[Νίκος Ι. Τζώρτζης, Αστοχία υλικού, Αναψηλάφηση, Γ΄, εκδόσεις Κέδρος, 2025]
Του Δημήτρη Κ. Μπαλτά*
Χορταστική και ενδιαφέρουσα η έκτη ποιητική συλλογή του Νίκου Ι. Τζώρτζη, Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση, Γ΄ (Κέδρος, 2025) συνιστά μια πολυεπίπεδη και αισθητικά πλούσια αναγνωστική εμπειρία με περιεχόμενο, κυρίως, κοινωνικοπολιτικό. Ο τίτλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αυτοσχόλιο. Ο ποιητής ab ovo δηλώνει ότι το υλικό που συγκροτεί την ποίησή του θα αστοχήσει, δεν θα καταφέρει να επιτελέσει τον ρόλο του. Η αγωνία του είναι ειλικρινής όσον αφορά στο κατά πόσον η ποίησή του θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα κατορθώσει να κερδίσει σε λειτουργικότητα και επιδραστικότητα, συσχετιζόμενη άμεσα με τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται. Βέβαια, η αγωνία αυτή αποδεικνύεται μάλλον υπερβολική ή έστω αδικαιολόγητη, καθώς πρόκειται για μια πολύ καλοδουλεμένη ποίηση, της οποίας η στόχευση είναι εναργής και δεν χωράει αμφισβήτηση. Το φόντο στο οποίο αρχίζει να πλάθεται το ποιητικό υλικό θυμίζει ένα σκηνικό παρακμής, αποσύνθεσης και φθοράς. Το κυρίως μέρος κατανέμεται σε ενότητες στις οποίες παρεμβάλλονται ποιήματα εις εαυτόν, αυτοαναφορικά για τον ποιητή και την ποίηση. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ποιήματα ποιητικής εκφράζοντας αυτή τη γνήσια αγωνία για την ευόδωση και την επιτελεστικότητα του ποιητικού υλικού.
Μεγάλο μέρος του υλικού καταλαμβάνει η αναφορά στην περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου και της Χούντας. Ο ποιητής συνομιλεί με την Ιστορία και μπολιάζει τους στίχους του με πληθώρα παραθεμάτων από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, αρχειακό υλικό, ιστορικά τεκμήρια, λογοτεχνικά διακείμενα. Εύλογα πολύ μελάνι χύνεται σε ό,τι αφορά στον κοινωνικό φρονηματισμό, στην αθόρυβη παρακολούθηση, στην καταδίωξη, τα βασανιστήρια, την εξορία που υπέστησαν οι κομμουνιστές, καθώς και στην προσπάθεια του καθεστώτος να καταπνίξει τον κομμουνισμό αποσπώντας με βία και τρομοκρατία δηλώσεις μετανοίας και βεβαιώσεις αποχαρακτηρισμού. Το καθεστώς επέβαλλε τη φίμωση και τον έλεγχο και στην τέχνη, στον κινηματογράφο, τη μουσική, τη λογοτεχνία. Έτσι, ο ποιητής συνομιλεί με το περίφημο βιβλίο Δεκαοχτώ Κείμενα, που εξέδωσε ο Κέδρος της Νανάς Καλλιανέση το 1970. Βιβλίο που στρεφόταν έμμεσα κατά της Χούντας. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ κάποιους στίχους που υποδηλώνουν τη θέση και τη στόχευση της λογοτεχνίας αλλά και της τέχνης γενικότερα σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς. Κάθε μας λέξη: φλέβα που γυρεύει/ να βρει μια γρατζουνιά να αιμορραγήσει/ κι ό,τι βαθιά της άφραστο σαλεύει/ βλέμμα το βλέμμα να το μεταγγίσει·/ κάθε μας φλέβα: λέξη που παλεύει/ τ’ άγραφο τώρα πια να στιγματίσει/ μήπως και κάποιοι δουν σε κάθε στίγμα/ μονάχα ένα βαθύ κόκκινο πήγμα (σ. 41).
Τον προβληματισμό του ποιητή πέρα από τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα του τόπου, απασχολεί και ο πολύς λόγος γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, το ατυχές συγύρισμα της γλώσσης (σ. 42). Με όπλο την ειρωνεία και τη μεγαλοστομία της καθαρεύουσας και αρχαΐζουσας, υπερθεματίζει υπέρ της δημοτικής, της γλώσσας που μιλιέται από τον λαό. Μακριά από τον συντηρητισμό και μια δήθεν καθαρότητα της γλώσσας. Ενδιαφέρουσα είναι η, με βάση την ομιλία του Μάνου Χατζηδάκι στο Θέατρο Τέχνης το 1949, ποιητική εξέταση του λαϊκού, του ρεμπέτικου και του χασικλίδικου τραγουδιού. Η γλώσσα του τραγουδιού επηρεάζει τα πλατιά λαϊκά στρώματα και, συνεπώς, η μορφή της οφείλει να υπηρετεί το κοινό αίσθημα. Εξίσου πολύ μελάνι έχει χυθεί για την καθαρότητα του ρεμπέτικου και τις ανατολίτικες επιρροές που δέχτηκε. Αυτό που έχει σημασία, πάντως, είναι ότι ο ποιητής αναφέρεται στο λαϊκό τραγούδι ως έναν βασικό πυλώνα της γλώσσας που μιλιέται στην καθημερινότητα και παραμένει ζωντανή και λειτουργική.
Εκτός όμως από τα εθνικά θέματα, ο Τζώρτζης στρέφει την προσοχή του και στα διεθνή κοινωνικοπολιτικά θέματα αντλώντας τόσο από την Ιστορία όσο και από το παρόν. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η αναφορά του στον μαρτυρικό λαό της Παλαιστίνης στο ποίημα «Προς ποιητάς και στιχοπλόκους» (σ. 34). Ένα ποίημα στο οποίο, επίσης, αξίζει να σταθούμε είναι το «Λεωφορείο Νο 2857», το οποίο αναφέρεται σε ιστορία πασίγνωστη που εξακολουθεί να συγκινεί μέχρι σήμερα για το βάθος της ανθρωπιάς της και το δίκιο του αγώνα απέναντι στον ρατσισμό, το απαρτχάιντ, τις φυλετικές διακρίσεις, την αδικία και τη βία. Το ποίημα μιλά για τη Ροζα Παρκς που το 1955 αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο, πυροδοτώντας το κίνημα μποϊκοτάζ των λεωφορείων στο Μοντγκόμερι των Η.Π.Α., του οποίου ηγήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Και ο ποιητής δεν μένει εδώ. Αλλού αναφέρεται στο κόμμα των Μαύρων Πανθήρων που ιδρύθηκε το 1966, για να προστατεύσει τις μαύρες κοινότητες από την αστυνομική βία και εξελίχθηκε σε πολιτικό κίνημα που υποστήριζε τον σοσιαλισμό και τη μαύρη κοινότητα απέναντι στη βία και την καταστολή των λευκών. Συνεπώς, η κοινωνική και πολιτική ευαισθησία και ανησυχία του ποιητή ξεπερνά τα σύνορα και αποκτά πανανθρώπινο χαρακτήρα. Η ηθική και πολιτική ακεραιότητα του ανθρώπου στο διάβα του χρόνου ανάγεται σε μείζον ζήτημα, που διαρκώς πολιορκείται και απειλείται. Και, δυστυχώς, μέχρι σήμερα αυτή η ακεραίωση του εαυτού τόσο ατομικά όσο και συλλογικά παραμένει ζητούμενο και δεν έχει κατακτηθεί, για να θεωρείται ουσιαστικά δεδομένο, παρά μόνο ως επισφαλές δεδομένο. Γι’ αυτό και ο αγώνας είναι αδιάκοπος και αμείωτος απ’ όλους όσοι μάχονται στο μετερίζι της ανθρωπιάς και του δίκιου.
Προχωρώντας την ανάγνωση, αξίζει να σταθούμε στην ειρωνεία και τη σάτιρα ως εργαλεία του ποιητή απέναντι όχι μόνο στα εθνικά ζητήματα, λ.χ. την επώδυνη παλινόρθωση της δημοκρατίας μετά τη Χούντα, αλλά και στη σημερινή ποιητική πραγματικότητα, όπως αυτή σκιαγραφείται στην «Ελληνιάδα», υποδηλώνοντας τη ματαιοδοξία και την αμετροέπεια των σύγχρονων ποιητών. Ξεχωρίζω λίγους στίχους: κάθε στενό και ποιητής, κάθε γωνιά κι εκδότης,/ και γύρω μπαρ φιλόξενα για να παρουσιάσεις/ το έργο μετά μουσικής στους όποιους αναγνώστες./ Κάθε γραπτό μας ποίηση, κάθε μας φράση στίχος. […] Είμαι σε θέση, φίλοι μου, να σας ανακοινώσω,/ πως το συμβούλιον υπουργών μετά από διαβουλεύσεις,/ συμφώνησε κι υπέγραψε με τις εννέα Μούσες,/ αμέσως ν’ ανταλλάξουμε τα έργα των αρχαίων/ με τα βιβλία ποίησης των σύγχρονων Ελλήνων! (σ. 71-73).
Ο έρωτας δεν αφήνει αδιάφορο τον ποιητή, που επιστρατεύει γλωσσικά παιχνίδια, προκειμένου να μετριάσει κάπως την πικρία για την απώλεια, το ανεκπλήρωτο του έρωτα ή τον τελεσίδικο (από)χωρισμό. Ο έρωτας, η επιθυμία, η συναισθηματική σύνδεση εκφράζονται με όχημα, όχι μόνο τον παραδοσιακό λυρισμό και την αισθαντικότητα, αλλά και με τις σύγχρονες επιταγές των τεχνολογικών εξελίξεων, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Δυϊκός αριθμός, Β΄» (fb): Μπαίνω να σε βρω,/ πλήκτρο το πλήκτρο./ Είσαι πάντα εκεί/ και με περιμένεις,/ μ’ αντί να μπω εγώ,/ πληκτρολογώ εμένα./ Απλώνεις το χέρι/ και μ’ ένα κάποιο like,/ βάζεις το δάχτυλο/ εις τον τύπον των ήλων/ κι αγγίζεις εμένα,/ νομίζοντας πως είμαι εγώ . (σ. 117).
«Τα εις εαυτόν», όπως ήδη σημειώθηκε, εν είδει σημειώσεων στο περιθώριο, αποτελούν σχόλια του ποιητή για την ίδια την τέχνη της ποίησης. Ενίοτε υπεισέρχεται ακόμα και εδώ και η λεπτή ειρωνεία ή ο αιχμηρός κυνισμός. Παράδειγμα: Ω ποιητά!/ Το έργον σας αποτελεί/ κεφάλαιον εθνικόν,/ με αξία εγνωσμένην/ και απαράγραπτον·/ το έργον σας βεβαίως/ όχι το γραπτόν,/ αλλά το εισέτι άγραπτον. (σ. 112). Η αρχαΐζουσα γλώσσα επιτείνει το ειρωνικό και σατιρικό χαρακτήρα του ποιήματος.
Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που καθιστά τούτο το βιβλίο αξιανάγνωστο είναι η επιλογή από τον ποιητή να δοκιμαστεί επιτυχώς και να διασταλεί σε πολλές εκφραστικές φόρμες. Από τον έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο μέχρι τον ελεύθερο και διαλογικό. Από το σονέτο μέχρι την οχτάβα και το τριολέτο. Από την ολιγόστιχη φόρμα μέχρι την εκτενή σύνθεση. Συνεπώς, ο Νίκος Τζώρτζης παραδίδει ένα μεστό έργο, θεμελιωμένο στην ιστορική μνήμη, αλλά και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον που προοιωνίζεται το λιγότερο ανήσυχο με βάση τις προσλαμβάνουσες του παρόντος. Χωρίς να απουσιάζει ο προσωπικός τόνος, ο απολογιστικός στοχασμός και η υπαρξιακή αγωνία, η ποίηση του Νίκου Τζώρτζη συνιστά μια βυθομέτρηση στα μύχια του ανθρώπου ως πολιτικού όντος.
*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου (Εκδόσεις των Φίλων, 2026).
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
