Μια χλωρή ίαση στη φθορά του κόσμου

[Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος Κήποι, Εκδόσεις ΑΩ, 2025]

Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου

Η ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου (ΑΩ Εκδόσεις, 2025, ISBN 9786185845575) αποτελεί μια βαθιά υπαρξιακή, ελεγειακή κατάδυση στις περιοχές του χρόνου, της απώλειας και της καλλιτεχνικής μοίρας. Με αισθητική αυστηρής λιτότητας, η ποιήτρια μεταμορφώνει το καθημερινό και το προσωπικό βίωμα σε τελετουργική εμπειρία, όπου το ατομικό πένθος αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά ως μια αργή και εσωτερική διεργασία φθοράς, ενώ η μνήμη και η λήθη συνυπάρχουν σε μια διαρκή, επώδυνη διαπραγμάτευση. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση της λήθης: «Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική; … Μνήμη του αίματος, λήθη να γίνεις» (σ. 13), συμπυκνώνοντας την αγωνία του ποιητικού υποκειμένου ανάμεσα στη μνήμη και τη λυτρωτική λήθη.

Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στους αρχαίους «Κήπους του Αδώνιδος», τα μικρά δοχεία με σπόρους που βλάσταιναν γρήγορα και μαραίνονταν εξίσου γρήγορα, συμβολίζοντας τον κύκλο ζωής και θανάτου του νεαρού θεού. Η Δημητριάδου μεταφέρει αυτό το αρχαίο σύμβολο στο σήμερα, μετατρέποντάς το σε μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της ίδιας της ποιητικής πράξης: το ποίημα ανθίζει ως μια εύθραυστη μορφή αντίστασης απέναντι στην εφήμερη μοίρα του, γνωρίζοντας εξαρχής την προσωρινότητά του. Όπως διατυπώνεται στο ποίημα «Άωρος Θάνατος» (σσ. 11–12), ο Άδωνις «…τη συμφιλίωση έμαθε / την αναγκαία προσαρμογή / ίαμα στη φθορά», στίχοι που συμπυκνώνουν το βασικό υπαρξιακό νόημα ολόκληρης της συλλογής.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή, Βυθός. Η μελαγχολική γυναικεία μορφή που κρατά ένα εύθραυστο άνθος ή σπόρο, μαζί με τα δύο ψάρια που αναδύονται από το σκοτεινό βάθος, συνθέτουν μια ισχυρή οπτική μεταφορά της μνήμης, της σιωπής και της αναμονής. Οι γήινοι τόνοι, οι πορφυρές ανταύγειες και η λιτή εξπρεσιονιστική γραφή συνομιλούν με την ποιητική ατμόσφαιρα της συλλογής, προαναγγέλλοντας την αποδοχή της φθαρτότητας ως βασικό της υπαρξιακό αίτημα. Η γυναίκα του εξώφυλλου κρατά τον δικό της «κήπο», γνωρίζοντας ότι θα μαραθεί, όπως ακριβώς η ποιήτρια δημιουργεί τα ποιήματά της έχοντας επίγνωση της θνητότητας. Τα ψάρια στη βάση της εικόνας υποδηλώνουν ότι η αλήθεια παραμένει κρυμμένη στα σκοτεινά βάθη της μνήμης και του ασυνειδήτου και ότι η μόνη ουσιαστική αντίσταση απέναντι στο χάος είναι η εφήμερη, αλλά γενναία, άνθηση της τέχνης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ομώνυμο ποίημα «Αδώνιδος Κήποι» (σ. 10) διαβάζουμε: «…Θεοί καινούργιοι και παλιοί. Η μοίρα τους η λήθη… Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, και τα τωρινά και τα μακρινά. Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών», μια εικόνα που φωτίζει τη συνάντηση μνήμης, μύθου και παρόντος.

Το ποιητικό σύμπαν της Διώνης Δημητριάδου οργανώνεται γύρω από τρεις θεμελιώδεις άξονες: τη μεταφυσική της φθοράς, το δίπολο μνήμης και λήθης και το ήθος της ποιητικής δημιουργίας. Στο ποίημα «Σήψη» (σ. 36), τα μήλα που σαπίζουν πάνω στο τραπέζι μετατρέπονται σε μια συγκλονιστική νεκρή φύση της μνήμης, ενώ η λήθη προβάλλει ως μια άηχη αλλά αβέβαιη σωτηρία. Παράλληλα, η γραφή απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική ψευδαίσθηση: το μολύβι γίνεται εργαλείο θυσίας και ο δημιουργός καλείται να σηκώσει το βάρος των λέξεων ως προσωπικό πεπρωμένο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το «Ποιητού το Ήθος» (σ. 9): «Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι / από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό… Ευχή κι όχι κατάρα… Ήθος του ποιητή / το άχθος του ανθρώπου», οι οποίοι λειτουργούν ως ποιητική διακήρυξη της δημιουργού.

Ιδιαίτερα γόνιμη είναι η συνάντηση της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας με τη χριστιανική παράδοση. Η «χλωρή φακή» στο ομώνυμο ποίημα «Αδώνιδος Κήποι» (σ. 10) τοποθετείται στο περβάζι την ώρα που πλησιάζει ο Επιτάφιος, γεφυρώνοντας τον θρήνο για τον Άδωνι με το Θείο Πάθος και αναδεικνύοντας τη διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη για αναγέννηση. Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος στο ποίημα «Κάποια Μικρή Παρασκευή» (σ. 48): «Μια μνήμη ορφανή / σ’ ένα περβάζι παραθύρου / … / σ’ ένα πιατάκι μια χλωρή φακή», ενώ η καταληκτική εικόνα του ποιητή που «αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι / κι έμεινε να θαυμάζει / το μαύρο θαύμα μέσα του» συνοψίζει με λιτότητα το υπαρξιακό βλέμμα της συλλογής.

Η ποιήτρια οικοδομεί αυτή την προβληματική μέσα από ένα πυκνό δίκτυο συμβόλων που οργανώνεται γύρω από την αντίθεση του χλωρού και του μεταλλικού, του ζωντανού και του άψυχου. Το παράθυρο γίνεται το όριο ανάμεσα στην προστασία και στο χάος, ο καθρέφτης τόπος επώδυνης αυτογνωσίας, τα χάπια σύμβολο της σύγχρονης τεχνητής παρηγοριάς, ενώ ο σκοτεινός άγγελος και το αλουμινένιο δέντρο αποτυπώνουν την εμπειρία της απώλειας και της αποξένωσης μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει αισθητικά άψογος αλλά συναισθηματικά παγωμένος. Το ποίημα «Παραμόρφωση» (σ. 17) συμπυκνώνει αυτή τη συνθήκη: «Λύκος το προτιμώ / στη ράχη σου να είμαι / και να χαθούμε / δεν σε φοβάμαι… / τα χάπια καταπίνοντας / υπόσχεση χαράς / αν κλείσω το παράθυρο / ο χρόνος κυλάει κανονικά…», όπου το καθημερινό αντικείμενο αποκτά υπαρξιακή και ψυχική διάσταση.

Η εσωτερική πορεία της συλλογής αποτυπώνεται σε κομβικά ποιήματα όπως το [Καθώς σιγόσβηνε το θαύμα μέσα μου] (σ. 31), όπου η ανάγκη για νέους δεσμούς παρουσιάζεται ως σφυρηλάτηση πάνω στο αμόνι της ύπαρξης: «Μόνο που τώρα να βρω σφυρί κι αμόνι πρέπει / απ’ την αρχή σφυρήλατα να φτιάξω νέα δεσμά», αναδεικνύοντας ότι η ελευθερία και η δέσμευση αποτελούν συνειδητή επιλογή του ποιητικού υποκειμένου. Αντίστοιχα, στη «Μια Μόνον» (σ. 56), η αναζήτηση της χαμένης λέξης ισοδυναμεί με ύστατη προσπάθεια αποκατάστασης του νοήματος του κόσμου, ενώ στο «Σήμα Ταπεινό» (σ. 42) η συμφιλίωση με το κενό μετατρέπεται σε λιτή παρακαταθήκη προς τους επόμενους.

Η γλώσσα της Δημητριάδου είναι απογυμνωμένη από περιττά στολίδια και χαρακτηρίζεται από μια δωρική αυστηρότητα που προσεγγίζει την τελετουργική κατάνυξη. Οι παρενθέσεις και οι αγκύλες λειτουργούν ως ένας δεύτερος εσωτερικός μονόλογος, ενώ οι σωματικές και οργανικές μεταφορές γειώνουν το υπαρξιακό στοιχείο στην καθημερινή εμπειρία, δημιουργώντας μια ποίηση όπου η σκέψη και η ύλη παραμένουν αδιάσπαστα συνδεδεμένες. Εμβληματικό είναι το απόσπασμα από τη «Σφαγή σωστή» (σ. 35): «Σφαγείο είναι το ποίημα / μην καρτεράς τη λύτρωση / δεν είναι ψυχοφάρμακο… Αίμα πλημμύρα της γραφής / συνάμα της ανάγνωσης / άχθος δυσοίωνο..», το οποίο αποτυπώνει με μοναδική δύναμη τη σωματικότητα της γραφής και τη μετατροπή της ανάγνωσης σε εμπειρία συμμετοχής στην οδύνη.

Το ύφος είναι ελεγειακό, χαμηλότονο, εξομολογητικό και διακριτικά τραγικό. Δεν υπάρχουν ρομαντικοί μελοδραματισμοί ή κραυγές. Η απόγνωση και το πένθος φιλτράρονται μέσα από μια στωική αποδοχή («Το πένθος ες αεί»). Παράλληλα, διακρίνεται ένα τελετουργικό ύφος, ιδιαίτερα στα ποιήματα που σχετίζονται με τον Άδωνι και το Πάσχα, το οποίο προσδίδει στην προσωπική οδύνη μια διάσταση πανανθρώπινη και συμπαντική.

Η ποιήτρια επιστρατεύει μια πλούσια αλλά ελεγχόμενη γκάμα εκφραστικών μέσων. Οι αντιθέσεις και τα οξύμωρα («ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο», «σκότους μέσα στο φως», «ευχή κι όχι κατάρα») υπογραμμίζουν τη διττή φύση της πραγματικότητας. Οι ισχυρές μεταφορές και προσωποποιήσεις («Σφαγείο είναι το ποίημα», «άηχη λέμβος σωστική», «κράμα της μνήμης… σαπίζουν») μετατρέπουν τις αφηρημένες έννοιες σε βιωμένη εμπειρία. Σύμβολα όπως το παράθυρο, το μολύβι και το πηγάδι με το μαύρο μελάνι αποκτούν κεντρική σημασία. Στη «Θέα Σκοτεινή» (σ. 61) διαβάζουμε: «Δεν βλέπω τίποτα / μόνο μελάνι μαύρο / στίχους να ταξιδεύουν / όσο ο κυματισμός στέργει να τους κρατεί / μη βυθιστούν κι αυτοί / κι όλο χαθεί το ποίημα», εικόνα που μετατρέπει το ίδιο το ποίημα σε εύθραυστο αντικείμενο διάσωσης. Τα ρητορικά ερωτήματα «Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του πνιγμού;» εντείνουν τον υπαρξιακό μετεωρισμό.

Η συλλογή ολοκληρώνεται με την ταπεινή εξομολόγηση του [Δεν έχω άλλο, Κύριε] (σ. 75), όπου το ποίημα μένει ατέλειωτο σαν ένα σημάδι σταυρού και η ζωή αποτιμάται ως μια διαρκής θυσία στο ευτελές. Οι Αδώνιδος Κήποι δεν υπόσχονται εύκολη ανάσταση ούτε προσφέρουν παρηγορητικές βεβαιότητες. Αντίθετα, στέκονται με νηφαλιότητα απέναντι στο «μαύρο θαύμα» της ύπαρξης και προτείνουν ως μοναδική δυνατότητα σωτηρίας μια εύθραυστη αλλά επίμονη άνθηση της τέχνης μέσα στη φθορά. Όπως δηλώνει το «Σήμα Ταπεινό» (σ. 42): «Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί / αφήνοντας τα ίχνη τους / λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς… / μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα… / κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς / μα για τους άλλους που έρχονται». Έτσι, η συλλογή αφήνει πίσω της ένα «σήμα τόσο δα», μια μικρή αλλά ακλόνητη μαρτυρία φωτός απέναντι στη λήθη του κόσμου.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση