24 Αυγούστου 2026
[Χρήστος Κιτσίδης, Κινούμενος Λαβύρινθος, εκδόσεις ΑΩ Εκδόσεις, 2025]
Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Η ποιητική συλλογή Κινούμενος Λαβύρινθος του Χρήστου Κιτσίδη (Εκδόσεις ΑΩ, 2025, ISBN: 978-618-5845-67-4) αποτελεί μια ώριμη και συνεκτική ποιητική πρόταση που κινείται ανάμεσα στην υπαρξιακή αναζήτηση, την εξομολογητική γραφή και την εμπειρία της σύγχρονης αστικής ζωής. Πρόκειται για ένα έργο που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με περίτεχνες λεκτικές κατασκευές ούτε να εγκλωβιστεί σε μια ακαδημαϊκή αντίληψη της ποίησης. Αντίθετα, επιλέγει έναν άμεσο, ειλικρινή και συχνά σωματικό λόγο, μέσα από τον οποίο ο ποιητής μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε συλλογικό βίωμα.
Ήδη από τον τίτλο της συλλογής συμπυκνώνεται ο βασικός της πυρήνας. Ο «λαβύρινθος» αποτελεί ένα διαχρονικό σύμβολο της ανθρώπινης περιπλάνησης, της αβεβαιότητας και της αναζήτησης νοήματος. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός του ως «κινούμενου» μετασχηματίζει δημιουργικά το παραδοσιακό αυτό μοτίβο. Ο λαβύρινθος δεν διαθέτει πλέον σταθερά όρια ούτε μία προκαθορισμένη έξοδο· μεταβάλλεται διαρκώς, όπως μεταβάλλονται οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι σχέσεις και οι ίδιες οι βεβαιότητες του ανθρώπου. Έτσι, η περιπλάνηση δεν παρουσιάζεται ως παρέκκλιση από μια υποτιθέμενη ορθή πορεία, αλλά ως η ίδια η συνθήκη της ύπαρξης.
Το εισαγωγικό σημείωμα λειτουργεί ως ένα είδος ποιητικής διακήρυξης. Η διατύπωση ότι «χωρίς χάος δεν υπάρχει τάξη» (σ. 9), αλλά και η παραδοχή πως «Εκεί που σταματούν να υπάρχουν απαντήσεις και οι ερωτήσεις μοιάζουν με αινίγματα, πρέπει να χαθείς για να βρεις τον δρόμο» (σ. 9), αποτελούν το φιλοσοφικό υπόβαθρο ολόκληρης της συλλογής. Ο Κιτσίδης δεν αντιμετωπίζει το χάος ως μια κατάσταση προς αποφυγή, αλλά ως αναγκαία συνθήκη προσωπικής μεταμόρφωσης. Η αποδοχή της αβεβαιότητας γίνεται έτσι προϋπόθεση της αυτογνωσίας, ενώ η απώλεια του προσανατολισμού μετατρέπεται σε δυνατότητα αναζήτησης ενός διαφορετικού δρόμου.
Η εσωτερική αρχιτεκτονική του βιβλίου υπηρετεί με συνέπεια αυτή τη διαδρομή. Τα ποιήματα οργανώνονται σαν διαδοχικοί σταθμοί μιας πορείας από την ακινησία προς τη δράση, από τον φόβο προς την αναμέτρηση με τον εαυτό και, τελικά, προς μια περισσότερο συμφιλιωμένη στάση απέναντι στη ζωή. Στα πρώτα ποιήματα, όπως οι «Εσωτερικοί ταξιδιώτες» (σ. 12), κυριαρχεί η αίσθηση εγκλωβισμού και η στασιμότητα της «ζώνης άνεσης»: «Η ζωή του έχει κουρνιάσει σαν ναρκωμένη γάτα στη ζώνη άνεσής του, ταϊζόμενη καθημερινά από τη βάναυση ρουτίνα του και δεν θέλει να την ξυπνήσει. […] Είναι σαν να έχει κάνει μια ιερή συμφωνία με τους χειρότερους εφιάλτες του, να τον αφήνουν ήσυχο τα βράδια σε αντάλλαγμα με το να μην απαλλαγεί ποτέ από αυτούς». Η εικόνα είναι χαρακτηριστική για τον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής προσεγγίζει την αδράνεια: όχι ως απλή αδυναμία, αλλά ως μια σχεδόν συνειδητή συμφωνία του ανθρώπου με ό,τι τον κρατά εγκλωβισμένο.
Στη συνέχεια, το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται ολοένα περισσότερο προς τον εσωτερικό του κόσμο, αναμετριέται με τις σκιές και τις αντιφάσεις του και σταδιακά οδηγείται σε μια διαφορετική σχέση με την αβεβαιότητα. Ο Κιτσίδης δεν προσφέρει εύκολες λύσεις ούτε επιχειρεί να μετατρέψει την υπαρξιακή αγωνία σε μια συμβατική αισιόδοξη κατάληξη. Προτείνει, περισσότερο, τη διαρκή κίνηση ως τρόπο ύπαρξης. Αυτό αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο ποίημα «Ζάρια στο παρόν» (σ. 27): «Τα ζάρια της μοίρας δεν είναι τίποτα/ άλλο παρά συνεχόμενες ρίψεις/ σε ένα ταμπλό εμπειριών. […] Δεν ρίχνω πια για να κερδίσω. / Ρίχνω για να ζήσω.» Εδώ η ζωή παύει να αντιμετωπίζεται ως παιχνίδι με προκαθορισμένο αποτέλεσμα και γίνεται μια διαρκής πράξη συμμετοχής. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η νίκη, αλλά η ίδια η εμπειρία της ρίψης.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι και η αξιοποίηση του συμβολισμού, καθώς ο λαβύρινθος λειτουργεί ως το κεντρικό οργανωτικό σύμβολο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται ένα ευρύτερο δίκτυο εικόνων: ο δρόμος, το τρένο, ο καθρέφτης, το φως, η φωτιά, ο πάγος και ο κεραυνός. Στο ποίημα «Θολές αντανακλάσεις» (σ. 18), ο καθρέφτης μετατρέπεται σε σύμβολο μιας δύσκολης αλλά ουσιαστικής αυτογνωσίας: «Όταν αντικρίσεις τα τέρατα, μην παλέψεις, αναγνώρισέ τα. Αν έχεις φτάσει ως εδώ, ψάξε για έναν καθρέφτη. […] Αν είσαι ειλικρινής θα βρεις τον καθρέφτη, αν είσαι θαρραλέος θα τον κοιτάξεις». Το είδωλο δεν προσφέρει εδώ επιβεβαίωση αλλά αντιπαράθεση με όσα ο άνθρωπος θα προτιμούσε να μην αντικρίσει. Αντίστοιχα, στο «Ένα τρένο που όλο φεύγει» (σ. 25), το τρένο αποδίδει εύγλωττα την ανθρώπινη αδυναμία να κατοικήσει πραγματικά στο παρόν, καθώς η σκέψη διχάζεται ανάμεσα σε όσα έχουν περάσει και σε όσα πρόκειται να έρθουν: «…Ένα τρένο με κατεύθυνση προς τον νότο και ’γω/ καρφωμένος σε μια θέση που κοιτάει τον βορρά.// Δεν βλέπω τι έρχεται, παρά μόνο ότι φεύγει/. […] Κατεβαίνω και χάνω το μέλλον./ Παραμένω και χάνω το παρόν». Το παράδοξο αυτό δίλημμα συμπυκνώνει μια από τις πιο επίμονες αγωνίες της συλλογής: την αδυναμία του ανθρώπου να βρεθεί ολοκληρωτικά εκεί όπου βρίσκεται.
Το ίδιο πολυσήμαντη είναι και η παρουσία του φωτός. Ήδη από το ποίημα «Το άπειρο» (σ. 11), το φως δεν εμφανίζεται ως ήρεμη λύτρωση ή ως ένας ασφαλής προορισμός, αλλά ως μια βίαιη και επικίνδυνη ρήξη μέσα στο σκοτάδι, ως μια στιγμιαία έκλαμψη που έχει σχεδόν υλική και αιχμηρή υπόσταση: «Μπορείς να αγγίξεις το άπειρο; Πρόσεχε μη σε κόψει». Η εικόνα αυτή είναι ενδεικτική της συνολικής ποιητικής του Κιτσίδη: ακόμη και η αποκάλυψη δεν είναι ακίνδυνη. Η γνώση, η αυτογνωσία και η υπέρβαση του οικείου προϋποθέτουν ένα είδος έκθεσης και, ενίοτε, τραυματισμού.
Σε θεματικό επίπεδο, η συλλογή επαναπραγματεύεται διαχρονικά υπαρξιακά ζητήματα, εντάσσοντάς τα οργανικά στο σύγχρονο αστικό τοπίο. Η πόλη δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα, αλλά έναν ζωντανό οργανισμό που επηρεάζει τη διάθεσή τους, τις σχέσεις τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Στο πεζοποίημα «Μια ταράτσα στον ουρανό της Αθήνας» (σσ. 23-24), το μπαρ και η νυχτερινή Αθήνα γίνονται το πεδίο όπου οι ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις απογυμνώνονται από τις κοινωνικές συμβάσεις: «Ποια μισοξεχασμένα πάθη αντανακλώνται στα άδεια μπουκάλια και τα μαυρισμένα τασάκια της νύχτας; Ποιοι είναι μετά το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο ποτό, όταν οι αναστολές διαλύονται και τα ένστικτα βγαίνουν μπροστά; […] Στο τέλος μια γλυκόπικρη επίγευση· μάλλον είναι Νεγκρόνι…». Η πόλη του Κιτσίδη δεν είναι λοιπόν απρόσωπη. Είναι ένας χώρος επιθυμίας, μοναξιάς, εξομολόγησης και προσωρινής συνεύρεσης, όπου οι άνθρωποι δοκιμάζουν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, ακόμη κι αν γνωρίζουν ότι η νύχτα θα τελειώσει.
Ο έρωτας, παράλληλα, αποκτά μια ιδιαίτερη πολυσημία. Δεν περιορίζεται στη συμβατική σχέση δύο προσώπων, αλλά συνδέεται με την κατάργηση ή, έστω, τη διαστολή του χρόνου. Στο «Ένα φιλί από το μέλλον» (σ. 20), η εικόνα μιας «ανάμνησης από το μέλλον» ανατρέπει τη γραμμική αντίληψη της χρονικότητας: «Μια νοσταλγία για δυο μάτια που δεν έχω/ ακόμα φιλήσει, μια ανάμνηση απ’ το μέλλον.// Για μια καρδιά που στα χέρια μου δεν έχω κρατήσει, /μα τα πάντα μέσα μου φωνάζουν «θέλω». Η επιθυμία προηγείται εδώ της εμπειρίας και δημιουργεί μια μνήμη για κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί. Ο έρωτας γίνεται έτσι μια μορφή προσδοκίας που κατοικεί ταυτόχρονα στο παρόν και στο μέλλον.
Στο «Χωρίς ανάσα» (σ. 22), αντίθετα, ο έρωτας αποκτά περισσότερο σωματική και ανατρεπτική διάσταση και γίνεται πεδίο αποδόμησης των καθιερωμένων φορμών: «Δεν τραβάμε ευθείες, βανδαλίζουμε σχήματα· /τα σώματά μας κύματα που αλλοιώνουν το χρόνο. […] Νεκρός χρόνος, δεν παίρνουμε φόρα·/ ανάσα κομμένη, ελεύθερη πτώση». Η γλώσσα εδώ γίνεται πιο πυκνή και κινητική, ενώ το σώμα μετατρέπεται σε δύναμη που παραμορφώνει τον χρόνο και αρνείται τη γραμμικότητα. Και αυτή η άρνηση της «ευθείας» συνομιλεί τελικά με τον ίδιο τον τίτλο της συλλογής: στον κόσμο του Κινούμενου Λαβύρινθου δεν υπάρχουν ευθείες διαδρομές, αλλά διαρκείς μετατοπίσεις.
Γλωσσικά, ο Κιτσίδης ισορροπεί ανάμεσα στον λυρισμό και την καθημερινή αστική ομιλία. Ο ρυθμός των ποιημάτων μεταβάλλεται ανάλογα με την ψυχική ένταση: άλλοτε αναπτύσσεται αργά και στοχαστικά και άλλοτε γίνεται κοφτός, προφορικός και σχεδόν επιτελεστικός, με εμφανείς επιρροές από τη Slam Poetry και την Hip-Hop αισθητική. Αυτή η προφορικότητα επιτρέπει στα ποιήματα να διατηρούν την αίσθηση μιας ζωντανής φωνής, μιας φωνής που δεν απευθύνεται από απόσταση στον αναγνώστη αλλά μοιάζει να συνομιλεί μαζί του.
Κεντρικό εκφραστικό μηχανισμό αποτελούν τα ρητορικά ερωτήματα, τα οποία λειτουργούν ως προσκλήσεις αυτοαναστοχασμού και προσδίδουν στη συλλογή έναν έντονα διαλογικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικός είναι ο εσωτερικός διάλογος στο ποίημα «Εσωτερικοί ταξιδιώτες» (σ. 12): «Κι’ αν τα καταστρέψω όλα;»/ – Άσε, πού να τρέχουμε τώρα, σκέφτεται./ «Κι’ αν ζήσεις στ’ αλήθεια;»/ Αντιρωτά μια φωνή μέσα του…». Εδώ η εσωτερική σύγκρουση αποκτά κυριολεκτικά φωνές, ενώ η ερώτηση παύει να ζητά απάντηση και γίνεται τρόπος ύπαρξης. Αντίστοιχα, στο «Γράμμα στη μέρα» (σ. 14), η αγωνιώδης απορία «Και τώρα τι; Τώρα που οι νύχτες έχουν το ίδιο χρώμα/ και το φεγγάρι/ ξέμεινε στη θέση του;» αποτυπώνει μια κατάσταση υπαρξιακής ακινησίας, όπου ακόμη και ο χρόνος μοιάζει να έχει χάσει την ικανότητά του να μεταβάλλει τα πράγματα.
Αναμφίβολα, σε ορισμένα σημεία η άμεση εξομολογητική διάθεση οδηγεί σε πιο δηλωτικές διατυπώσεις, περιορίζοντας στιγμιαία την πολυσημία του ποιητικού λόγου. Παράλληλα, η επαναλαμβανόμενη χρήση ορισμένων μοτίβων, όπως η φωτιά, το σκότος και ο καθρέφτης, ενδέχεται να δημιουργήσει την αίσθηση μιας εσκεμμένης εμμονής. Ωστόσο, οι επιλογές αυτές δεν μοιάζουν τυχαίες ούτε αποδυναμώνουν αναγκαστικά τη συνολική σύνθεση. Αντίθετα, υπηρετούν την επιμονή του ποιητή σε έναν συγκεκριμένο υπαρξιακό πυρήνα και συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός συμπαγούς ποιητικού σύμπαντος, όπου οι ίδιες εικόνες επιστρέφουν μεταμορφωμένες, όπως ακριβώς επιστρέφει και ο άνθρωπος στα ίδια ερωτήματα, κάθε φορά από διαφορετικό σημείο.
Η βαθύτερη απάντηση στο «Γιατί» (σ. 30) αυτής της ποιητικής διαδρομής δίνεται συμπυκνωμένη στους καταληκτικούς στίχους της συλλογής: «Γράφω για όλα αυτά που τρυπάνε τις αισθήσεις μου σαν βέλη. […] Γράφω για να αναπνέω σε έναν πλανήτη που καίγεται./ Για να βρω κι άλλους να μου δείξουν πώς γίνεται. // Πώς θα φτιάξουμε έναν κόσμο που τον έχουμε ανάγκη,/ μα έχουμε ξεχάσει πως λέγεται;» Η γραφή εδώ δεν παρουσιάζεται ως διακοσμητική δραστηριότητα ούτε ως καταφύγιο αποκομμένο από την πραγματικότητα. Είναι τρόπος αναπνοής, επικοινωνίας και αναζήτησης ενός κοινού τόπου. Το προσωπικό «γράφω» μετατρέπεται σταδιακά σε συλλογικό «πώς θα φτιάξουμε», και αυτή η μετατόπιση ίσως αποτελεί μία από τις πιο ουσιαστικές κατακτήσεις της συλλογής: η προσωπική αγωνία δεν παραμένει κλεισμένη στον εαυτό, αλλά αναζητά τον άλλον.
Συνολικά, ο Κινούμενος Λαβύρινθος αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη παρουσία στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, ακριβώς επειδή επιχειρεί να συνομιλήσει με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα χωρίς να απομακρύνεται από τη γλώσσα και την εμπειρία του σύγχρονου ανθρώπου. Ο Χρήστος Κιτσίδης κατορθώνει να συνδυάσει την προσωπική εξομολόγηση με τον φιλοσοφικό στοχασμό, τον λυρισμό με την αστική εμπειρία και τη συμβολική γραφή με την αμεσότητα της γλώσσας. Η ιδιαίτερη δύναμη της συλλογής βρίσκεται ίσως ακριβώς στην άρνησή της να προσφέρει μια οριστική έξοδο. Ο λαβύρινθος παραμένει κινούμενος, επειδή κινούμαστε και εμείς μέσα του, αλλάζοντας διαρκώς θέση απέναντι στον εαυτό μας, στους άλλους και στον κόσμο. Η συλλογή δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις· καλεί τον αναγνώστη να διασχίσει τον δικό του λαβύρινθο, αποδεχόμενος ότι η ουσιαστική έξοδος δεν βρίσκεται στην κατάργηση της αβεβαιότητας, αλλά στη γενναία και συνειδητή πορεία μέσα σε αυτήν.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
