«Έξοδιος Αέρας»: μια ποιητική της μετάβασης 

[Μαρία Κούρση, Εξόδιος Αέρας, Εκδοτική Αθηνών, 2023]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Υπάρχουν ποιητικές συλλογές που αποκαλύπτουν τις προθέσεις τους σταδιακά και άλλες που τις συμπυκνώνουν ήδη από τον τίτλο τους. Η ποιητική συλλογή Έξοδιος Αέρας της Μαρίας Κούρση ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η σπάνια χρήση του επιθέτου «εξόδιος», μιας λέξης που στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα παραπέμπει σχεδόν αποκλειστικά στην εκκλησιαστική παράδοση και την εξόδιο ακολουθία, αποτελεί την πρώτη, αποφασιστική ποιητική χειρονομία της συλλογής. Η Κούρση αποσπά το επίθετο από το παγιωμένο συγκείμενο του και το συνδέει με τον «αέρα», δημιουργώντας έναν τίτλο που δεν αποτελεί απλή υφολογική επιλογή, αλλά ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρης της συλλογής.

Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η ποιήτρια αντιμετωπίζει τη γλώσσα. Δεν επινοεί νέες λέξεις, ούτε αναζητά σπάνιες εκφράσεις για να εντυπωσιάσει. Αντίθετα, εργάζεται πάνω στις ήδη υπάρχουσες λέξεις, μετατοπίζοντας το σημασιολογικό τους βάρος. Η λέξη «εξόδιος» δεν χάνει τη μνήμη της αρχικής του χρήσης. Την κουβαλά μαζί του, αλλά την υπερβαίνει. Δεν σημαίνει αποκλειστικά εκείνο που σχετίζεται με τον θάνατο. Δηλώνει μια κατάσταση μετάβασης, μια αδιάκοπη κίνηση από τη μία μορφή ύπαρξης στην άλλη. Ο αέρας γίνεται το άυλο στοιχείο που συνοδεύει αυτή την κίνηση, όπως συνοδεύει τη διάδοση της φωνής, τη διάχυση της μνήμης και την ανεπαίσθητη μεταβολή του χρόνου.

Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο τον τίτλο. Αποτελεί το κλειδί για την ανάγνωση ολόκληρης της συλλογής. Η Μαρία Κούρση οικοδομεί την ποιητική της πάνω στις μετατοπίσεις της σημασίας. Κάθε λέξη φαίνεται να κουβαλά μια προγενέστερη χρήση, την οποία η ποιήτρια δεν ακυρώνει αλλά επαναπροσδιορίζει. Έτσι, η γλώσσα δεν λειτουργεί ως εργαλείο περιγραφής της εμπειρίας. Γίνεται ο τόπος όπου η εμπειρία παράγεται εκ νέου.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συλλογή, η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών, παρουσιάζει έντονη εσωτερική συνοχή. Οι θεματικές ενότητες δεν οργανώνουν απλώς το υλικό, αλλά δημιουργούν ένα δίκτυο σχέσεων, μέσα στο οποίο τα ποιήματα συνομιλούν ανά ζεύγη και οι ίδιες έννοιες επιστρέφουν διαρκώς, κάθε φορά με διαφορετική λειτουργία. Η αρχιτεκτονική αυτή δείχνει ότι η συλλογή Έξοδιος Αέρας δεν επιδιώκει να συγκεντρώσει αυτόνομα ποιήματα, αλλά να συγκροτήσει μια ενιαία ποιητική σύνθεση.

Η πρώτη ενότητα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρόθεσης. Τα ποιήματα «Έμψυχες λέξεις» και «Σε άψυχη λαλιά» δεν πραγματεύονται απλώς τη γλώσσα. Τη μετατρέπουν στο ίδιο το αντικείμενο της ποίησης. Η αντίθεση ανάμεσα στο «έμψυχες» και στο «άψυχη» δεν λειτουργεί ως λεκτικό παιχνίδι αλλά ως διερεύνηση της ίδιας της δυνατότητας του λόγου να εκφράσει την ανθρώπινη εμπειρία. Οι λέξεις αποκτούν σχεδόν οργανική υπόσταση. Γεννιούνται, κουράζονται, φθείρονται, επιβιώνουν. Η ποιήτρια μοιάζει να υποστηρίζει ότι η φθορά δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο αλλά και τη γλώσσα, η οποία κινδυνεύει να απολέσει τη σημασία της, όταν εγκλωβίζεται στην επανάληψη.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ιδιαιτερότητα της γραφής της Κούρση. Δεν επιδιώκει να ανανεώσει την ποίηση μέσω εντυπωσιακών εικόνων ή λεκτικών ακροβασιών. Ανανεώνει τη σχέση του αναγνώστη με τις ίδιες τις λέξεις. Οι σημασίες τους μετακινούνται διακριτικά, χωρίς να διαρρηγνύουν τη σύνδεσή τους με την κοινή γλώσσα. Αυτή η λεπτή μετατόπιση είναι που γεννά την ποιητικότητα της συλλογής.

Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες λέξεις που επανέρχονται συστηματικά. Η «λαλιά», η «παρένθεση», το «ωμέγα», ο «χρόνος». Καθεμία διαθέτει ήδη ένα συγκεκριμένο σημασιολογικό φορτίο, το οποίο η ποιήτρια αξιοποιεί δημιουργικά. Δεν τις χρησιμοποιεί ως αφηρημένα σύμβολα αλλά ως ζωντανές μονάδες του ποιητικού της λεξιλογίου. Η επανάληψή τους δεν οδηγεί στην εξάντληση αλλά στη σταδιακή διεύρυνση του νοήματός τους.

Αυτή η οικονομία της γραφής αντανακλάται και στη μορφή των ποιημάτων. Ο ελεύθερος στίχος, η περιορισμένη χρήση της στίξης και η λιτότητα της έκφρασης δημιουργούν έναν ρυθμό που στηρίζεται περισσότερο στις παύσεις παρά στις εξάρσεις. Η σιωπή αποκτά σχεδόν την ίδια σημασία με τον λόγο. Ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τα κενά, να συνδέσει τις εικόνες και να παρακολουθήσει τις διακριτικές μεταβολές των σημασιών.

Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο η Κούρση αντιμετωπίζει τη δομή της συλλογής. Τα ποιήματα δεν εξαντλούνται στον εαυτό τους. Διαβάζονται ως μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου, όπου κάθε νέα ενότητα επανέρχεται σε μοτίβα που έχουν ήδη εμφανιστεί, όχι για να τα επαναλάβει αλλά για να τα φωτίσει από διαφορετική γωνία. Έτσι, ο αναγνώστης δεν προχωρεί μόνο από ποίημα σε ποίημα· προχωρεί από σημασία σε σημασία.

Η επιλογή αυτή προσδίδει στη συλλογή αξιοσημείωτη συνοχή, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί έναν αναγνώστη πρόθυμο να επιστρέψει στα ποιήματα, να ξαναδιαβάσει τις λέξεις και να ανακαλύψει τις σχέσεις που τις ενώνουν. Η συλλογή Έξοδιος Αέρας δεν είναι βιβλίο που αποκαλύπτεται μονομιάς. Είναι μια συλλογή που ζητά επαναληπτική ανάγνωση, γιατί το πραγματικό της νόημα δεν βρίσκεται μόνο σε κάθε ποίημα χωριστά, αλλά στις συνομιλίες που αναπτύσσονται ανάμεσά τους.

Η ίδια ποιητική αρχή διατρέχει και την ενότητα που περιστρέφεται γύρω από την «παρένθεση». Η επιλογή ενός σημείου στίξης ως τίτλου δεν αποτελεί ιδιορρυθμία ούτε παιχνίδι με τη μορφή. Στην ποίηση της Κούρση η παρένθεση γίνεται τόπος αναστολής του χρόνου και του λόγου. Στα ποιήματα «Ανοίγει μία παρένθεση» και «Η παρένθεση», η καθημερινή ροή διακόπτεται για να δημιουργηθεί ένας ενδιάμεσος χώρος, όπου η εμπειρία μπορεί να ιδωθεί διαφορετικά. Η παρένθεση δεν απομονώνει· επιτρέπει στο ουσιώδες να αναδυθεί μέσα από όσα συνήθως προσπερνά ο καθημερινός λόγος.

Η παρατήρηση αυτή οδηγεί σε ένα ακόμη χαρακτηριστικό της συλλογής. Τη συνεχή μετατόπιση ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο συμβολικό. Η Κούρση δεν εγκαταλείπει ποτέ την πραγματικότητα, αλλά ούτε εγκλωβίζεται σε αυτήν. Τα αντικείμενα και οι λέξεις διατηρούν την υλική τους υπόσταση, ενώ ταυτόχρονα αποκτούν ένα δεύτερο, ποιητικό επίπεδο σημασίας. Έτσι, η «παρένθεση» είναι ταυτόχρονα σημείο στίξης και υπαρξιακή συνθήκη, όπως η λέξη «εξόδιος» είναι ταυτόχρονα επίθετο αλλά και σύμβολο μιας διαρκούς μετάβασης.

Η μνήμη καταλαμβάνει επίσης κεντρική θέση, χωρίς ποτέ να διολισθαίνει στη νοσταλγία. Στα ποιήματα «Γηραιά ωμέγα» και «Ζητούν μακρινή αγκαλιά» η απώλεια δεν παρουσιάζεται ως οριστικό τέλος αλλά ως τρόπος παρουσίας. Το «ωμέγα» λειτουργεί ως σύμβολο ολοκλήρωσης, αλλά όχι εξάντλησης. Αντίθετα, υποδηλώνει ότι κάθε τέλος εμπεριέχει τη δυνατότητα μιας νέας ανάγνωσης. Η «μακρινή αγκαλιά» δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο που απουσιάζει. Αφορά και τη δυνατότητα της ποίησης να διατηρεί ενεργή τη σχέση με ό,τι έχει χαθεί. Η μνήμη δεν αποκαθιστά το παρελθόν· το μεταμορφώνει σε παρόν του λόγου.

Η κορύφωση αυτής της ποιητικής συναντάται στα ποιήματα «Ο Χρόνος στα ποιήματα» και «Τα ποιήματα στον Χρόνο». Ήδη οι τίτλοι συγκροτούν μια σχέση αμοιβαιότητας. Δεν πρόκειται για δύο αντίθετες προτάσεις αλλά για δύο όψεις της ίδιας σκέψης. Ο χρόνος δεν είναι εξωτερικός αντίπαλος της ποίησης, ούτε η ποίηση προσποιείται ότι μπορεί να τον υπερβεί. Η μία κατοικεί μέσα στην άλλη. Τα ποιήματα διαμορφώνονται από τον χρόνο, ενώ ο χρόνος αποκτά ανθρώπινη διάσταση μέσα από τα ποιήματα. Πρόκειται για μια σύλληψη που αποφεύγει τόσο τη ρητορική της φθοράς όσο και την εύκολη παρηγοριά της αθανασίας της τέχνης.

Η εκφραστική λιτότητα της Κούρση υπηρετεί ακριβώς αυτή τη θεώρηση. Ο λόγος της είναι πειθαρχημένος. Τα επίθετα είναι λίγα, αλλά όταν εμφανίζονται λειτουργούν καθοριστικά. Αυτό εξηγεί και τη βαρύτητα του «εξόδιος». Σε μια γραφή που αποφεύγει τη συσσώρευση χαρακτηρισμών, κάθε επίθετο αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Δεν περιγράφει απλώς το ουσιαστικό· το μετασχηματίζει. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ολόκληρη η συλλογή αποτελεί μια άσκηση πάνω στις δυνατότητες του επιθέτου να ανοίγει νέα σημασιολογικά πεδία.

Η ποιητική αυτή επιλογή συνδέεται άμεσα με την αρχιτεκτονική της συλλογής. Οι θεματικές ενότητες λειτουργούν σαν διαδοχικοί κύκλοι που διευρύνουν σταδιακά την ίδια βασική προβληματική. Δεν υπάρχει γραμμική εξέλιξη ούτε αφηγηματική κορύφωση. Υπάρχει μια κυκλική ανάπτυξη, όπου κάθε επιστροφή μεταβάλλει ανεπαίσθητα την οπτική του αναγνώστη. Η επανάληψη δεν σημαίνει στασιμότητα· σημαίνει εμβάθυνση.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αρετή της συλλογής. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με θεαματικές εικόνες ή γλωσσικές ακροβασίες. Η δύναμή της βρίσκεται στην εσωτερική της συνοχή. Οι λέξεις, τα σύμβολα και οι θεματικές επιστρέφουν διαρκώς, δημιουργώντας ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων, μέσα στο οποίο κάθε ποίημα φωτίζει διαφορετικά το προηγούμενο. Η ανάγνωση αποκτά έτσι χαρακτήρα διαλόγου και όχι απλής διαδοχής.

Αυτή η ποιητική συλλογή απαιτεί χρόνο και προσήλωση. Η επιμονή της στα ίδια μοτίβα ενδέχεται να φανεί απαιτητική σε έναν αναγνώστη που αναζητά έντονες αφηγηματικές κορυφώσεις ή άμεση συγκινησιακή φόρτιση. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η επιλογή συνιστά τη φυσιογνωμία της. Η Κούρση επιλέγει τη χαμηλόφωνη ένταση, τη βαθμιαία αποκάλυψη και την ακρίβεια του στοχασμού αντί της ρητορικής έξαρσης.

Επιστρέφοντας στον τίτλο, γίνεται φανερό ότι ο «Έξοδιος Αέρας» δεν είναι μια εύστοχη λεκτική επινόηση αλλά η συμπύκνωση της αισθητικής πρότασης της συλλογής. Το επίθετο «εξόδιος» αποδεσμεύεται από την αποκλειστική σχέση του με το τελετουργικό της εξόδιας ακολουθίας και αποκτά μια νέα ποιητική ζωή. Δεν σημαίνει μόνο το τέλος· σημαίνει το πέρασμα, τη μεταβολή, την αδιάκοπη κίνηση της ύπαρξης. Και ο αέρας, άυλος αλλά αισθητός μόνο μέσα από τα ίχνη του, γίνεται η ιδανική μεταφορά αυτής της ποιητικής σύλληψης.

Ο Έξοδιος Αέρας αποδεικνύει ότι η σύγχρονη ποίηση μπορεί ακόμη να ανανεώνει τη γλώσσα χωρίς να αποκόπτεται από την παράδοση. Η Κούρση δεν επινοεί έναν νέο λεξιλογικό κόσμο· ανακαλύπτει εκ νέου τον ήδη υπάρχοντα. Παίρνει μια λέξη που έμοιαζε σημασιολογικά παγιωμένη και της επιστρέφει την ικανότητα να γεννά νέες αναγνώσεις. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο επίτευγμα της συλλογής. Μας υπενθυμίζει ότι η ποίηση αρχίζει τη στιγμή που μια λέξη παύει να σημαίνει μόνο αυτό που γνωρίζαμε και ανοίγεται σε όσα δεν είχαμε ακόμη σκεφτεί. Και αυτή είναι, ίσως, η πιο ουσιαστική μορφή μετάβασης που μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση