Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή “Ανάσα από πηλό”, που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στίξις.
Άνοιξε το πολυκαιρισμένο μπλοκ με το κιτρινισμένο χαρτί, με τη μάρκα «Κύκνος» στο εξώφυλλο. Άρχισε να διαβάζει αργά όσα είχε γράψει χρόνια πριν για το πρώτο χτύπημα:
«Ο πατέρας πέθανε», είπαν. Πέθανε. Ο όμορφος, αγαπημένος, σκληρός, τρυφερός, ο μοναδικός πατέρας, πέθανε. Μόλις τριάντα εννέα χρονών. Έφυγε οριστικά.
Τον θυμάμαι που φορούσε «τα καλά του». Καθημερινά φορούσε «τα καλά του». Θα έλεγες ήταν στολή επιβολής, όχι μόνο στους μαθητές του, αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο. Ο κύριος Νικόλαος Μοίρας, επιθεωρητής Μέσης Εκπαιδεύσεως στο Μεγάλο Νησί, έπρεπε να δείχνει και με την εμφάνισή του, την ανωτερότητά του σε μόρφωση, καλλιέργεια και προφανώς, σε νοημοσύνη. Μάλιστα, έχει ξεμείνει και φωτογραφία του ως αποφοίτου του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ένα περίεργο κολάρο – γιακά που ήταν όρθιο και πετούσαν σαν αιχμές οι άκρες του λυγισμένες στο πλάι. Στη φωτογραφία φορούσε παπιγιόν. Πυκνό μαλλί, χωρίστρα στην αριστερή πλευρά και ύφος ανέκφραστο, λες και φοβόταν μήπως οι άλλοι διαβάσουν τη σκέψη του ή αναγνωρίσουν τη συναισθηματική του κατάσταση.
Τώρα, κάτι καταλαβαίνω από τη λέξη «πεθαίνω» στις διάφορες εκδοχές της. Τώρα πια μπορώ να καταλάβω το «πεθαίνω της πείνας», «πεθαίνω από την αγωνία», «πεθαίνω για την πατρίδα», «πεθαίνω για τα ιδανικά μου». Όλα αυτά μπορώ κάλλιστα να τα καταλάβω και καλύτερα από πολλούς άλλους. Τότε όμως; Στα εννιά μου χρόνια ποιο είδος «πεθαίνω» να καταλάβω; Πώς θα μπορούσε να εισπράξει την πρώτη επίσκεψη του θανάτου το παιδικό μου μυαλό; Τώρα, αρνούμαι να καταλάβω το «πεθαίνω διότι δεν αντέχω άλλο», απλώς διότι ξέρω ότι πρέπει πάντα να παλεύω, άρα να αντέχω.
Πέθανε. Εντάξει. Το κατάλαβα. Αφού τον είδα. Αμίλητο, ανέκφραστο, παγωμένο. Για πρώτη φορά, αδιάφορο για ό,τι συνέβαινε γύρω του. Με ανέβασαν μάλιστα και σε ένα μικρό σκαμνί, για να μπορέσω να φτάσω στο ύψος του μεγάλου τραπεζιού όπου τον είχαν τοποθετήσει στο σαλόνι του σπιτιού μας, ώστε να τον φιλήσω. Μετά έμαθα ότι αυτό το έλεγαν «τελευταίον ασπασμόν». Πολύ παγερό και ξένο μου φάνηκε αυτό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αφή, τη διαφορά θερμοκρασίας, το χρώμα του προσώπου του και τη μυρωδιά λεβάντας από την κολόνια που φορούσε και του έβαλαν στο έσχατο κατευόδιο. Αυτό το πράγμα ήταν ο πατέρας μου; Το άψυχο, κρύο, ανέκφραστο πράγμα; Όχι, δεν ήταν αυτό το πράγμα ο πατέρας. Ο πατέρας μου, ήταν ο πατέρας.
Ε, λοιπόν, εγώ στο σπίτι δεν έκλαψα. Το έκαναν όμως για λογαριασμό μου, σαν παράσταση σε αρχαίο δράμα, οι μοιρολογίστρες του νησιού, διατηρώντας τα έθιμα κατά βάρβαρο τρόπο, στα παιδικά μου μάτια. Η μάνα μου έσπευσε να αλλάξει ρούχα, μαύρα έβαλε βεβαίως, ίσως για να μην διανοηθεί κάποιος ότι δεν πενθεί. Δεν έκλαψα λοιπόν, λες και γνώριζα ότι θα είχα όλον τον καιρό, όλες τις αιτίες να κλάψω, χρόνια αργότερα, για πολλές ακόμα απώλειες, για πολλές ακόμα συμφορές. Αλλά, προπάντων, εγώ ήμουν πάντα εκεί για να αντέξω, να αναλάβω ευθύνες.
Θυμάμαι τώρα, τόσα χρόνια μετά, τις λέξεις – αναγγελία: Ο πατέρας πέθανε. Θυμάμαι την αποχαιρετιστήρια εικόνα του. Θυμάμαι τα μοιρολόγια που μου έσκισαν την καρδιά. Τη βιάση να οδηγηθώ στο κρεββάτι μου για ύπνο με τη μικρότερη αδελφή μου. Το μαύρο περιβραχιόνιο που μου έβαλαν για να διαλαλώ το πένθος μου. Τις φωνές, τα κλάματα, τις αναπάντητες ερωτήσεις προς τη μάνα μου: «Τι θα κάνεις τώρα έρμη με δύο ορφανά;». Τα ορφανά ήμουν εγώ και η αδελφή μου. Τις μυρωδιές θυμάμαι. Κεριού, λιβανιού, σαπουνιού, αφού έπρεπε να είμαστε όλοι πεντακάθαροι στην κηδεία. Των λουλουδιών τις μυρωδιές θυμάμαι. Μου τις θύμιζαν για δεκαετίες αυτές των επιτάφιων. Ναι, ακόμα θυμάμαι και βουρκώνω, καμιά φορά κλαίω με λυγμούς κιόλας, λες και έχω δάκρυα χρεωστούμενα, για ποιόν άραγε και πότε και γιατί, αλλά τι σημασία έχει πια; Η απώλεια δεδομένη. Η πορεία καθορισμένη. Θυμάμαι το αίσθημα αποστροφής που είχα για όσα γίνονταν. Προφανώς, δεν ήθελα να παραδοθώ στη θλίψη. Το θυμάμαι καλά αυτό. «Δεν θα λυγίσω» είπα. Θα μπορώ να λέω «δεν θα λυγίσω» και αύριο;
Μετά, η κηδεία. Θυμάμαι τους επικήδειους, που δεν έλεγαν να τελειώσουν. Φλύαροι ομιλητές έλεγαν λόγια που δεν καταλάβαινα, αλλά, σκεπτόμουν, για να τα λένε κάτι ιδιαίτερο ήταν ο νεκρός πατέρας, κάτι εκπροσωπούσε, κάτι συμβόλιζε. Για τον άνθρωπο μιλούσαν, για τον θεσμό, για πρότυπα, για Παιδεία και πολιτισμό, δεν καταλάβαινα και καλά. Αλλά μιλούσαν φλύαρα, κάποτε όμορφα, βούρκωναν. Άλλοι μιλούσαν με αυτό που λένε «κόμπο στο λαιμό». Κάποτε τελείωσαν τα λόγια και υπερτερούσαν τα κλάματα και τα μοιρολόγια. Λες κι έβλεπα θεατρική παράσταση με δεδομένους ρόλους και λόγους, με δεδομένες κινήσεις και συγκεκριμένα τελετουργικά. «Άντε τελειώνετε», ούρλιαζε η φωνή μέσα μου, αλλά δεν την άκουγε κανείς. «Τελειώστε. Θέλω να φύγω από δω» φώναζα, αλλά πού, γιατί και ποιος να ακούσει την παιδική ψυχή μου; Ποιος;
Μια στιγμή ήρθε ο παπάς και μου έτεινε το χέρι να το φιλήσω, όπως έκαναν όλοι κι εγώ με κίνηση αποστροφής, και φόβου ίσως, γύρισα το πρόσωπο δεξιά. Η αποστροφή μου δεν έκαμψε τον ιερέα. Έβαλε με το ζόρι την ανάστροφη της παλάμης του στα χείλη μου σε υποχρεωτικό ασπασμό. Θυμάμαι την άθλια μυρωδιά του χεριού του και το αίσθημα καταπίεσης που ένιωσα. Όπως θυμάμαι την άρνησή μου να κοινωνήσω, λόγω της αηδίας που ένιωθα βλέποντας το κουταλάκι, με το οποίο μοίραζε το κρασί ο παππάς, από το στόμα του ενός στο στόμα του άλλου, χωρίς να μεσολαβήσει έστω ένας στοιχειώδης καθαρισμός. Πίστευα ότι θα μου έδινε με το κρασί και τα σάλια των προηγουμένων και αντέδρασα κλαίγοντας, αλλά τελικά μου επέβαλαν να γευτώ αυτό το πράγμα με τα σάλια.
Ύστερα, η πομπή. Ξαφνικά ένιωσα, το θυμάμαι καλά αυτό, ένιωσα όλο μου το σώμα να τρέμει, να μην μπορώ να ακινητοποιήσω το τρεμάμενο σώμα μου και να τρέχουν βρύση τα δάκρυα από τα μάτια, θολώνοντας μάτια και μυαλό. Ένα χάος στο κεφάλι, ένα μαύρο στην όραση, μια πίκρα στη γεύση και τίποτα στην αφή, τίποτα δεν άγγιζα, κανείς δεν με άγγιζε. ΄Ώσπου άπλωσα το χέρι, έπιασα το χέρι της αδερφής μου και με φωνή που δεν μου έμοιαζε παιδική, όπως θυμάμαι μέχρι σήμερα, είπα: «Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ». Πώς αλλοιώθηκε έτσι η φωνή μου; Πώς έγινε σε μια στιγμή αντρίκια; Δεν θα το εξηγήσω ποτέ αυτό. Στέγνωσαν τα μάτια, καθάρισε η ματιά, αγρίεψε το πρόσωπο, με δύναμη έσφιξα το χέρι της και την οδήγησα στην πορεία της πομπής προς την οδυνηρή εικόνα της εισόδου του πατέρα στην τελευταία κατοικία του. Και σφυριές ανεξίτηλες στην καρδιά, στη μνήμη, οι ήχοι από το χώμα που έπεφτε από τα φτυάρια πάνω στο ξύλινο φέρετρο. Αυτός ο ήχος ήταν απεχθής. Τον ξανάκουσα και βρέθηκα στα όρια του πανικού. Ο μεταλλικός ήχος του φτυαριού να χώνεται στο χώμα και μετά ο γδούπος του χώματος πάνω στο ξύλο. Από τότε που βρέθηκα στα πρόθυρα του πανικού, δεν ακολούθησα σε καμιά κηδεία την πομπή ως τον ενταφιασμό, εκτός από την κηδεία της μάνας.
Όμορφος ήταν, ακόμα και νεκρός, στα παιδικά μου μάτια. Φωτεινός. Μου φάνηκε σαν να μου μιλούσε κρυφά από τους υπόλοιπους που μετείχαν της πομπής. Κάτι μου έλεγε και δεν το έδειχνε, μην καταλάβουν οι υπόλοιποι ότι μου μιλάει. Θυμάμαι τη φωνή του. Μιλούσε χαμηλόφωνα, όπως όταν ήθελε να τον προσέχουν. Κάτι σαν: «Τώρα εσύ θα φροντίζεις την αδελφή σου. Τώρα εσύ, ο μεγαλύτερος, θα στηρίξεις τη μικρότερη αδελφή σου. Μην λυγίσεις. Ακούς; Μην λυγίσεις ποτέ». Εγώ κινούσα καταφατικά το κεφάλι, σαν να του έλεγα: «Εντάξει σε άκουσα. Oδηγίες ελήφθησαν».
Ο διάλογος αυτός έγινε. Μην τολμήσει να τον αμφισβητήσει κανείς. Τον άκουσα, με άκουσε. Τώρα, πώς έγινε ο διάλογος, δεν ξέρω. Απλώς, έγινε. Μετείχα, τον άκουσα και του απάντησα. Κανείς δεν θα μπορούσε να αναιρέσει τη σωσίβια αυτή κατασκευή μου. Ξαναλέω για να τελειώνουμε: Ο διάλογος όχι μόνον έγινε, αλλά ήταν σαφής. Ο πατέρας απευθύνθηκε σε μένα και μόνο σε μένα, διότι δεν υπήρχε περίπτωση να έχει άλλον ακροατή. Το ξεκαθαρίσαμε αυτό; Προχωράμε λοιπόν.
Θα ακουστεί παράδοξο, αλλά αυτόν τον διάλογο δεν τον ξέχασα ποτέ, καθώς και την αφή του χεριού της αδελφής μου, που σίγουρα πόνεσε από το σφίξιμο των χεριών μου. Είμαι βέβαιος ότι δεν υπολόγισε τον πόνο, αλλά την υπόσχεση που έλαβε σε αυτήν την άλεκτη, πλην σαφέστατη επικοινωνία μας. Αυτός ο διάλογος ήρθε στο μυαλό μου ακόμα μια φορά. Ήρθε σαν αιχμηρό βέλος κατάκαρδα, με ανείπωτο πόνο και αναιτιολόγητη ενοχή όταν, ώριμη γυναίκα πια, αρρώστησε βαριά κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι αυτήν, τρομοκρατημένος στο ενδεχόμενο της απώλειάς της. Ο διάλογος αυτός είναι η ισχυρότερη ανάμνησή μου.
Ο Κώστας Μοίρας έκλεισε το μπλοκ με κινήσεις που πρόδιδαν σεβασμό, με μεγάλη προσοχή, σαν να βαστούσε το πιο εύθραυστο, το πολυτιμότερο κρύσταλλο του κόσμου. Αναστέναξε με βαθιά εκπνοή και έβαλε το μπλοκ στο κομοδίνο. Σε περιπτώσεις που δυσκολευόταν να πάρει σημαντικές αποφάσεις ή σε στιγμές συναισθηματικής έξαρσης, το καταφύγιό του ήταν η ανάγνωση αυτού του αποσπάσματος από τα χειρόγραφά του. Η ανάγνωση αυτή τον γύριζε αρκετά χρόνια πίσω, τον πονούσε, αλλά του έδινε μια γλυκιά δύναμη. Κάτι σαν την προσευχή ενός βαθιά θρησκευόμενου, αυτό το απόσπασμα τον έκανε «άλλον άνθρωπο», τον εξάγνιζε, τον αναβάπτιζε σε αξίες και αρχές τις οποίες προσπαθούσε να υπηρετήσει με απόλυτη συνέπεια.
…Ορισμένες φορές, “οι συναντήσεις της Δευτέρας” των τριών φίλων είχαν μεγάλη ένταση. Ένας επιπόλαιος παρατηρητής θα έλεγε ότι υπήρχε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των συνομιλητών σε προσωπικό επίπεδο. Κάτι τέτοιο όμως θα αδικούσε την ποιότητα των σχέσεων των τριών φίλων. Κι αυτό, διότι οι εντάσεις και οι αντιπαραθέσεις δεν είχαν καμία σχέση με προσωπικά συμπλέγματα. Ήταν οι υγιείς αντιδράσεις ανθρώπων που συζητούσαν με ενδιαφέρον και δεν έκρυβαν ποτέ την αγάπη και την εκτίμησή τους ο ένας για τον άλλο. Οι εντάσεις ξεκινούσαν κυρίως από την διαφωνία σε απόψεις, σκέψεις, ιδεολογήματα. Όμως, δεν ήθελε κανείς να επιβάλλει την άποψή του στον άλλον. Απλώς, παρέθεταν τις γνώμες τους. Ήξεραν ως πολιτισμένοι άνθρωποι, ότι συνήθως οι καυγάδες γίνονται διότι οι άνθρωποι θέλουν να επιβάλλουν ο ένας στον άλλο την άποψή του. Ως συνήθως ο προμηθευτής του τσίπουρου, το πειραχτήρι ο Νίκος ξεκίνησε με ερώτηση προς τον Γιώργο Δεπάστα.
-Θα μας πεις σήμερα ποιητή μας, γιατί γράφεις;
-Αυτή η ερώτηση πάντα με εκνεύριζε και το ξέρεις, γι αυτό την έκανες.
-Ας απαντούσες να μην την ξανάκανα.
-Ξέρεις ότι δεν γράφω για να ζήσω. Γράφω για να καταφέρω να ζήσω.
-Δηλαδή Γιώργο;
-Δεν ήξερα ποτέ το πώς ήθελα να ζήσω και κυρίως το γιατί. Με το γράψιμο έβρισκα δικαιολογίες για να υπάρχω.
-Δεν λέμε εδώ στην παρέα, ότι μια ωραία δικαιολογία είναι να νιώθουμε χρήσιμοι κι έτσι να υπάρχουμε;
-Ε, λοιπόν, με βάση αυτή τη σκέψη, αν θέλεις, για να έχω δικαιολογία ύπαρξης αφού έπρεπε να είμαι χρήσιμος σε κάποιον, προέκρινα -όσο κι αν ακούγεται αστείο- αρχικά να είμαι χρήσιμος στον εαυτό μου.
-Σου φτάνει αυτό Γιώργο; είπε ο Κώστας μπαίνοντας στη συζήτηση.
-Αν δυο γραμμές μου, ακουμπήσουν την ψυχή έστω και ενός αναγνώστη, θα νιώσω ικανοποίηση ότι προσφέρω. Με το γράψιμο μπορώ να καταγράφω τις σκέψεις μου, όσο αδιέξοδες και να είναι. Ό,τι κάνουν άλλοι άνθρωποι με τον ψυχαναλυτή τους. Δεν ένιωσα ποτέ ότι γράφω επειδή είμαι ταγμένος να προσφέρω κάτι στους ανθρώπους. Δεν φέρνω κάποιο μήνυμα, όπως έγραψε κι ο Λειβαδίτης.
-Εγώ θα το ήθελα αυτό. Να αισθανθώ ότι προσφέρω στους άλλους με τα γλυπτά μου.
– Όχι Κώστα. Ήρθα ως γραφιάς να υπηρετήσω τις ανάγκες μου. Αν υπηρετώντας τις, ικανοποιώ και έναν συνάνθρωπό μου, τόσο το καλύτερο και για τους δυο μας. Πείτε με υπερφίαλο, εγωιστή, ψώνιο, αυτή είναι η σκέψη μου τώρα. Αύριο μπορεί να σας πω κάτι άλλο. Αλλά αυτό που θα πω τη συγκεκριμένη στιγμή, θα είναι η αλήθεια μου. Αλήθεια που μπορεί να αναιρεθεί από τα πράγματα ή κι από μένα το αμέσως επόμενο λεπτό.
-Αλήθεια-λάστιχο δηλαδή. Ωραία. Κι εγώ έχω δικαιολογία ύπαρξης, διότι είμαι χρήσιμος στις γκόμενες. Δεν μου τα λέτε καλά απόψε. Πολύ εαυτούληδες και χρησιμοθήρες μου βγαίνετε, αντέδρασε σκωπτικός ο Νίκος.
-Μην το γελοιοποιείς μωρέ Νίκο. Τη μάχη μας δίνουμε ο καθένας, για την έρημη την αξιοπρέπεια. Εγώ με τη γλυπτική μου, εσύ με τα καλλιτεχνικά γραφικά σου.
-Είπες τη λέξη κλειδί Κώστα. Αξιοπρέπεια, είπε με έκφραση ικανοποίησης ο Νίκος.
-Αν ξεχνούσαμε σε κάθε βήμα της ζωής μας την αξιοπρέπεια, πώς θα ήταν σήμερα ο κόσμος Νίκο μου;
-Πικρή ανάμνηση έγινε πια η αξιοπρέπεια…
-Όχι κι έτσι Νίκο. Όχι ανάμνηση. Αν το δεχτώ αυτό, πάμε κατά διαόλου.
-Γιατί; Δεν πάμε;
-Και έτσι να είναι, θα μείνουμε απαθείς;
-Σκεφτείτε την πολλαπλότητα αυτής της έννοιας και από που συντίθεται. Αξιοπρέπεια ανθρώπινη. Ήτοι, αξιοπρέπεια στις ανθρώπινες σχέσεις. Αξιοπρέπεια στην Υγεία. Στην Παιδεία. Στον πολιτισμό. Στην κοινωνία. Στην πολιτική.
-Είδες που έρχεσαι στα λόγια μου Γιώργο; Άλλωστε, το βεβαιώνουν και οι στίχοι σου.
-Δεν διαφωνούμε Κώστα. Και βέβαια δεν είμαι υπέρ της απομόνωσης και της λατρείας στον εαυτούλη μας. Όμως, όταν σκέφτεσαι πονάς…
-Ξέρεις καμιά γέννα χωρίς πόνο;
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
