Η ασθένεια ως τρόπος θέασης του κόσμου

[Κέντζι Μιγιαζάουα, Εν Ασθενεία η Γραφή μου Τελειούται, μτφρ. Μαρία Αργυράκη, εκδόσεις Ύδωρ – Όμιλος Πολιτισμού, 2026]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Η ελληνική ποιητική ανθολόγηση του Κέντζι Μιγιαζάουα δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη μεταφραστική προσθήκη στη βιβλιογραφία της ιαπωνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για μια έκδοση που φιλοδοξεί να εισαγάγει τον Έλληνα αναγνώστη σε έναν ολόκληρο πνευματικό κόσμο. Η επιλογή της Μαρίας Αργυράκη να συνοδεύσει τα ποιήματα με μια εκτενή θεωρητική εισαγωγή αποδεικνύεται καθοριστική. Η ποίησή του είναι αλληλένδετη με τον βουδισμό Νιτσιρέν, την επιστημονική του παιδεία, την αγάπη του για τη φύση και, κυρίως, από τη βαθιά εμπειρία της ασθένειας και της απώλειας.

Η εισαγωγή αποφεύγει τόσο τον υμνητικό τόνο όσο και τη στενή βιογραφική ερμηνεία. Αντίθετα, προτείνει μια σύνθεση, παρουσιάζοντας τον Μιγιαζάουα ως έναν δημιουργό που μετασχηματίζει την προσωπική δοκιμασία σε μια κοσμοθεωρία συμπόνιας. Η ασθένεια δεν λειτουργεί ως αποκλειστικό ερμηνευτικό κλειδί, αλλά ως τόπος όπου η ποιητική του συνείδηση αποκτά ιδιαίτερη διαύγεια. Η επισήμανση αυτή καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται τα ποιήματα της παρούσας επιλογής.

Η πρώτη ενότητα, αφιερωμένη στην αδελφή του Τόσι, αποτελεί ίσως το πιο συγκλονιστικό τμήμα της συλλογής. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως μελοδραματικό γεγονός αλλά ως σταδιακή μετάβαση, όπου το φυσικό στοιχείο, το χιόνι, το νερό, το πεύκο, γίνεται γλώσσα του αποχαιρετισμού. Στο «Πρωινό του Αιώνιου Αποχαιρετισμού» η επωδός «Κεντζάκο μου, σύρε φέρε μου λίγο νερόχιονο» αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Το νερό και το χιόνι παύουν να είναι φυσικά φαινόμενα. Μεταμορφώνονται σε φορείς μνήμης, αγάπης και πνευματικής τροφής.

Η Αργυράκη επισημαίνει εύστοχα ότι ο Μιγιαζάουα δεν αντιμετωπίζει την απώλεια ως ιδιωτικό δράμα αλλά ως εμπειρία που διευρύνεται σε μια ευρύτερη αντίληψη αλληλεξάρτησης όλων των όντων. Η παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνεται σε κάθε σχεδόν ποίημα της ενότητας. Η φύση δεν λειτουργεί ως σκηνικό της ανθρώπινης οδύνης, αλλά ως οργανισμός που συμμετέχει στην ίδια την εμπειρία του πένθους. Η βροχή, το χιονόνερο, οι πευκοβελόνες, ο αέρας και το φως συνυφαίνονται με τον ανθρώπινο πόνο χωρίς ποτέ να γίνονται αλληγορίες με τη στενή έννοια. Αντιθέτως, παραμένουν πραγματικά φυσικά στοιχεία, μέσα στα οποία όμως η ανθρώπινη συνείδηση αναγνωρίζει τη θέση της.

Εντυπωσιακή είναι και η οικονομία της έκφρασης. Ο Μιγιαζάουα δεν επιδιώκει την υψηλή ρητορεία. Ακόμη και στις πλέον δραματικές στιγμές κυριαρχεί η απλότητα. Στον «Βουβό Θρήνο» η ερώτηση «γιατί βαδίζεις μονάχη στον δρόμο του πεπρωμένου σου;» συμπυκνώνει περισσότερο πόνο από οποιαδήποτε εκτενή εξομολόγηση. Η λιτότητα αυτή, όπως σημειώνεται στην εισαγωγή, συνδέεται και με τη μορφή των τελευταίων χειρογράφων του, όπου η σχεδόν προφορική εκφορά του λόγου συνιστά συνειδητή αισθητική επιλογή και όχι ένδεια ύφους.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η συλλογή στη δεύτερη ενότητα, τα ποιήματα της ασθένειας. Εδώ η φυματίωση δεν παρουσιάζεται ως αντίπαλος προς καταγγελία ούτε ως αφορμή υπαρξιακής απόγνωσης. Το σώμα μετατρέπεται σε τόπο παρατήρησης. Στο ποίημα «Στο κρεβάτι» διαβάζουμε:

«Είναι ο άνεμος που φυσά
τον θύσανο της καλαμιάς.»

Η εικόνα μοιάζει σχεδόν χαϊκού, όμως πίσω από αυτήν κρύβεται μια ολόκληρη μετατόπιση της οπτικής: ακόμη και ο κατάκοιτος ποιητής εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στη ροή της φύσης. Η ασθένεια δεν τον απομονώνει από τον κόσμο. Αντιθέτως, τον επανασυνδέει μαζί του.

Στο «Το λέω με τα μάτια» αυτή η στάση γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Η δραματικότητα της αιμορραγίας αντιπαρατίθεται με έναν «καθαρό γαλανό ουρανό / και διάφανο αέρα μόνο». Η αντίθεση δεν οδηγεί σε τραγικό λυρισμό αλλά σε μια σχεδόν γαλήνια αποδοχή. Ο θάνατος δεν καταργεί τη ζωή. Αποτελεί μέρος της ίδιας φυσικής τάξης.

Η μεγάλη συμβολή της θεωρητικής εισαγωγής βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η Αργυράκη φωτίζει τις βουδιστικές έννοιες του μποντισάτβα και της συμπόνιας χωρίς να εγκλωβίζει την ποίηση σε θρησκειολογικές προσεγγίσεις. Αντίθετα, δείχνει ότι η ποιητική του Μιγιαζάουα μπορεί να συνομιλήσει τόσο με τον οικολογικό στοχασμό, όσο και με ορισμένες χριστιανικές αντιλήψεις περί αυτοθυσίας και ευθύνης απέναντι στον άλλον. Πρόκειται για μια τολμηρή αλλά τεκμηριωμένη ανάγνωση, που αναδεικνύει τον ποιητή ως διαπολιτισμική μορφή και όχι ως εμβληματική μορφή μιας μακρινής Ανατολής.

Εξίσου σημαντική είναι η επισήμανση των επιστημονικών του ενδιαφερόντων. Η γνώση της γεωλογίας, της γεωπονίας και της χημείας δεν εμφανίζεται ως βιογραφική λεπτομέρεια αλλά ως στοιχείο της ποιητικής του γλώσσας. Η φύση του Μιγιαζάουα δεν είναι ποτέ ειδυλλιακή. Είναι ένας κόσμος οργανικών σχέσεων, μεταβολών και αλληλεξαρτήσεων. Για τον λόγο αυτό οι εικόνες του διαθέτουν μια σπάνια ακρίβεια, ακόμη και όταν αποκτούν μεταφυσικές αποχρώσεις.

Η ελληνική μετάφραση κατορθώνει να αποδώσει αυτή τη διπλή ποιότητα: τη μουσικότητα χωρίς υπερβολικό εξωραϊσμό και την απλότητα χωρίς πεζολογία. Σε αρκετά σημεία διατηρείται ένας προφορικός τόνος που επιτρέπει στον αναγνώστη να αισθανθεί πως πρόκειται για λόγο σχεδόν ψιθυριστό, γραμμένο από έναν άνθρωπο που γνωρίζει ότι ο χρόνος του λιγοστεύει.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη συνολική αισθητική της έκδοσης. Τα εικαστικά της Μυρσίνης Βαρδοπούλου δεν λειτουργούν ως διακοσμητικό συμπλήρωμα αλλά συνομιλούν οργανικά με τη λιτή ποιητική γραφή. Οι αποχρώσεις του γαλάζιου, του λευκού και του γκρίζου ανταποκρίνονται στο μοτίβο του φωτός και του χιονιού που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, ενισχύοντας την αίσθηση μιας ήρεμης, σχεδόν διαφανούς εσωτερικότητας.

Εκεί όμως που το βιβλίο αποκτά πραγματική σημασία είναι στο τελευταίο επίπεδο ανάγνωσης. Ο Μιγιαζάουα δεν ζητά από τον αναγνώστη να θαυμάσει την αντοχή του απέναντι στην ασθένεια. Τον καλεί να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο κατοικεί τον κόσμο. Η ασθένεια δεν αποτελεί εξαίρεση από τη ζωή, αλλά μορφή γνώσης. Η ευθραυστότητα γίνεται πηγή συμπόνιας, η προσωπική δοκιμασία μετατρέπεται σε ευθύνη απέναντι σε κάθε μορφή ζωής.

Γι’ αυτό και ο τίτλος Εν Ασθενεία η Γραφή μου Τελειούται δεν δηλώνει μια ηρωική υπέρβαση ούτε μια μυστικιστική ολοκλήρωση. Δηλώνει ότι η ποίηση ωριμάζει όταν εγκαταλείπει την αυτάρκεια του εγώ και στρέφεται προς τον άλλον. Όπως υπογραμμίζεται στην εισαγωγή, ο Μιγιαζάουα παραμένει μέχρι τέλους «δίπλα στον φροντιστή, τον ασθενή, τον φτωχό, τον αδύναμο, χωρίς αξίωση ανταπόδοσης». Αυτή ακριβώς η ηθική της παρουσίας αποτελεί και τη βαθύτερη ποιητική του κατάκτηση.

Η παρούσα έκδοση, χάρη στη φιλολογική επιμέλεια, τη μετάφραση και την εξαιρετικά τεκμηριωμένη εισαγωγή της Μαρίας Αργυράκη, δεν προσφέρει μόνο ουσιαστική γνωριμία του ελληνικού κοινού με την ποίηση του Κέντζι Μιγιαζάουα. Προσφέρει κυρίως έναν τρόπο να ξανασκεφτούμε τη σχέση ποίησης, φύσης και ανθρώπινης ευαλωτότητας, σε μια εποχή όπου και τα τρία αποκτούν νέα επικαιρότητα. Είναι μια έκδοση που δεν διαβάζεται βιαστικά. Ζητά αργό ρυθμό, σιωπή και επαναναγνώσεις. Ανταμείβει τον αναγνώστη με μια από τις πιο ήσυχες αλλά και πιο βαθιές ποιητικές εμπειρίες της σύγχρονης ιαπωνικής γραμματείας.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση