενο άγχος σε σχέση με την ενδεχόμενη επαφή μου με τους υπολοίπους βαδιστές. Η συναναστροφή μου με αυτούς τους άγνωστους ανθρώπους καταντάει συχνά μια οδυνηρή διαδικασία και, χωρίς δεύτερη σκέψη, η κύρια πηγή της αλλόκοτης φοβίας είναι η μη κατανόηση των σχημάτων τους» (σσ. 16-17).

Ο βασικός ήρωας, μέσω της περιπλάνησης καταλήγει να είναι ένας υπαρξιακός παρατηρητής, που ανιχνεύει τον εαυτό του, τον εσωτερικό κόσμο του αλλά και το περιβάλλον στο οποίο θα εξελιχθεί η υπόθεση. Μολονότι το στοιχείο της καλλιτεχνίας υπάρχει, η περιπλάνηση αυτή καθαυτή δεν είναι πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης αλλά ο ήρωας τη χρησιμοποιεί για να φτάσει νοητικά στον χώρο δημιουργίας της. Οι συγγένειες, επομένως, με την τέχνη είναι εκλεκτικές, όπως εκλεκτικές είναι και εκείνες που αφορούν τη συγγένεια του συγγραφέα με τον Κάφκα, σε συγκεκριμένες βεβαίως περιπτώσεις, κατά την πορεία της υπόθεσης. Στοιχεία καφκικών επιρροών υπάρχουν, δεν είναι όμως τα κυρίαρχα, αλλά θραύσματα τα οποία συγκροτούν το αφηγηματικό σύμπαν του Σωτάκη σε αυτό το βιβλίο, βοηθητικά ωστόσο για όλα όσα μας ετοιμάζει, και στην αρχή της αφήγησης δεν υποψιαζόμαστε. Μολονότι ένα άτυπο πρώτο μέρος σε σχέση με το όλον του βιβλίου είναι ετεροβαρές και δύσκολα αρχικά το αιτιολογούμε για την τόσο έντονη λεπτομέρεια της περιγραφής του περιβάλλοντα χώρου ή των ανθρώπων με τους οποίους ζει ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, θα δικαιολογήσουμε εν τέλει την αναλυτική προσέγγιση χώρου, αισθημάτων και συνηθειών, προκειμένου να γίνει κατανοητή η συνολική μιζέρια στην οποία δεν επιθυμούσε ή υποκρινόταν, ή είχε επιβάλει στον εαυτό του να του αρέσει να ζει. Σημειώνουμε επίσης ότι η καταγραφή της διείσδυσης στον εσωτερικό του κόσμο είναι θεαματικά ποιοτικότερη και ποιητικότερη προς το τέλος του βιβλίου όταν και πάλι με δραματικότητα δείχνει ότι οι επιλογές του στη ζωή είναι οι σωστές. Ίσως και πάλι το κρεσέντο της ποιότητας να τονίζει σκόπιμα την ένταση της επανανακάλυψης της «κανονικότητας», στην οποία έχει επιλέξει να ζει.

Αν και το βιβλίο δεν κερδίζει από την πρώτη, όπως λέμε, σελίδα, η ένθεση του άλλου εαυτού του ήρωα μέσα στη φωτογραφία αποτελεί το ευφυές τέχνασμα ή το όχημα ώστε ο συγγραφέας να αρχίσει να δηλώνει το θέμα του. Το τέχνασμα αυτό ανήκει στη φαντασία και, χωρίς καν να φτάνει σε στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, σε πρώτη φάση, παρατηρούμε με χαμόγελο το σουρεάλ του όλου θέματος. Καταλήγουμε δε να πούμε ότι το υπερρεαλιστικό στοιχείο αποτελεί τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο δομούνται τα γεγονότα μέχρις ότου φτάσουμε στην έκπληξη του τέλους που έρχεται με δραματικό ίσως και τρομακτικό κάπως τρόπο να δικαιώσει τις προθέσεις του. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας, όσο να φτάσει στο τέλος, έχει με επιτυχία  περιγράψει ρεαλιστικά τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε ένα αστικό περιβάλλον ενός νέου σχετικά ζευγαριού (αυτός και η σύζυγός του) και των δορυφόρων του, εκφράζοντας την αστάθεια και την αβεβαιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων αλλά και τις δυσκολίες στη διαπαιδαγώγηση – προσέγγιση των νέων στην εποχή της μετανεωτερικότητας.

Το μοτίβο της διπλοτυπίας (του σωσία ή του διπλού εαυτού), παρμένο από τον Ντοστογέφσκι, είναι το τέχνασμα της αφήγησης στη Μισή καρδιά, ένα βαθύ ψυχολογικό και φιλοσοφικό εργαλείο, με το οποίο ο Σωτάκης θα αναδείξει τη διάσπαση της ανθρώπινης προσωπικότητας ή και την κρίση ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, που βεβαίως τον ενσαρκώνει ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση επιλέγεται σκόπιμα για να καταγραφούν αμεσότερα τα στάδια του δράματος που ζει ο ήρωάς μας  και στις δύο του εκφάνσεις Οι τόνοι είναι σαφώς εξομολογητικοί και συχνά φέρνουν εμάς (τον αναγνώστη) μπροστά σε καταστάσεις που έχουμε αντιμετωπίσει, συνειδητοποιούμε αλήθειες για τον εαυτό μας που δεν μας αρέσουν, όμως με μια χαλαρότητα, καθώς ο συγγραφέας δεν είναι επικριτικός αλλά, πάσχων ο ίδιος, συμπάσχει με τον καθένα που ζει το ίδιο πρόβλημα. Όλα καταγράφονται με νηφαλιότητα, αλλά οι ψυχικοί κραδασμοί στο περιστατικό που χάνεται ο γιος του στο θέατρο αλλά και στο αντίστοιχο περιστατικό με τη μητέρα του στο νοσοκομείο είναι συμβολισμοί που προμηνύουν θύελλα από επερχόμενες αλλαγές, ενώ το ψυχολογικό βάθος σε όλη την υπόθεση αφορά τον αφηγητή και πολύ λιγότερο τους λοιπούς ήρωες.

Και ποιο είναι το πρόβλημα; Οι κρυφές επιθυμίες μας, τα προδομένα και παρατημένα νεανικά όνειρά μας, αυτά που ως ασύμβατα εγκαταλείψαμε για να ζήσουμε τελικά μια ζωή που δεν μας αντιπροσωπεύει. Όσο τα ανεκπλήρωτα όνειρα, οι διαρκείς ελπίδες για αλλαγή, οι απραγματοποίητες αποφάσεις λειτουργούν ως απωθημένα εντός μας και δεν τα σκοτώνουμε εντελώς ή δεν δρομολογούμε την πραγματοποίησή τους, τότε ζούμε με την απορία μιας δυνητικής ζωής και είμαστε μεμψίμοιροι ή και δυστυχισμένοι. Ο συγγραφέας έμμεσα προτείνει με απλά γλωσσικά και εκφραστικά μέσα να ξαναρχίσουμε την πνευματική δουλειά, την ενασχόλησή μας με την Τέχνη ακόμα και σε επαγγελματικό επίπεδο, αν κάποτε την αφήσαμε, να ξαναρχίσουμε τη ζωή μας από την αρχή ή από το σημείο που την αφήσαμε. Κέρδος η ψυχική μας ισορροπία. Τίμημα πιθανόν η διατάραξη του κοινότοπου σύμπαντος που έχουμε δημιουργήσει με συνέπειες και για τους άλλους γύρω μας. Στην προκειμένη περίπτωση η σύζυγός του Μαρία και  ο γιος του Διονύσης θα τις υποστούν, πιθανόν με απρόβλεπτες για όλους συνέπειες. Για κάθε τι που κερδίζουμε βεβαίως κάτι χάνουμε. Δεχόμαστε να πληρώσουμε το τίμημα; Εμείς ίσως ναι. Για τους άλλους γύρω μας θα είναι αποδεκτή, κατανοητή και αφομοιώσιμη η επιλογή μας; Χαρακτηριστική η φιγούρα της μάνας, που περισσότερο από τον καθένα γνωρίζοντας το παιδί της και την τρικυμία που βιώνει, είναι αποφασισμένη να του δείξει διακριτικά τον δύσκολο αλλά λυτρωτικό δρόμο προς την επανασύνδεση με τον αληθινό εαυτό και την κατάκτηση της αληθινής ψυχικής ισορροπίας. Αποκαλυπτικός ο διάλογος στη σελίδα 235 όπου κυριαρχεί το ειρωνικό: «Δηλαδή, είσαι καλά;»

Για να ειπωθούν τα παραπάνω, στη Μισή καρδιά συντίθεται λειτουργικά το ρεαλιστικό με το υπερρεαλιστικό στοιχείο, το πραγματικό που είμαστε με εκείνο που φανταζόμαστε, συνέχεται ο εξωτερικός χώρος με τον εσωτερικό κόσμο του ανώνυμου αφηγητή – συγγραφέα.

Αυτός ζει μια συνηθισμένη οικογενειακή ζωή με τη γυναίκα του Μαρία, που είναι δασκάλα, και τον έφηβο γιο τους Διονύση. Η Μαρία, δασκάλα σε δημοτικό σχολείο είναι ένας «κανονικός άνθρωπος» σύμφωνα με τον αφηγητή (σσ. 8-9) σε αντίστιξη προς τον ίδιο που είναι ασταθής και ευάλωτος: «Συχνά πέφτω σε ψυχολογικές λακκούβες ή επιχειρώ άλματα μιας αλλόκοτης χαράς στο κενό […]» (σ. 9) και «Εργάζομαι σε μια εταιρία δημοσκοπήσεων. Ταξινομώ στατιστικά στοιχεία και αποτελέσματα διαφόρων ερευνών, για τις οποίες προφανώς δεν τρέφω κανένα αληθινό ενδιαφέρον» (σ. 9). Ο γιος του αφηγητή, Διονύσης, αποτελεί ένα αντίβαρο λογικής και ωριμότητας, παρά τη νεαρή ηλικία του, στην ψυχική ευαλωτότητα του αφηγητή πατέρα του.

«Ο Διονύσης κάθε άλλο παρά τρελός είναι. Στα δεκατρία του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια λογική και ωριμότητα. Διαθέτει μια μοναδική ικανότητα να εκδηλώνει στον σωστό χρόνο τις εκρήξεις ή τις συναισθηματικές εντάσεις του […]. Είναι ένα πολύ διακριτικό, ήσυχο αγόρι, σχεδόν αθόρυβο, που έχει αναπτύξει έντονη αίσθηση ενός πολύ ιδιαίτερου χιούμορ. Συνήθως βρίσκεται στο δωμάτιό του, όπου έχει χτίσει το προσωπικό του σύμπαν από χάρτες, επιτραπέζια παιχνίδια, κόμικς, βιβλία για τα μαθηματικά και τη ζωή των εντόμων […]» (σ. 11).

Ο Γεράσιμος είναι ο στενός φίλος του αφηγητή ένας άνθρωπος που απολαμβάνει τη ζωή του όπως  αυτή συμβαίνει και με απλό τρόπο, ενώ αποτελεί στην αφήγηση το πρόσωπο-κλειδί για την αληθοφάνεια στο παίγνιο της διπλοτυπίας, που αποτελεί και τον  άξονα της αφήγησης.

[Ένας] «πολύ ευχάριστος τύπος, απολαμβάνει τη ζωή του ή τουλάχιστον έχει τη θέληση να την απολαμβάνει […] «είναι ένας φωτεινός, χαρούμενος άνθρωπος, με έντονη την απουσία του σκότους γύρω του» (σ. 19).

Επανερχόμενη στην παρουσίαση του κεντρικού ήρωα εστιάζω στην αρχική αναφορά μου στην περιπλάνηση και στη συνήθειά του να περπατά στους δρόμους της πόλης. Σταδιακά αντιλαμβανόμαστε τη συνήθεια αυτή ως  εσωτερική ανάγκη του βαδιστή να συναντήσει τον εαυτό του και να καταδυθεί στο ασυνείδητό του (σ. 204). Το σπήλαιο του ασυνείδητου του Σωτάκη αναδύεται μέσα από τον πλατωνικό μύθο του σπηλαίου και η έξοδος από αυτό, από το σκοτάδι στο φως, είναι μια επίπονη διαδικασία που συνδέεται με την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, της απελευθέρωσης από τα δεσμά που έχουμε επιβάλει στον εαυτό μας, άρα με την αναζήτηση της χαράς που δίνει το  αληθινό νόημα της ζωής.

«Ήταν η ώρα της εξόδου μου από το σπήλαιο. Το σώμα μου άκαμπτο και βαρύ, πνιγμένο σε μια κραυγαλέα νωχελικότητα, αποχωριζόταν εκείνο το υγρό, βαθύ σπίτι και έβγαινε στο φως. Βάδιζα αργά μα σταθερά προς την ελευθερία […] ήμουν ευτυχισμένος, πετούσα απ’ τη χαρά μου, είχα δραπετεύσει απ’ το σπήλαιο και ανέπνεα καθαρό αέρα, δεν είχα ανάγκη τίποτα πια, εκείνη η σκοτεινή τρύπα χωρίς οξυγόνο ήταν ένα κακό όνειρο, πατούσα στα πόδια μου, η ζωή μου ήταν αρκετή, δεν χρειαζόμουν μια δεύτερη. Ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος» (σ. 223).

Η πόρτα του σπιτιού, που ανοίγει ο ήρωάς μας, και η είσοδος στο ατελιέ εκείνου του άλλου είναι το πέρασμα από το συνειδητό στο ασυνείδητο (σ. 230). Το εύρημα-τέχνασμα του σωσία φέρνει τον αφηγητή σε επαφή με το παρελθόν του, τραυματικό και ταυτόχρονα «γοητευτικό σαν τέρας» (σ. 227).

«Είμαι στ’ αλήθεια εσύ. Ζω τη ζωή σου από το σημείο που την άφησες. Από τότε που ήθελες να γίνεις ζωγράφος και είχες σχέση με τη Μυρτώ. Από τότε που τα εγκατέλειψες όλα και άλλαξες ζωή, παντρεύτηκες, έκανες παιδί, τα άφησες όλα πίσω σου. Εγώ, λοιπόν, συνεχίζω να ζω αυτή τη ζωή, είμαι ζωγράφος, ζω με τη Μυρτώ, κάνω όλα αυτά που εσύ ποτέ δεν έκανες» (σ. 105).

Τα συναισθήματα που προκύπτουν για τον αφηγητή από τη συνάντηση με τον σωσία στον καλλιτεχνικό του χώρο είναι αντιθετικά‧ ανάμεικτη χαρά και λύπη, ανάταση και οδύνη (σ. 153).

«Ωστόσο, έπειτα από κάθε συνάντησή μας στο εργαστήριο, αισθανόμουν πραγματικά πολύ άσχημα. Ενώ οι ώρες που περνούσα μαζί του τολμώ να πω ότι ήταν σχεδόν απολαυστικές, πάντα το αμέσως επόμενο διάστημα ήταν ανυπόφορο. […] η μετάβασή μου στο σπίτι μετά τη συναναστροφή μαζί του ήταν βασανιστική, ήταν σαν να έπρεπε να περάσω το σώμα μου μέσα από έναν λεπτό σωλήνα, σφήνωνα στα τοιχώματά του και νόμιζα ότι θα συνθλιβώ από την πίεση» (σ. 153).

Θα βασανιστεί, θα παλινδρομήσει στην κανονικότητα του ψέματος που έχει δομήσει και θα αναδυθεί το αληθινό εγώ του. Αυτή είναι και η λύτρωση που έρχεται μέσα από την τόσο αγωνιώδη εσωτερική περιπλάνηση, εκφρασμένη με τη συνειδητή απόφαση και δήλωση προς τη σύζυγό του. «Ξαναρχίζω τη ζωγραφική» (σ. 261). Πρόκειται για μια υπαρξιακή επιλογή του ήρωα συνώνυμη με τη δημιουργία, την ελευθερία και το αληθινό νόημα της προσωπικής του ζωής.

Η Μισή καρδιά είναι ένα υπαρξιακό ή ψυχολογικό θρίλερ, θα έλεγα, για την αναζήτηση της αληθινής μας ταυτότητας, στο οποίο ο Σωτάκης μέσα από αφηγηματικά μοτίβα, σύμβολα και υπερρεαλιστικά στοιχεία αναζητά το νόημα της ύπαρξης, της ελευθερίας και της αυθεντικής βίωσης του εαυτού στον κόσμο της μετανεωτερικότητας, που βιώνεται ως επίπλαστος και μόνο θραυσματικά οικείος.

*Η Αντωνία Παυλάκου είναι φιλόλογος.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση