Αχθοφόροι της Ιστορίας

[Κωνσταντίνος Λίχνος, Οι αχθοφόροι, εκδόσεις Υψικάμινος, 2025]

Της Νίκης Μισαηλίδη

Ο τίτλος «Οι αχθοφόροι» οριοθετεί εξαρχής τον βασικό συμβολικό άξονα της ομότιτλης συλλογής διηγημάτων του Κωνσταντίνου Λίχνου, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υψικάμινος (2025) (ISBN:978-618-5934-08-8) και αποτελείται από δεκατέσσερις αφηγήσεις που αναπτύσσονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της νεότερης ελληνικής Ιστορίας, από το 1924 έως το 2021, παρακολουθώντας τη ζωή ανθρώπων που βρίσκονται αντιμέτωποι με τις κοινωνικές, πολιτικές και υπαρξιακές μεταβολές του καιρού τους. Όπως επισημαίνει η Ευσταθία Δήμου στον «Πρόλογο» του βιβλίου, πρόκειται για «ιστορίες, που τοποθετούνται μέσα σε περισσότερο ή λιγότερο κομβικά σημεία της ελληνικής ιστορίας, αρχής γενομένης από το 1924 μέχρι το 2021 […]» (σ. 18), προσδιορίζοντας έτσι το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες και οι ηρωίδες του Κ. Λίχνου.

Όπως παρατηρεί η Ευσταθία Δήμου, «οι πρωταγωνιστές είναι άνθρωποι απόλυτα καθημερινοί […]» (σ. 9). Ο Κ. Λίχνος επιλέγει ως αφηγηματικό του υλικό πρόσωπα της καθημερινότητας, τους λεγόμενους «ήρωες της διπλανής πόρτας» (Rimmon-Kenan, 1983)ˑ χαρακτήρες που δεν διαθέτουν τα γνωρίσματα του παραδοσιακού λογοτεχνικού ήρωα, αλλά αντλούν τη δραματική τους δύναμη από την ίδια τη βιωμένη εμπειρία τους. Πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονται συχνά στο περιθώριο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, όμως μέσα από τη λογοτεχνική επεξεργασία αναδεικνύονται σε φορείς μνήμης, κοινωνικών μεταβολών και συλλογικών τραυμάτων. Το πολυπρόσωπο και πολυφωνικό αυτό αφηγηματικό σύμπαν συγκροτούν χαρακτήρες όπως ο Γιώργης, «ένας νέος που έχει έρθει απ’ τη Λάρισα, για να σπουδάσει και να γυρέψει την τύχη του» (σ. 15), ο κυρ-Ανέστης ο καφετζής, ο Επαμεινώνδας, ο Θωμάς «ο θεριακλής, όπως τον αποκαλούσαν» (σ. 22), ο Κωνσταντής, ο Τρύφωνας ο μουσικός, ο Μίλτος ο γιαουρτάς, ο Τάκης ο τσαγκάρης, ο Αντρέας και η γυναίκα του, η Δέσποινα, ο Αντώνης ο Καραδήμας και η Ρηνιώ, ο μπάρμπα Φάνης και η Μάρω, ο Κίμων, ο Φώτης κι ο Βλασσάκος, ο Γιώργης και η Άννα, ο μπάρμπα Θόδωρος και ο Αντώνης, η κυρά Ευτέρπη κι η κυρά Νόη, η Βασίλω και ο Δημήτρης, η Ευδοξία και ο άντρας της, ο Θανάσης, ο Φώτης και ο Νικήτας αλλά και όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα που διατρέχουν τις σελίδες της συλλογής, συγκροτούν ένα πολυπρόσωπο και πολυφωνικό αφηγηματικό σύμπαν. 

Οι χαρακτήρες αυτοί αποτυπώνονται μέσα από λεπτομερείς περιγραφές που συχνά αποκτούν έντονη θεατρικότητα. Ο συγγραφέας φωτίζει την αφήγηση, τοποθετώντας τα πρόσωπά του σε συγκεκριμένους χώρους, με ιδιαίτερα εξωτερικά γνωρίσματα, κινήσεις, χειρονομίες και τρόπους ομιλίας, ώστε ο/η αναγνώστης/-στρια να έχει την αίσθηση μιας ζωντανής αναπαράστασης. Η περιγραφική ακρίβεια δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο ρεαλιστικής απεικόνισης, αλλά ως τρόπος αποκάλυψης του εσωτερικού κόσμου των ηρώων/ηρωίδων. Αγρότες και κτηνοτρόφοι, εργάτες και άνεργοι, καφετζήδες και λαχειοπώλες, ντόπιοι και πρόσφυγες αποτελούν τη δεξαμενή προσώπων από την οποία αντλεί ο συγγραφέας, δημιουργώντας ένα αντιπροσωπευτικό ψηφιδωτό της ελληνικής κοινωνικής εμπειρίας στον χρόνο.

Ο Κ. Λίχνος διεισδύει στις ψυχικές διαδρομές των προσώπων του, αναδεικνύοντας τους φόβους και τις αγωνίες τους, τις επιθυμίες και τις ματαιώσεις τους, τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης. Κάθε χαρακτήρας σηκώνει το δικό του προσωπικό βάρος, το προσωπικό του άχθος, αλλά ταυτόχρονα και το συλλογικό φορτίο μιας ολόκληρης εποχής. Μετατρέπεται έτσι σε «αχθοφόρο» με την ευρύτερη, συνυποδηλωτική σημασία του όρου. Πρόκειται για «αχθοφόρους» της φτώχειας, της πείνας, της ανεργίας και της προσφυγιάς. Η υλικότητα αυτών των εμπειριών αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε σκηνές όπως: «[…] τα φτωχοπλυσταριά, τ’ απλωμένα ρούχα, τις μισογκρεμισμένες στέγες των σπιτιών και τα παραθυρόφυλλα, που ήταν μπαλωμένα με σανίδες» (σ. 38), όπου η εικόνα της φτώχειας αποκτά σχεδόν απτική διάσταση. Αντίστοιχα, η πείνα αναδεικνύεται ως συλλογικό φαινόμενο: «Χώρος μαζικής επαιτείας εγίνηκαν οι λαϊκές» (σσ. 33–34), ενώ η ανεργία εγγράφεται και μέσα από τον λόγο του Τύπου της εποχής: «Δραματική αύξησις της ανεργίας εις την πρωτεύουσαν» (σ. 84). Τέλος, η προσφυγική εμπειρία αποκτά έντονη δραματικότητα: «Κι όσο έβρεχε, τόσο αγκυροβολούσαν τα πλοία στον Πειραιά, αμολώντας στη στεριά ανθρώπους με το σωρό, για να στοιβαχτούν στις αποθήκες του λιμανιού σαν τα κρέατα. Βρόμα, αρρώστια και οδυρμό γιόμισε ο τόπος ολάκερος. Και θάνατο, αμέτρητο θάνατο» (σ. 14).

Ο χώρος στον οποίο κινούνται και δρουν τα πρόσωπα των αφηγημάτων εκτείνεται από την ελληνική ύπαιθρο και τα χωριά του Ξηρομέρου έως τον αστικό ιστό της Αθήνας, την Κυψέλη, τον Πειραιά, την Κοκκινιά, τη Νίκαια, το Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα, όντας άρρηκτα συνδεδεμένος με τις ζωές και τις διαδρομές των ηρώων/ηρωίδων. Ο Κωνσταντίνος Λίχνος αναπαριστά τους χώρους των ιστοριών του με σχεδόν κινηματογραφική ακρίβεια, επιμένοντας στις λεπτομέρειες που συγκροτούν την ατμόσφαιρα κάθε εποχής: τους δρόμους, τις γειτονιές, τα σπίτια, τα επαγγέλματα, τις κοινωνικές σχέσεις και τα ίχνη της καθημερινότητας, αναδεικνύοντας τη βαθύτερη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον τόπο. Στη συλλογή, ο χώρος αποκτά σχεδόν αφηγηματική αυθυπαρξία, καθώς διαμορφώνει τις συνθήκες ζωής του ανθρώπου, επηρεάζει τις επιλογές του, καθορίζει τις δυνατότητές του και αντανακλά τις κοινωνικές μεταβολές που διατρέχουν τον ιστορικό χρόνο. Παράλληλα, οι ίδιοι οι άνθρωποι αφήνουν το αποτύπωμά τους στον χώρο, καθώς οι προσωπικές τους ιστορίες, οι μνήμες και οι απώλειές τους εγγράφονται στα τοπία, στα οποία έζησαν και αγωνίστηκαν. Στο σημείο αυτό, η αφηγηματική οργάνωση του έργου μπορεί να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της θεωρίας του χρονοχώρου (chronotope) του M. Bakhtin, καθώς «Όλα τα αφηρημένα στοιχεία του μυθιστορήματος — φιλοσοφικές και κοινωνικές γενικεύσεις, ιδέες, σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος— έλκονται από τον χωροχρόνο και μέσω αυτού παίρνουν σάρκα και αίμα, επιτρέποντας στην απεικονιστική δύναμη της τέχνης να κάμει το έργο της» (Bakhtin: 1981:250). Οι τόποι της συλλογής δεν αποτελούν ουδέτερα σκηνικά, αλλά ιστορικά και κοινωνικά φορτισμένα πεδία, όπου ο χρόνος αποκτά υλική υπόσταση και ο χώρος ιστορικό βάθος. Έτσι, στον αφηγηματικό κόσμο του Κ. Λίχνου, άνθρωπος και τόπος βρίσκονται σε μια διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης, όπου ο ένας διαμορφώνει και επαναπροσδιορίζει τον άλλον.  

Ο τύπος του αφηγητή στη συλλογή εναλλάσσεται ανάμεσα στον πρωτοπρόσωπο, ο οποίος προσδίδει έντονο βιωματικό, εξομολογητικό και υποκειμενικό χαρακτήρα στην αφήγηση, και στον τριτοπρόσωπο αφηγητή, «παντογνώστη», ο οποίος διατηρεί αποστασιοποιημένη οπτική και γνωρίζει πλήρως τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο των ηρώων/ηρωίδων. Η εναλλαγή αυτή ενισχύει τη ρευστότητα της αφηγηματικής οπτικής και επιτρέπει τη μετάβαση από την προσωπική εμπειρία στη συλλογική θέαση των γεγονότων. Παράλληλα, ο αφηγηματικός χρόνος δεν ακολουθεί πάντοτε γραμμική εξέλιξη, αλλά οργανώνεται μέσα από εκτεταμένες αναδρομές (αναλήψεις) και εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, οι οποίες εμπλουτίζουν τη χρονική διάσταση του κειμένου και αναδεικνύουν τη σύνθετη σχέση μνήμης και ιστορίας. Στο πλαίσιο αυτό, αξιοποιείται ένα ευρύ φάσμα αφηγηματικών τεχνικών: οι ζωντανοί διάλογοι αποδίδουν με φυσικότητα τη σκέψη και το συναίσθημα των χαρακτήρων, οι περιγραφές λειτουργούν με παραστατικότητα και ακρίβεια για την αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου, τα αφηγηματικά σχόλια ενεργοποιούν τον/την αναγνώστη/-στρια σε επίπεδο προβληματισμού, ενώ ο εσωτερικός μονόλογος επιχειρεί τη διείσδυση στον ψυχικό κόσμο των προσώπων.

Πολύτιμο αφηγηματικό εργαλείο για την προσέγγιση και την ερμηνεία της συμπεριφοράς των προσώπων αποτελεί και η γλώσσα του συγγραφέα. Η εκτεταμένη χρήση της ντοπιολαλιάς αποδίδει με ζωντάνια και φυσικότητα το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο των ηρώων/ηρωίδων, λειτουργώντας ως δείκτης κοινωνικής προέλευσης, τοπικής ταυτότητας και ιστορικής συνθήκης, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται σε εκφράσεις και ιδιωματισμούς του κειμένου («γίνηκε» σ. 14, «καταφύγι» σ. 18, «στην κεφαλή» σ. 18, «ντυμασιά» σ. 20, «ήμανε» σ. 34, «εφέτο» σ. 191, «πάνε» σ. 193, «νοματαίοι»  σ. 234). Μέσα από τη γλωσσική αυτή πολυμορφία, οι χαρακτήρες αποκτούν αυθεντικότητα και εντάσσονται οργανικά στο περιβάλλον τους, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται η στενή σχέση ανάμεσα στον λόγο και την κοινωνική εμπειρία.

Συνολικά, η συλλογή Οι αχθοφόροι του Κωνσταντίνου Λίχνου συνθέτει μια συμπαγή ανθρωπογεωγραφία στον χρόνο, στην οποία η ατομική εμπειρία διασταυρώνεται διαρκώς με τη συλλογική ιστορική μνήμη. Η αφηγηματική πολυφωνία, η εναλλαγή των οπτικών γωνιών, η μη γραμμική χρονικότητα και η έντονη γλωσσική ενσάρκωση των ιστοριών συνθέτουν ένα σύνθετο λογοτεχνικό οικοδόμημα, στο οποίο η θεωρία του χρονότοπου του Bakhtin βρίσκει εύφορο πεδίο εφαρμογής. Εδώ, ο χώρος και ο χρόνος δεν λειτουργούν ως απλές, ουδέτερες συντεταγμένες της αφήγησης, αλλά ως ιστορικά φορτισμένα πεδία που διαμορφώνουν καθοριστικά τις συνθήκες ζωής των προσώπων.

Μετατρέποντας την Ιστορία από συλλογικά ιστορικά γεγονότα σε βιωμένη πραγματικότητα, το έργο αναδεικνύει τελικά τον «αχθοφόρο» ως την κεντρική ανθρωπολογική μορφή της συλλογήςˑ τον απλό άνθρωπο που φέρει στους ώμους του όχι μόνο τις προσωπικές του δοκιμασίες, αλλά και το ασήκωτο ιστορικό φορτίο που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά αλλά αγωνίζεται καθημερινά. Μέσα από αυτή τη λογοτεχνική καταγραφή, ο Κωνσταντίνος Λίχνος εγγράφεται οργανικά σε μια σύγχρονη ρεαλιστική παράδοση, η οποία επανανοηματοδοτεί τον ρόλο της αφήγησης ως πράξης μνήμης, κατανόησης και ιστορικής συνείδησης.

Βιβλιογραφία

Bakhtin, M. (1981). The Dialogic Imagination. Austin: University of Texas Press. 

Rimmon-Kenan, S. (1983). Narrative fiction: Contemporary Poetics. London & New York: Methuen.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση