Στο υπόγειο θέατρο της καθημερινότητας

[Γιάννης Στρούμπας, Περίμετρος, Σμίλη, 2023]

Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου

Η ποιητική συλλογή Περίμετρος του Γιάννη Στρούμπα (Σμίλη, 2023, ISBN:978-618-211-055-3) αποτελεί μια πυκνή, ειρωνική και βαθιά υπαρξιακή περιπλάνηση στον αστικό μικρόκοσμο της Αθήνας, με επίκεντρο το υπόγειο δίκτυο του Μετρό και του Ηλεκτρικού. Ο ποιητής δεν αντιμετωπίζει το μετρό απλώς ως χώρο μετακίνησης, αλλά το μετατρέπει σε έναν σύγχρονο υπόγειο Άδη, σε θέατρο της καθημερινότητας και ταυτόχρονα σε χάρτη της ανθρώπινης ψυχής. Οι αποβάθρες, οι σήραγγες, οι κυλιόμενες σκάλες, τα βαγόνια και οι ράγες γίνονται σύμβολα της σύγχρονης ζωής, ενώ οι επιβάτες εμφανίζονται ως πρόσωπα μιας αέναης παράστασης. Μέσα από αυτή τη μεταφορά ο Στρούμπας συνδυάζει τον κοινωνικό σχολιασμό με την υπαρξιακή αγωνία, την πολιτική και κοινωνική σάτιρα με τη μνήμη, την ιστορία και την αυτοπαρατήρηση.

Η ποιητική αυτή σύνθεση απέσπασε το Βραβείο «Αικατερίνης Σταθοπούλου» της Ακαδημίας Αθηνών για το 2024, στην Τάξη Γραμμάτων και Καλών Τεχνών, ως η καλύτερη πρόσφατη ποιητική συλλογή, διάκριση που επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη θέση της Περιμέτρου στη σύγχρονη ελληνική ποίηση.

Ο τίτλος Περίμετρος είναι ιδιαίτερα εύστοχος και λειτουργεί σε περισσότερα επίπεδα. Η λέξη παραπέμπει σε ένα όριο, σε έναν χώρο που περικλείει και περιορίζει, ενώ στο ποιητικό σύμπαν της συλλογής αποκτά ευρύτερη συμβολική σημασία. Ο σύγχρονος άνθρωπος κινείται μέσα σε κοινωνικά, ψυχολογικά και υπαρξιακά όρια, τα οποία δύσκολα μπορεί να υπερβεί. Παράλληλα, ο τίτλος επιτρέπει το ευφυές λογοπαίγνιο «περί-μετρό», συνδέοντας την έννοια του ορίου με τον βασικό χώρο της συλλογής. Στο ποίημα «Σχεδία ψηλά στο κύμα» (σ.27), η «περίμετρος» παρουσιάζεται ως δύναμη εγκλωβισμού: «Από παντού πώς έκλεισαν/ σε μέγγενη περίμετρο/ την κάθε μου απόδραση;». Έτσι, η μετακίνηση με το μετρό αποκτά παράδοξο νόημα: ο άνθρωπος κινείται διαρκώς, χωρίς να είναι βέβαιο ότι προχωρά πραγματικά.

Το εξώφυλλο βρίσκεται σε αρμονία με αυτή τη θεματική, καθώς παρουσιάζει έναν υπόγειο αστικό χώρο, ανθρώπινες μορφές και στοιχεία που παραπέμπουν στις αποβάθρες και στους συρμούς. Οι άνθρωποι δεν προβάλλονται ως εξατομικευμένα πρόσωπα, αλλά ως μέλη ενός πλήθους, ανταποκρινόμενοι στην εικόνα του «μαζικού ανθρώπου». Η εικαστική σύνθεση αποδίδει την αίσθηση μιας συνεχούς μετακίνησης, αλλά και μιας ταυτόχρονης ακινησίας και ανωνυμίας. Το υπόγειο περιβάλλον λειτουργεί ως οπτική προαναγγελία του ποιητικού κόσμου, όπου συνυπάρχουν το φως και το σκοτάδι, η κίνηση και ο εγκλωβισμός, το πλήθος και η μοναξιά.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δομή της συλλογής, η οποία δεν αποτελεί απλή παράθεση αυτόνομων ποιημάτων, αλλά οργανώνεται σαν μια ενιαία υπόγεια διαδρομή. Οι δύο βασικοί άξονες είναι οι ενότητες «προς αποβάθρες» και «προς καταβόθρες». Η πρώτη παραπέμπει στην είσοδο του ανθρώπου στον χώρο της πόλης και της καθημερινής μετακίνησης, ενώ η δεύτερη δηλώνει βαθύτερη κατάδυση στην ψυχή, στη μνήμη, στον φόβο και στα συλλογικά τραύματα. Από τις αποβάθρες του πραγματικού κόσμου ο αναγνώστης οδηγείται στις «καταβόθρες» του εσωτερικού και συλλογικού κόσμου.

Η κυκλικότητα της σύνθεσης ενισχύεται από το γεγονός ότι η συλλογή ανοίγει με τη «Μυρμηγκοφωλιά» (σ. 11) και κλείνει με τη «Σφηκοφωλιά» (σ. 52). Η φράση «Τώρα πια ξέρω / Υπάρχει κι άλλος τρόπος» συνδέει το πρώτο με το τελευταίο ποίημα και αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η επανάληψή της δεν είναι απλώς μορφική, αλλά δηλώνει ότι ο αναγνώστης έχει διανύσει μια ολόκληρη διαδρομή μέσα στην πόλη, την ιστορία και την ανθρώπινη ψυχή. Έτσι, η επιστροφή στην ίδια φράση αποκτά διαφορετικό βάρος και διαφορετική επίγνωση. Η συλλογή ξεκινά με την αναζήτηση μιας διεξόδου και καταλήγει στην πιθανότητα μιας άλλης στάσης ζωής.

Στην πρώτη ενότητα, «προς αποβάθρες», ο ποιητής εστιάζει περισσότερο στον εξωτερικό κόσμο: στους επιβάτες, στις αποβάθρες, στα βαγόνια, στις κυλιόμενες σκάλες και στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Είναι σκηνή» (σ. 12), όπου η αποβάθρα μετασχηματίζεται σε θεατρικό χώρο: «Οι αποβάθρες τούτες δω / δεν είναι αποβάθρες. / Είναι σκηνή θεατρική / μ’ υπόγειες παραστάσεις…». Οι επιβάτες γίνονται «Κομπάρσοι», «Ηθοποιοί» και «Υποκριτές», ενώ η «αυλαία» δεν πέφτει ποτέ. Η καθημερινότητα παρουσιάζεται έτσι ως αδιάκοπη θεατρική παράσταση, στην οποία ο άνθρωπος παίζει τον ρόλο του χωρίς να μπορεί εύκολα να αποχωρήσει.

Στο ποίημα «Δι’ άτομα με ειδικές ανάγκες» (σ. 13), μια συνηθισμένη κοινωνική παρατήρηση μετατρέπεται σε αυτοκριτικό σχόλιο. Ο ποιητικός ήρωας δέχεται επίπληξη επειδή χρησιμοποιεί χώρο προορισμένο για άτομα με αναπηρία, όμως στο τέλος αναγνωρίζει τη δική του εσωτερική αδυναμία: «Μονάχος μου το ξέρω πως / Συνοδεύομαι / Από τ’ ανάπηρά μου αισθήματα». Η σωματική αρτιμέλεια αντιπαραβάλλεται με την ψυχική κατάσταση, αποκαλύπτοντας μια βαθύτερη «αναπηρία» του σύγχρονου ανθρώπου. Αντίστοιχα, στην «Καταβύθιση» (σ. 15), η υπόγεια κάθοδος αποκτά ψυχολογική διάσταση, καθώς στο σκοτάδι των υπογείων συνυπάρχουν «έγνοιες», «πάθη», «απωθημένα», «απομόνωση», «περίσκεψη» και «ενδοσκόπηση». Η κατάβαση επομένως δεν είναι μόνο γεωγραφική αλλά και εσωτερική.

Η δεύτερη κατεύθυνση, «προς καταβόθρες», οδηγεί στις σκοτεινότερες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Εδώ η ποίηση αγγίζει την υπαρξιακή αγωνία, την κοινωνική βία, την ταξική ανισότητα, την ιστορική μνήμη, τον φόβο και τον θάνατο. Στο «Mind the gap» (σ. 35), η γνωστή προειδοποίηση του μετρό αποκτά μεταφορική σημασία: «Προσοχή στο κενό / Μεταξύ μυαλού και καρδιάς». Το τεχνικό κενό ανάμεσα στην αποβάθρα και τον συρμό μετατρέπεται σε εσωτερικό χάσμα ανάμεσα στη σκέψη και το συναίσθημα.

Η κοινωνική και υπαρξιακή διάσταση κορυφώνεται στο ποίημα «Ο Ερχόμενος» (σ. 47), όπου ένα δημοσιογραφικό περιστατικό μετατρέπεται σε αλληγορία της σύγχρονης ζωής. Η γυναίκα που βρίσκεται στις ράγες και διαμελίζεται από τον συρμό γίνεται σύμβολο του ανθρώπου που συνθλίβεται από τον αμείλικτο ρυθμό της καθημερινότητας: «ο ανηλεής συρμός / της καθημερινότητας». «Ο Ερχόμενος» δεν είναι επομένως μόνο ο συρμός αλλά και ο χρόνος, η ζωή που προχωρά ασταμάτητα, αδιαφορώντας για την ανθρώπινη αδυναμία.

Στις «Ράγες» (σ. 46), αντίστοιχα, η καθημερινή εμπειρία αποκτά ιστορικό βάθος, όταν οι ράγες συνδέονται με τα τρένα που οδηγούσαν ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης: «εμένα οι ράγες τούτες / χρόνια τώρα στρώνουν / βαγόνια προς στρατόπεδα συγκέντρωσης…». Η σύγχρονη αστική πραγματικότητα συναντά έτσι τη συλλογική μνήμη και η καθημερινή μετακίνηση μετατρέπεται σε υπενθύμιση της ιστορικής βίας.

Βασικό στοιχείο της συλλογής είναι και η διακειμενικότητα. Ο Στρούμπας συνομιλεί με την αρχαία και νεότερη ελληνική γραμματεία, τη μυθολογία, την ιστορία αλλά και με σύγχρονα κοινωνικά συμφραζόμενα. Στο «Είναι σκηνή» (σ.12) αξιοποιεί την αναφορά της Τασούλας Καραγεωργίου στον Αχέροντα, τη λέμβο και τον ψυχοπομπό και αναπλάθει τον υπόγειο κόσμο, μετατρέποντάς τον από Άδη σε θεατρική σκηνή. Στο «Σχεδία ψηλά στο κύμα» (σ.27), η αναφορά στην Καλυψώ παραπέμπει στην Οδύσσεια, αλλά εντάσσεται ειρωνικά στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Στο «Δια φήμης» (σ.36), η αρχαία προσωποποίηση της Φήμης μετασχηματίζεται σατιρικά στη σύγχρονη διαφήμιση. Έτσι δημιουργείται ένας διάλογος ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο, καθώς παλαιότερα σύμβολα αποκτούν νέα σημασία μέσα στη σημερινή πόλη.

Η διακειμενικότητα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στο «Αιώνας των φώτων» (σ.20), όπου η φράση «Πάντ’ ανοιχτά πάντ’ άρρωστα / τα φώτα της στοάς μου» συνομιλεί με τον γνωστό σολωμικό στίχο για τα «μάτια της ψυχής». Το φως δεν λειτουργεί πλέον ως σύμβολο πνευματικής εγρήγορσης, αλλά ως τεχνητό και «άρρωστο» φως του υπόγειου κόσμου. Αντίστοιχα, στο «Μέσα απ’ το συρματόπλεγμα» (σ.51), οι αναφορές στη Γυάρο, τη Μακρόνησο και τον Άη-Στράτη εισάγουν τη μνήμη της πολιτικής εξορίας και του εγκλεισμού, συνδέοντας το σύγχρονο υπόγειο τούνελ με το ιστορικό συρματόπλεγμα. Τα διακείμενα, επομένως, διευρύνουν το νόημα των ποιημάτων και δημιουργούν γέφυρες ανάμεσα σε μύθο, λογοτεχνία, ιστορία και σύγχρονη πραγματικότητα.

Ιδιαίτερη είναι και η γλώσσα του Στρούμπα, που χαρακτηρίζεται από δωρικότητα, αφοριστικό ύφος, λογοπαίγνια, ειρωνεία, αντιθέσεις και ανάμειξη διαφορετικών γλωσσικών επιπέδων. Η τεχνική και γραφειοκρατική γλώσσα του μετρό μετατρέπεται σε ποιητικό υλικό. Στο «Επανακατάβαση» (σ. 16), η έκδοση εισιτηρίου γίνεται σαρκαστική οδηγία ζωής: «Εισάγετε στον κερματοδέκτη ακριβώς / τη βεβαιότητά σας», ενώ η αυτοπεποίθηση παρουσιάζεται σαν προϊόν που εξαντλείται. Η εντολή «Πανικοβάλλεστε άφοβα» συνδυάζει αντιφατικές έννοιες και αποκαλύπτει το παράλογο της σύγχρονης καθημερινότητας. Στο «Δελτίο επίγειου καιρού» (σ. 25), η γλώσσα της μετεωρολογικής πρόγνωσης χρησιμοποιείται για κοινωνικά φαινόμενα, όπως στον στίχο «Μικρή συγκέντρωση / άνεργων σωματιδίων στο Κέντρο». Το κοινωνικό πρόβλημα μετατρέπεται έτσι σε «καιρικό φαινόμενο», ενισχύοντας τη σατιρική λειτουργία του ποιήματος.

Στο «Έστω το έξω» (σ. 29), η εμπειρία της πανδημίας γίνεται αφορμή για την εξέταση της μάσκας ως κοινωνικού προσωπείου. Η απόσταση και η αδυναμία επικοινωνίας αποτυπώνονται στους στίχους «Τόσο κοντά, τόσο μακριά», ενώ η αρχική ελπίδα ότι «Οι μάσκες μας θα πέσουν» ανατρέπεται στο τέλος: «Οι μάσκες δεν θα πέσουν». Η μάσκα επομένως δεν είναι μόνο υγειονομικό αντικείμενο, αλλά σύμβολο κοινωνικής υποκρισίας και ενός «διπρόσωπου εγώ» που υπήρχε πριν από την πανδημία και πιθανότατα θα συνεχίσει να υπάρχει.

Συνολικά, η Περίμετρος είναι μια αισθητικά συγκροτημένη ποιητική σύνθεση, στην οποία το μετρό λειτουργεί ως κεντρική μεταφορά της σύγχρονης ανθρώπινης συνθήκης. Οι αποβάθρες γίνονται σκηνή, οι σήραγγες ψυχικά βάθη, οι ράγες φορείς ιστορικής μνήμης, οι ανακοινώσεις του μετρό ποιητικός λόγος και οι επιβάτες πρόσωπα μιας αδιάκοπης παράστασης. Η πορεία από τις «αποβάθρες» προς τις «καταβόθρες» αποτυπώνει τη μετάβαση από τον εξωτερικό κόσμο προς τα βαθύτερα στρώματα της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης. Η κυκλική σύνδεση του ποιήματος «Μυρμηγκοφωλιά» με το ποίημα «Σφηκοφωλιά» αφήνει ανοιχτή την αναζήτηση διεξόδου. Η μεγάλη δύναμη της συλλογής βρίσκεται στην αντίφαση ότι ο άνθρωπος κινείται συνεχώς, αλλά μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένος. Κατεβαίνει για να μετακινηθεί, αλλά η κατάβαση γίνεται ταυτόχρονα κατάδυση στον εαυτό του. Γι’ αυτό και ο τελευταίος στίχος, «Υπάρχει και άλλος τρόπος», δεν αποτελεί απλώς κλείσιμο ενός ποιήματος, αλλά αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα μιας διαφορετικής στάσης απέναντι στην καθημερινότητα, στην κοινωνία και τελικά απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση