Σκέψεις για την παράσταση «Ο Θεός της σφαγής», της Γιασμίνα Ρεζά, στο Studio Μαυρομιχάλη.
Της Αλεξίας Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com
Δύο δόντια σπασμένα σε ένα πάρκο. Ένα ραβδί στο χέρι ενός εντεκάχρονου. Ένα επίσημο σημείωμα περιγραφής των γεγονότων, γραμμένο προσεκτικά, με τις σωστές και κοινώς αποδεκτές λέξεις. Από αυτή την αφετηρία, που θα μπορούσε να είναι μια σκηνή από μια γειτονιά σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η Γιασμίνα Ρεζά στήνει μια από τις πιο απολαυστικές και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστικές «σφαγές» του σύγχρονου θεάτρου.
Γεννημένη στο Παρίσι το 1959, από Ουγγαρέζα μητέρα και Ρωσο-Ιρανό πατέρα, η Γιασμίνα Ρεζά είναι από τις πιο «παιγμένες» εν ζωή θεατρικές συγγραφείς στον κόσμο. Η «Τέχνη» (1994) την έκανε διάσημη διεθνώς και της χάρισε, μεταξύ άλλων, βραβείο Μολιέρου και βραβείο Τόνι. Το πεδίο της είναι η αστική τάξη: οι καλλιεργημένοι, οι ευγενικοί, οι «σωστοί» άνθρωποι, που κάτω από τις λεπτές τους συμπεριφορές κρύβουν μικρότητες, εγωκεντρισμό, ανασφάλειες και θυμό. Τους ανατέμνει με ακρίβεια χειρουργού, αλλά και με χιούμορ που δεν συγχωρεί.
«Ο Θεός της σφαγής» γράφτηκε το 2006 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη. Ακολούθησαν το Παρίσι, το Λονδίνο και το Μπρόντγουεϊ, όπου απέσπασε το βραβείο Τόνι καλύτερου έργου, ενώ το 2011 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι με τον τίτλο «Carnage». Είναι ένα έργο που έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος είναι απλός: σε όποια γλώσσα κι αν παιχτεί, ο θεατής αναγνωρίζει ανθρώπους και καταστάσεις από τον περίγυρό του ή ακόμα και τον εαυτό του. Παρότι γράφτηκε πριν από είκοσι χρόνια, το έργο παραμένει ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ. Ζούμε σε μια εποχή όπου η βία φανερώνεται ολοένα και συχνότερα ακόμα και σε παιδιά μικρής ηλικίας, στα σχολεία, στις γειτονιές, στις οθόνες. Κι όταν συμβαίνει, η πρώτη αντίδραση των γονιών είναι, τις περισσότερες φορές, να ψάξουν τον φταίχτη αλλού: στο άλλο παιδί, στους άλλους γονείς, στο σχολείο, στην κοινωνία. Αυτό ακριβώς στηλιτεύει η Ρεζά.
Τέσσερις άνθρωποι, ένα σαλόνι, καμία διέξοδος
Οι Βαλόν, οι γονείς του τραυματισμένου Μπρουνό, υποδέχονται στο σπίτι τους τους Ρεγιέ, γονείς του Φερντινάν, για να «λύσουν» το ζήτημα σαν πολιτισμένοι άνθρωποι. Η Βερονίκ (Μαρία Μπρανίδου) γράφει ένα βιβλίο για το Νταρφούρ και πιστεύει ακράδαντα στις αξίες του δυτικού ανθρωπισμού. Ο Μισέλ (Βασίλης Πουλάκος), πραγματιστής έμπορος, θέλει απλώς να τελειώνει με την υπόθεση. Ο Αλέν (Δημοσθένης Φίλιππας), δικηγόρος, δεν αφήνει στιγμή το κινητό του, απορροφημένος σε μια υπόθεση φαρμακευτικής εταιρείας που μάλλον κρύβει τις παρενέργειες ενός φαρμάκου. Η σύζυγός του, Ανέτ (Ευαγγελία Καπόγιαννη), προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, ώσπου το σώμα της επαναστατεί πριν από τα λόγια της. Αυτό που ξεκινά με κλαφουτί και ευγενικά χαμόγελα, καταλήγει σε χάος: τουλίπες σκορπισμένες, ένα κινητό πνιγμένο στο βάζο, σκληρά λόγια και συμμαχίες που αλλάζουν κάθε πέντε λεπτά. Πρώτα ζευγάρι εναντίον ζευγαριού, ύστερα άντρες εναντίον γυναικών και τελικά ο καθένας μόνος του απέναντι σε όλους. Αρκεί ένα μπουκάλι ρούμι για να λυθούν οι γλώσσες και να ειπωθούν όσα έμεναν χρόνια θαμμένα κάτω από το «καθώς πρέπει».
Η Ρεζά φωτίζει έντεχνα την υποκρισία. Κανείς από τους τέσσερις ήρωες δεν βλέπει τις δικές του ευθύνες. Όλοι μιλούν για αξίες, για αγωγή, για πολιτισμό και την ίδια ώρα συμπεριφέρονται με την ίδια επιθετικότητα που κατακρίνουν στα παιδιά. Το έργο μάς ψιθυρίζει μια άβολη αλήθεια: τα παιδιά δεν γεννιούνται μέσα σε κενό. Μιμούνται. Ο Φερντινάν με το ραβδί του δεν είναι παρά μια πιο ειλικρινής εκδοχή των γονιών του. Εκείνος χτύπησε με ένα ξύλο, εκείνοι χτυπούν με λέξεις. Η βία, μας λέει η Ρεζά, δεν είναι προνόμιο των «άλλων». Υπάρχει παντού, κρυμμένη κάτω από τους καλούς τρόπους, τις προσεγμένες διατυπώσεις και τον καθωσπρεπισμό. Ο «θεός της σφαγής», όπως τον αποκαλεί ο κυνικός Αλέν, κυβερνά αδιάλειπτα από την αρχή του χρόνου. Οι υπόλοιποι απλώς προσποιούμαστε ότι δεν τον πιστεύουμε.
Προσωπικά, είχα τη χαρά να απολαύσω την πρεμιέρα της νέας σεζόν (17/10) στο Studio Μαυρομιχάλη, όπου η παράσταση ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά σε σκηνοθεσία της Ζωρζίνας Τζουμάκα και της Χριστίνας Χριστοφή.
Το μεγαλύτερο ατού της παράστασης είναι το κουαρτέτο των ηθοποιών. Η Ευαγγελία Καπόγιαννη, η Μαρία Μπρανίδου, ο Βασίλης Πουλάκος και ο Δημοσθένης Φίλιππας κινούνται στη σκηνή με εκπληκτική ζωντάνια, με ενέργεια που δεν μειώνεται ούτε στιγμή. Αποδίδουν πειστικότατα τις προσωπικότητες που σκιαγραφεί η Ρεζά. Δεν βλέπουμε ηθοποιούς που «παίζουν» αστούς, βλέπουμε ανθρώπους που θα μπορούσαμε να έχουμε συναντήσει σε μια σχολική συγκέντρωση γονέων, σε ένα τραπέζι φίλων ή ακόμα και στον καθρέφτη μας. Η μετάβαση από την παγωμένη ευγένεια στην έκρηξη γίνεται βαθμιαία, με απόλυτη φυσικότητα. Κάθε βλέμμα, κάθε αμήχανη παύση, κάθε λέξη, κάθε ειρωνικό χαμόγελο είναι μετρημένο. Οι ηθοποιοί μάς μεταφέρουν αβίαστα μέσα σε εκείνο το παριζιάνικο σαλόνι και στον κόσμο που περιγράφει η Ρεζά, με τέτοια αληθοφάνεια που ξεχνάς ότι κάθεσαι σε θεατρική αίθουσα. Νιώθεις σχεδόν σαν αδιάκριτος επισκέπτης που έπεσε πάνω σε έναν οικογενειακό καβγά και δεν τολμά να φύγει.
Η σκηνοθεσία της Ζωρζίνας Τζουμάκα και της Χριστίνας Χριστοφή εμπιστεύεται τους ηθοποιούς και το κείμενο, εστιάζοντας στον σαρκασμό και στις κλισέ βεβαιότητες που εγκλωβίζουν τους ήρωες. Η μετάφραση του Γιώργου Αρχιμανδρίτη αποδίδει με αμεσότητα και ρυθμό τον σπιρτόζικο λόγο της Ρεζά, έτσι ώστε το χιούμορ να «χτυπά» στον σωστό χρόνο και το γέλιο να έρχεται αβίαστα, πριν παγώσει στα χείλη μας. Τα σκηνικά της Ισιδώρας Ντούλου είναι λιτά, όπως προτρέπει η ίδια η Ρεζά, με ελάχιστα αντικείμενα που τραβούν το βλέμμα. Τα βιβλία τέχνης στο τραπεζάκι, οι τουλίπες στο βάζο δεν είναι απλά διακοσμητικά στοιχεία. Είναι η «βιτρίνα» του ζευγαριού, η εικόνα που οι Βαλόν θέλουν να δώσουν προς τα έξω: άνθρωποι καλλιεργημένοι, ευαίσθητοι, με γούστο και αξίες.
Η φράση του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο που συνοδεύει την παράσταση, «Αν θέλεις να πεις στους ανθρώπους την αλήθεια, κάν’ τους να γελάσουν. Αλλιώς θα σε σκοτώσουν», είναι το βέλτιστο κλειδί για την ανάγνωσή της. Γελάσαμε πολύ με το εκλεπτυσμένο χιούμορ. Γελάσαμε με τον δικηγόρο που δεν κλείνει ποτέ το τηλέφωνο και προσπαθεί να καλύψει ένα σκάνδαλο, με τη συγγραφέα που υπερασπίζεται τον πολιτισμό ενώ επιτίθεται στον άντρα της, με τον σύζυγο που ομολογεί ότι άφησε το χάμστερ της κόρης του στον δρόμο αδιαφορώντας για το πώς θα επιβιώσει. Κάθε γέλιο άφηνε πίσω του μια αμηχανία. Γιατί κάπου, κάπως, αναγνωρίσαμε γνώριμα πρόσωπα και πράγματα.
Τα φώτα σβήνουν, το χειροκρότημα ξεσπά με ενθουσιασμό, αλλά κάτι μένει να αιωρείται στην αίθουσα. Μια σιωπηλή βεβαιότητα ότι η υποκρισία δεν κατοικεί μόνο στο θεατρικό σαλόνι των Βαλόν. Έχει απλωθεί παντού: στα σπίτια μας, στις συζητήσεις μας, στα χαμόγελα που φοράμε σαν στολή. Και τότε, σχεδόν απρόσμενα, η παράσταση δίνει την απάντηση σε ένα ερώτημα που βασανίζει την εποχή μας: γιατί τα παιδιά γίνονται βίαια; Ίσως γιατί μεγαλώνουν ανάμεσα σε ενήλικες που κηρύττουν την ειρήνη και ασκούν τον πόλεμο με άλλα μέσα. Γιατί ακούνε για αξίες, αλλά βλέπουν αλαζονεία, αδιαφορία και θυμό που μεταμφιέζεται σε ευγένεια. Τα παιδιά δεν διαβάζουν τις καλοδιατυπωμένες μας δηλώσεις. Διαβάζουν εμάς. Ο Φερντινάν έκανε απλώς ορατό, με ένα ραβδί, αυτό που οι ενήλικες κάνουν αόρατα κάθε μέρα.
«Ο Θεός της σφαγής» στο Studio Μαυρομιχάλη, εκτός από μια καλοσκηνοθετημένη και καλοπαιγμένη κωμωδία, είναι και ένας καθρέφτης στημένος με θάρρος απέναντι στην πλατεία. Γελάς, διασκεδάζεις, θαυμάζεις τους ηθοποιούς και φεύγεις με ένα ερώτημα που σε ακολουθεί ως το σπίτι: «Πόσο ρούμι θα χρειαζόταν για να πέσουν οι μάσκες όσων γνωρίζω;»
Αξίζει να δείτε αυτήν την παράσταση!
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
