22 Ιουλίου 2026
[Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω; εκδόσεις Περισπωμένη, 2025]
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Υπάρχουν τίτλοι βιβλίων που περιγράφουν το περιεχόμενό τους και άλλοι που σε σταματούν πριν ακόμη ανοίξεις την πρώτη σελίδα. Το Τι αιώνα κάνει έξω; του Γιώργου Κοζία ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γιατί τον καιρό τον κοιτάζουμε από το παράθυρο. Βλέπουμε τον ουρανό, τα σύννεφα, τον ήλιο και αποφασίζουμε. Τον αιώνα όμως; Πώς μετριέται η θερμοκρασία μιας εποχής και ποια είναι τα σημάδια που προειδοποιούν για τις καταιγίδες της;
Ο Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη, κοιτάζει προς τα έξω. Και αυτό που βλέπει δεν είναι καθόλου καθη-συχαστικό.
Ο αιώνας του είναι γερασμένος, βίαιος, γεμάτος νεκρούς και διαψεύσεις. Ένας κό-σμος όπου η Ιστορία δεν βρίσκεται πίσω μας αλλά εξακολουθεί να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς.
Στον «Ερημόκαμπο» γράφει:
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη
Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης.
Η «εποχή γερασμένη» είναι μια φράση που κράτησα. Γιατί δεν γερνά μόνο ο άνθρωπος. Γερνούν οι εποχές, κουράζονται οι ιδέες, φθείρονται οι λέξεις, αδειάζουν τα σύμβολα. Και ο άνθρωπος ξημερώνει «σκουντουφλώντας». Ανίδεος ίσως όχι επειδή δεν γνωρίζει, αλλά επειδή γύρω του συμβαίνουν πια τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που δυσκολεύεται να καταλάβει πού ακριβώς βρίσκεται.
Η ποίηση του Κοζία δεν κλείνεται στο προσωπικό δωμάτιο. Το βλέμμα της ταξιδεύει διαρκώς. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βηρυτό, Δαμασκό, Οδησσό, Πράγα, Λένινγκραντ. Οι πόλεις περνούν από τους στίχους του φορτωμένες την Ιστορία τους.
Μελαγχολική η Αθήνα
Πληγωμένη η Βηρυτός
Έρημο το Μανχάταν
Άσυλο τρελών η Δαμασκός
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών.
Δεν είναι ένας κατάλογος τόπων. Οι πόλεις έχουν σώμα. Πληγώνονται, μελαγχολούν, ερημώνουν. Σαν να έχει περάσει πάνω από όλες ο ίδιος άνεμος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπο, οι εξουσίες αλλάζουν πρόσωπα, οι σημαίες αντικαθίστανται. Η ανθρώπινη δοκιμασία όμως επιμένει.
Και μαζί της επιμένουν οι νεκροί.
Οι νεκροί είναι παντού σε αυτή τη συλλογή. Όχι ως σιωπηλές παρουσίες. Επιστρέφουν, συνομιλούν με τους ζωντανούς, εισβάλλουν στο παρόν. Ο Μαρά, ο Μαγιακόφσκι, ο Βιγιόν, ο Καρυωτάκης, ο Χλέμπνικοφ. Ο Κοζίας φτιάχνει μια παράξενη πομπή ανθρώπων και φωνών.
Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τη διακειμενικότητα της ποίησής του. Προτιμώ όμως να τη δω ως μνήμη. Γιατί οι φωνές των άλλων δεν βρίσκονται στους στίχους για να επιδείξει ο ποιητής τις αναγνώσεις του. Βρίσκονται εκεί επειδή κανένα τραγούδι δεν αρχίζει πραγματικά από την αρχή. Πίσω από κάθε λέξη υπάρχουν άλλες λέξεις και πίσω από κάθε ποιητή στέκονται οι ποιητές που προηγήθηκαν.
Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα – αναπνέουν
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια – ξεραίνονται
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι – σβήνουν
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι – τραγουδούν.
Οι στίχοι του Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, που περνούν στον «Ρεμβασμό στη στέπα», μοιάζουν να φωτίζουν ολόκληρη τη συλλογή. Οι άνθρωποι πεθαίνουν και τραγουδούν. Ή ίσως τραγουδούν επειδή γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν.
Μόνο που στον αιώνα του Κοζία το τραγούδι δυσκολεύεται.
Στόματα βλέπεις και γλώσσες δεν ακούς.
Ένας στίχος που με έκανε να σταθώ. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν. Γράφουν, σχολιάζουν, μεταδίδουν. Οι λέξεις είναι παντού. Κι όμως, «γλώσσες δεν ακούς». Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής εικόνα για την παράξενη σιωπή της εποχής μας. Μια σιωπή που δεν προέρχεται από την απουσία λόγου αλλά από την υπερβολή του.
Και ύστερα:
Καλογιάννο, Καλογιάννο
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!
Επέστρεψα αρκετές φορές σε αυτούς τους δύο στίχους. Ίσως γιατί αναγνώρισα σε αυτούς κάτι πολύ δικό μας. Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του. Βλέπει, αλλά δεν προλαβαίνει να καταλάβει. Μιλά, αλλά οι λέξεις του δεν φτάνουν. Προσπαθεί να ονομάσει αυτό που ζει και, μέχρι να βρει το όνομα, ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει.
Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα από τις μηχανές
καλύτερα από τους πάνθηρες.
Έξω ο κόσμος αλλάζει. Μέσα μας όμως; Ο Κοζίας δεν φαίνεται να πιστεύει ιδιαίτερα στην πρόοδο του ανθρώπου. Οι μηχανές εξελίσσονται, οι κοινωνίες αλλάζουν, καινούργιες λέξεις μπαίνουν στη ζωή μας. Τα αρχαία θηρία όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας.
Γι’ αυτό και η ποίησή του είναι πολιτική. Όχι με την έννοια του συνθήματος. Άλλωστε γνωρίζει καλά τα συνθήματα και γνωρίζει επίσης τι απέγιναν πολλές από τις μεγάλες υποσχέσεις της Ιστορίας.
Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή
Τι απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;
Τι απέγινε πράγματι;
Αυτή η ερώτηση ξεπερνά τις πόλεις. Τι γίνεται η οργή όταν κουραστεί; Πού πηγαίνει η αντίσταση όταν μετατραπεί σε ανάμνηση; Πότε ο άνθρωπος συνηθίζει τόσο πολύ την υποταγή, ώστε παύει ακόμη και να την αναγνωρίζει;
Το ανθρώπινο σώμα στους στίχους του Κοζία πληρώνει σχεδόν πάντα το τίμημα. Σάρκα, δέρμα, κόκαλα, κρανία, αίμα. Ένα σώμα που γδέρνεται, θάβεται, τεμαχίζεται. Στο «Δερματάδικο» διαβάζουμε:
Δέρμα για πορτοφόλια
για αμπαζούρ, για άλμπουμ
Δέρμα της σκύλας του Μπούχενβαλντ
δέρμα εργατικό, δέρμα του σκλάβου
δέρμα παραφροσύνης.
Ο ποιητής δεν χαμηλώνει το βλέμμα μπροστά στη φρίκη. Ούτε προσπαθεί να την κάνει περισσότερο εύπεπτη. Κάποιες εικόνες είναι σκληρές, στα όρια του γκροτέσκου. Ίσως όμως χρειάζεται η υπερβολή όταν η καθημερινή επαφή μας με τη βία μάς έχει κάνει τόσο δύσκολους στο να συγκλονιστούμε.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι υπάρχει η Ομορφιά. Όχι αθώα. Όχι προστατευμένη.
Στον «Βάαλ ή Ο μικρός θεός της Ομορφιάς» οι δήμιοι «δοκιμάζουν την τέχνη τους / πάνω στον μικρό θεό της Ομορφιάς». Και στον «Ροδανθό»:
Η Ομορφιά σαν θερισμός
όλα τα θέλει τώρα
το μαγικό, το άνομο, το άπιαστο, το ξένο.
Και το τσεκούρι ανθίζει.
Έκλεισα το βιβλίο και ο στίχος συνέχισε να με ακολουθεί. «Και το τσεκούρι ανθίζει». Τέσσερις λέξεις. Η καταστροφή και η ομορφιά στην ίδια εικόνα. Το τσεκούρι, αυτό που κόβει, ανθίζει. Και σκέφτομαι πως κάπως έτσι κινείται ολόκληρη η συλλογή, ανάμεσα στη φρίκη και στην ομορφιά, στον θάνατο και στο τραγούδι.
Τι μένει λοιπόν στην ποίηση; Ο ίδιος ο Κοζίας ρωτά:
Τραγούδησε
Τι να τραγουδήσω.
Και λίγο αργότερα:
Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.
Μόνο που υπάρχει εδώ μια αντίφαση που μου αρέσει. Ο ποιητής λέει ότι τα τραγούδια πέτρωσαν γράφοντας ένα τραγούδι. Αναρωτιέται τι να τραγουδήσει και τραγουδά. Βλέπει γύρω του άφωνες γλώσσες και χρησιμοποιεί τη δική του.
Ίσως η ποίηση να μην αλλάζει την Ιστορία. Δεν σταματά τους πολέμους, δεν ανασταίνει τους νεκρούς, δεν επιστρέφει στις παλιές πόλεις την οργή τους.
Αλλά θυμάται.
Και μιλά.
Η συλλογή ολοκληρώνεται με τη «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».
Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο Θαύμα!
Κρατώ το «ίσως». Γιατί ο Κοζίας δεν μας υπόσχεται κανένα θαύμα. Ζητά όμως να ακουστεί η σάλπιγγα.
Να υπάρξει ήχος.
Να υπάρξει φωνή.
Τι αιώνα κάνει λοιπόν έξω;
Δεν είμαι σίγουρη ότι, κλείνοντας το βιβλίο, μπορώ να απαντήσω. Ίσως κάνει έναν αιώνα γερασμένο. Έναν αιώνα βίαιο, που μιλά ασταμάτητα και δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αρθρώσει τις λέξεις του.
Ο Γιώργος Κοζίας πάντως ανοίγει το παράθυρο και κοιτάζει έξω.
Και ό,τι βλέπει, όσο σκοτεινό κι αν είναι, το κάνει ποίηση.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
