26 Ιουλίου 2026
[Συλλογικό έργο, Κύπρος και άλλες κατοχές. 52 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο / Cipro e altre occupazioni. 52 anni dall’occupazione dell’ isola di Cipro, Di Felice Edizioni, 2026]
Της Φωτεινής Βασιλοπούλου
Στις 88 σελίδες της δίγλωσσης ελληνοϊταλικής ποιητικής ανθολογίας Κύπρος και άλλες κατοχές. 52 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο / Cipro e altre occupazioni. 52 anni dall’occupazione dell’ isola di Cipro, Di Felice Edizioni, 2026 περιέχονται εικοσιένα αντικριστά ποιήματα -ελληνικά στο verso και ιταλικά στο recto- ισάριθμων Ιταλών ποιητών και Ιταλίδων ποιητριών, γραμμένα κατόπιν πρόσκλησης από την ποιήτρια Αλεξάνδρα Ζαμπά, ανθολόγο και μεταφράστρια της συλλογής, εξ αφορμής της συμπλήρωσης μισού αιώνα (Ιούλιος 1974) από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η οποία διχοτόμησε βίαια το νησί, θέτοντας το βόρειο τμήμα υπό κατοχή, εκδιώκοντας χιλιάδες Ελληνοκύπριους, χωρίς προοπτική επιστροφής, σφαγιάζοντας κι αιχμαλωτίζοντας, εγκλωβίζοντας, βυθίζοντας στο πένθος τη χώρα και διαμορφώνοντας τραγικά τη σύγχρονη ιστορία της.
Η εδαφική κατοχή έχει μετατραπεί σε ψυχική και συναισθηματική κατοχή, σε εθνική πληγή, προκαλώντας στον κυπριακό λαό ένα ανυπέρβλητο τραύμα που δεν μπορεί να επουλωθεί στις κρίσιμες συναντήσεις κορυφής και στις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος στα Ηνωμένα Έθνη ή αλλού. Δεν υπάρχει άραγε κανένας τρόπος βελτίωσης της κατάστασης στα εγκαταλελειμμένα χωριά, στα κατειλημμένα από νέους κατοίκους-εποίκους σπίτια, στους παραβιασμένους, από ξένους, ιερούς τόπους, στα φυλακισμένα νεκροταφεία των προγόνων τους, καμία πρόταση για τη Λευκωσία, μια πρωτεύουσα χωρισμένη στα δύο, τραυματισμένη από αγκαθωτό σύρμα;
[…]
δεν χρειάζεται πια άλλο συρματόπλεγμα
τα σώματά μας απλώθηκαν απανωτά στη νεκρή ζώνη
είμαστε μια δαιδαλώδης σειρά από ιστορίες άλλων
ενσωματωμένες σ’ εμάς
νεκρούς κουβαλάει η αγκάλη μας
– η μήτρα μας όλο οστά ανάμικτα –
το δέρμα μας από τη φωτιά σημαδεμένο
απλωμένο στον άνεμο σηματοδοτεί το χίλια εννιακόσια
εβδομήντα τέσσερα
το κουβαλάμε τσαλακωμένο
με παιδιά σκοτωμένα, γυναίκες βιασμένες, άνδρες
εκτελεσμένους
ένα σακί βαρύ να χτυπάμε την πόρτα του Ιούλη
(Αλεξάνδρα Ζαμπά, Ιούλης 1974 – Attila Harekâtı, σσ. 64-66)
Μα σε κάθε αδιέξοδο υπάρχει η καλλιτεχνική δημιουργία, η τέχνη, η λογοτεχνία που μπορεί να προβάλει μια ρωγμή ελπίδας, γιατί, όπως γράφει η επιμελήτρια της έκδοσης Αλεξάνδρα Ζαμπά στην εισαγωγή της ανθολογίας: η ποίηση έγκειται στην ικανότητα να προσφέρει έναν χώρο για την έκφραση και την επεξεργασία σύνθετων συναισθημάτων, που είναι δύσκολο να εκφραστούν άμεσα με λόγια. Η ποίηση επιτρέπει στη μνήμη να αναδείξει λεπτομέρειες και να ονομάσει το ανείπωτο, να μετασχηματίσει τον πόνο και να δημιουργήσει ένα αίσθημα σύνδεσης με τους άλλους μέσω των κοινών εμπειριών (σσ. 6-8).
Το βιβλίο περιέχει ένα εξαιρετικό εικαστικό έργο της Κύπριας καλλιτέχνιδας Μαρίας Χατζητοφή, το οποίο συνομιλεί με τις μυθικές μέλισσες του Ονήσιλου, καθώς και εκτεταμένες βιογραφίες των εικοσιένα Ιταλών/ίδων ποιητών/τριών που συμμετέχουν σε αυτό το αξιοσημείωτo εγχείρημα, αυτή τη λογοτεχνική και δημιουργική πρόσκληση∙ ποιητών/τριών που ζουν σε μια χώρα μακριά από τις σειρήνες του πολέμου και των επιθέσεων, με έμμεση μόνο, μέσω πληροφόρησης, έκθεση στο τραύμα. Η ανθολογία ετεύχθη χάρη σε είκοσι μία άγρυπνες φωνές και συνειδήσεις, σε ανήσυχα πνεύματα που δεν μπορούν να σιωπήσουν μπρος στο τραύμα της κατοχής, μπρος στα προβλήματα που δε βρίσκουν λύσεις, μπρος στις εισβολές σε χώρες και χώρους, σε σώματα και ψυχές. Μόνο όταν το τραύμα μοιράζεται, διαιρείται, γίνεται θεία κοινωνία, που μεταλαμβάνεται και μας βοηθά να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας, γιατί, όπως γράφει η Μάρβι Ντελ Πότζο (άτιτλο, σ. 34):
[…]
Τι απομένει για τον άοπλο ποιητή;
Επιμένει στην κραυγή των λόγων του
στην ντροπή τού ότι γεννήθηκε άνθρωπος
[…]
Εγώ είμαι εκείνο το ακρωτηριασμένο παιδί
εγώ είμαι η βιασμένη γυναίκα
εγώ είμαι εκείνη η πολεμική κραυγή.
Ποτέ δεν θα είμαι φωνή που μένει σιωπηλή.
Η γλώσσα και το ύφος των κειμένων δεν είναι ενιαία, ποικίλλουν. Άλλοτε ο αναγνώστης συναντά ύφος λυρικό και άλλοτε πιο λιτό, κάποτε περισσότερο κοινωνικό ή φιλοσοφικό, μα πάντα άμεσο που επιτυγχάνει να συνδυάσει την υψηλή λογοτεχνία και την κοινωνική ευαισθησία. Η ανθολογία μάς προτείνει ένα μήνυμα κατανόησης, αλληλεγγύης και ελπίδας πως η ποίηση μπορεί να ρίξει τα τείχη της ατομικότητας και της ιδιωτείας, να απαιτήσει ενέργειες, πράξεις, λύσεις. Χωρίς να απεμπολήσει την υψηλή ποιότητα, η ποίηση μπορεί να γίνει χώρος πάλης, εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης.
Το τραύμα δεν εξωραΐζεται, αλλά μετατρέπεται σε ποιητική τέχνη, ενώ η Κύπρος και η διχοτόμησή της είναι το πρόσχημα για να μιλήσουν οι ποιητές, επίσης, για την ιστορική και γλωσσική εισβολή του κυρίαρχου επί του κυριαρχούμενου, για την αδύναμη γλώσσα, για το αδύναμο φύλο, το αδύναμο σώμα, για τις επιβολές και εισβολές, για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, τις μεταναστευτικές ροές στη Μεσόγειο.
[…]
III – Κρόκος ή των αγνοουμένων
Τη νύχτα, κάτω από αραιές βροχές ή ήσυχα αστέρια,
αναδύομαι ξανά, αληθινός κρόκος της Κύπρου,
αθέατος από τους ζωντανούς.
Όποιος με διακρίνει έχει πλέον εξαφανιστεί, έχει καταποντιστεί,
έχει χάσει ακόμη και το όνομά του από τη μνήμη.
Σιωπηλά, ανταλλάσσουμε σινιάλα.
(Άννα Μαρία Κούρτσι, Στον δρόμο προς την Κερύνεια, σ. 32)
Σε μια εποχή ατομικότητας, η τέχνη, γενικότερα, και πιο συγκεκριμένα η ποίηση βρίσκει δικαίωση της ύπαρξής της σε αυτό το εγχείρημα, σ’ αυτή τη συλλογική προσπάθεια, καθώς οι ποιητικές φωνές στην ανθολογία τονίζουν την ανάγκη για ανεξαρτησία, κυριαρχία, δικαιοσύνη και ελευθερία, μας προσκαλούν να σκεφτούμε, να δράσουμε και να αντιδράσουμε, επειδή η ποίηση δεν είναι χάδι, μια χειρονομία αβρότητας και ανεμελιάς, αλλά μάλλον μια γροθιά στο στομάχι, μια κοινωνική και πολιτική πράξη. Οι δημιουργοί παίρνουν τη θαρραλέα απόφαση να μην παραμείνουν αδιάφοροι απέναντι στην αδικία που προκαλεί κάθε κατοχή, τείνουν μια χείρα βοηθείας, μια φωνή, έναν ψίθυρο στον προσβεβλημένο άνθρωπο, καταθέτουν μια χούφτα χώμα φερτών υλικών στην προσπάθεια γεφύρωσης της γεωγραφίας της απώλειας.
Ιτιές της ερήμου
Και πώς θα μπορούσαμε να μείνουμε σιωπηλοί
στην ανατριχιαστική έκρηξη της βόμβας
στους δρόμους, στα δάκρυα και ουρλιαχτά
των αθώων, στις μαύρες ριπές
του τρόμου – καθρέφτες αρχαίων λαθών –,
στον γυάλινο θρήνο της ζωής
θρυμματισμένης στην έρημο του κακού;
Μπροστά στο αδύνατο, στα γόνατα,
ακόμα και η σιωπή ούρλιαζε χωρίς όρια,
ταλαντευόμενη λυπημένη ανάμεσα στην αγάπη και το αίμα.
(Τζουζέπε Μελούτσιo, σ. 46)
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
