Συνέντευξη στην Τζίνα Καρβουνάκη
Η Μαρία Αργυράκη είναι διπλωματούχος ξεναγός και μεταφράστρια. Ανάμεσα στις γλώσσες και τους πολιτισμούς που γνώρισε μέσα από τις σπουδές, τα ταξίδια και την επαγγελματική της διαδρομή, η Ιαπωνία έγινε ο μυστικός της κήπος.
Στις μεταφράσεις της από τα ιαπωνικά περιλαμβάνονται οι υπότιτλοι της Μήδειας του Γιουκίο Νιναγκάουα (ΕΡΤ, 1984), οι συλλογές αλληγορικών μικροαφηγήσεων του Κέντζι Μιγιαζάουα Το Άστρο του Νυχτογέρακου (Ολκός, 1999) και Μια Νύχτα στο Σιδηρόδρομο του Γαλαξία (Ολκός, 2001), το οδοιπορικό Από ένα μικρό γεφύρι στο Ιράκ του Νάτσουκι Ικεζάουα (Ολκός, 2003), το τρίτομο μυθιστόρημα 1Q84 του Χαρούκι Μουρακάμι (Ψυχογιός, 2012–2014) και, το 2026, η ποιητική συλλογή του Μιγιαζάουα Εν Ασθενεία η Γραφή μου Τελειούται. Το 2016 τιμήθηκε με τον Έπαινο του Υπουργού Εξωτερικών της Ιαπωνίας και, το 2024, με το αυτοκρατορικό παράσημο του Τάγματος του Ανατέλλοντος Ηλίου, Χρυσές και Ασημένιες Ακτίνες. Με αφορμή το ποιητικό βιβλίο του Μιγιαζάουα, Εν Ασθενεία η Γραφή μου Τελειούται, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύδωρο – Όμιλος Πολιτισμού, συζητήσαμε, μεταξύ άλλων, για τη σχέση της με την Ιαπωνία, για τον ιαπωνικό πολιτισμό και τη μετάφραση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Πώς γεννήθηκε η σχέση σας με την ιαπωνική γλώσσα και τον ιαπωνικό πολιτισμό; Υπήρξε κάποιο βιβλίο, κάποιο πρόσωπο ή μια εμπειρία που καθόρισε αυτή τη διαδρομή;
Είχε προηγηθεί η καλλιέργεια του εδάφους, χάρη στο οικογενειακό μου περιβάλλον, όπου η ιαπωνική τέχνη και ο ζεν βουδισμός δεν ήταν άγνωστες έννοιες, και στις φιλολογικές σπουδές μου στην Αμερική.
Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 η ιαπωνική κουλτούρα είχε αποκτήσει ορατότητα, παράλληλα με την ινδική φιλοσοφία που έφτανε σ’ εμάς μέσω των Beatles. Έτσι, το 1973 ο σπόρος δεν έπεσε σε χέρσα γη. Γεννήθηκε ένας κεραυνοβόλος έρωτας με έναν Ιάπωνα ποιητή, με τον οποίο παντρευτήκαμε και ο οποίος μου έδειξε τους θησαυρούς της γλώσσας και του πολιτισμού του. Εκείνος μου άνοιξε την πύλη της ιαπωνικής λογοτεχνίας, διαβάζοντάς μου το Άστρο του Νυχτογέρακου, την εμβληματική ιστορία του Κέντζι Μιγιαζάουα. Ακολούθησε πεντάχρονη εμβάπτιση στην πεμπτουσία της Ιαπωνίας, με σκοπό να μεταφράσω το έργο του.

Πώς ξεκίνησε η πορεία σας ως μεταφράστρια της ιαπωνικής λογοτεχνίας;
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, με τις πλάτες της ιδιότητάς μου ως ξεναγού: ως χόμπι και ως προσφορά. Λίγοι εδώ μιλούσαν ιαπωνικά τη δεκαετία του ’80 και ακόμη λιγότεροι τα διάβαζαν και τα έγραφαν. Όταν ανέβηκε στον Λυκαβηττό η Μήδεια του Γιουκίο Νιναγκάουα, το περιοδικό «η λέξη» μου ζήτησε να βοηθήσω στη διερμηνεία και στη μετάφραση συνέντευξης με τον ποιητή Μουτσούο Τακαχάσι, που είχε γράψει τη θεατρική διασκευή. Κατόπιν η ΕΡΤ μού ανέθεσε τον υποτιτλισμό της μαγνητοσκοπημένης παράστασης στο Ηρώδειο. Τις εκδόσεις των επιλογών μου -του Κέντζι Μιγιαζάουα και του Νάτσουκι Ικεζάουα- τις οφείλω στην εμπιστοσύνη του εκδοτικού οίκου Ολκός, από το 1999.
Η πρώτη σας συνάντηση με τον Χαρούκι Μουρακάμι πώς έγινε; Και τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στη γραφή του;

Η συνεργασία προέκυψε με αφορμή την έκδοση του τρίτομου 1Q84: ένα συνοικέσιο των εκδόσεων Ψυχογιός. Με γοήτευσε η λιτή, υπαινικτική και βαθιά μουσική γλώσσα του. Σε αντίθεση με τη συντακτική πυκνότητα που συναντάμε στην ιαπωνική λογοτεχνική πεζογραφία, η δική του γλώσσα διαμορφώθηκε -ίσως χάρη στην άσκησή του να γράφει στα αγγλικά και να μεταφυτεύει το κείμενο στα ιαπωνικά και στη μεταφραστική του εμπειρία- σε σύγχρονο, συνοπτικό ιδίωμα, με την αμεσότητα του προφορικού λόγου, χωρίς όμως να είναι λαϊκότροπη.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν καλείστε να μεταφέρετε αυτή τη μοναδική φωνή στα ελληνικά;
Να ακουστεί ο λόγος του εξίσου λιτός, υπαινικτικός και βαθιά μουσικός. Διάβαζα φωναχτά κάθε παράγραφο που μετέφραζα, προσπαθούσα να μπω στην ανάσα του συγγραφέα και τη δούλευα ώσπου να αποκτήσει μουσικότητα και ρυθμό όταν εκφέρεται προφορικά.
Υπάρχουν λέξεις, εκφράσεις ή πολιτισμικές αναφορές στα ιαπωνικά που αντιστέκονται στη μετάφραση; Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην πιστότητα του πρωτοτύπου και στη φυσικότητα του ελληνικού λόγου;
Πολλές -και όχι μόνο στα ιαπωνικά. Αφού δοκιμάσω πολλές πιθανές αντιστοιχίες, επιλέγω εκείνη που ακούγεται φυσικότερη και αμεσότερη και αποδίδει το νόημα με τις λιγότερες δυνατές λέξεις.
Πόσο σημαντικό είναι για έναν μεταφραστή να γνωρίζει σε βάθος την ιστορία, την κοινωνία και την κουλτούρα της Ιαπωνίας; Μπορεί η γλωσσική επάρκεια από μόνη της να αρκεί;
Χρειάζεται να έχει γνωρίσει, ει δυνατόν στο πετσί του, την ιστορία, την κοινωνία και την κουλτούρα της Ιαπωνίας: αυτή η βιωμένη γνώση δίνει περιεχόμενο στη γλωσσική επάρκεια. Τον βοηθά επίσης να αξιολογεί τον ωκεανό πληροφοριών που παρέχουν η βιβλιογραφία και το διαδίκτυο και να εμβαθύνει όπου απαιτεί η συγκεκριμένη μετάφραση.
Έχετε μεταφράσει πεζογραφία αλλά και ποιήματα του Κέντζι Μιγιαζάουα. Τι αλλάζει όταν περνάτε από την πεζογραφία στην ποίηση;

Εκτός από την πεζογραφία του Μουρακάμι, έχω μεταφράσει οδοιπορικά, έχω ασχοληθεί με τον υποτιτλισμό και τον υπερτιτλισμό και, κυρίως, με τις λυρικές μικροϊστορίες του Μιγιαζάουα. Αυτές οι διαφορετικές εκφάνσεις της γλώσσας, μαζί με τη γλωσσική μου ωρίμανση και την προτροπή μαστόρων του λόγου, με προετοίμασαν για την ποίηση. Εκεί αλλάζει πρωτίστως ο απαιτούμενος χρόνος: η συμπύκνωση και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης γεννούν πολλές δυνάμει αποδόσεις μέχρι το τελικό φιλτράρισμα.
Η ποίηση του Κέντζι Μιγιαζάουα είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη φύση, τη βουδιστική σκέψη και τον συμβολισμό. Πώς μεταφράζονται αυτά τα στοιχεία χωρίς να χαθεί η λεπτή ισορροπία τους;
Σ’ αυτά που αναφέρετε θα πρόσθετα και την επιστημονική σκέψη. Η λεπτή ισορροπία τους βασίζεται σε μια σπάνια συγκολλητική ουσία: το πηγαίο ενδιαφέρον για το έτερο. Αυτό μπορεί να γίνει μεταδοτική κατάσταση έκστασης, όταν ο λόγος του ποιητή συνεπαίρνει και τον μεταφραστή.
Υπήρξε κάποιο βιβλίο ή συγκεκριμένο απόσπασμα που σας δυσκόλεψε ιδιαίτερα; Και, αντίστροφα, ποιο έργο σάς χάρισε τη μεγαλύτερη χαρά κατά τη μεταφραστική διαδικασία;
Με δυσκόλεψε η απόσταση της σύγχρονης ιαπωνικής από τη γλώσσα της εποχής του Κέντζι Μιγιαζάουα, μαζί με τη ντοπιολαλιά και τις ονοματοποιίες. Τη μεγαλύτερη χαρά, σε σημείο να ξεσπάσω σε κλάματα, την ένιωσα μεταφράζοντας από το έπος Η Ιστορία των Χέικε (Heike Monogatari), που περιλαμβάνεται στο 1Q84, τη σκηνή όπου η γιαγιά του εξάχρονου αυτοκράτορα Άντοκου ετοιμάζει τον εγγονό της να πέσουν μαζί στη θάλασσα, για να μην παραδοθούν στον εχθρό. Η συγκίνηση σχετίζεται με μια βαθιά πολιτισμική μνήμη που με παρέπεμψε στον χορό του Ζαλόγγου.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα όρια της λογοτεχνικής μετάφρασης; Πότε ο μεταφραστής οφείλει να παραμείνει απολύτως πιστός στο πρωτότυπο και πότε χρειάζεται να γίνει δημιουργικός;
Εξαρτάται από το πώς αντιλαμβανόμαστε την πιστότητα. Δεν κάνω κατά λέξη μετάφραση, αλλά απόδοση κατανοητή στη γλώσσα-στόχο, χωρίς να προδίδει το πρωτότυπο· άρα η δημιουργικότητα υπάρχει εξαρχής. Γίνεται περισσότερο αναγκαία όταν μια ιδέα, μια εικόνα, ένας συνειρμός, ένα σχήμα λόγου ή ένα λογοπαίγνιο, αυτονόητο στη γλώσσα-πηγή, χρειάζεται διαφορετικό χειρισμό για να λειτουργήσει στη γλώσσα-στόχο.
Η ελληνική γλώσσα διαθέτει μια μακραίωνη λογοτεχνική παράδοση. Πώς επηρεάζει αυτό τις μεταφραστικές σας επιλογές; Υπάρχουν στιγμές που η ίδια η γλώσσα «σάς οδηγεί» στη λύση;
Ναι, βεβαίως. Όπως η ελληνική, έτσι και η ιαπωνική έχει μακραίωνη ιστορία και πολλά επίπεδα καταγεγραμμένης λογοτεχνικής έκφρασης. Αυτό προσφέρει στον μεταφραστή πλούσιο απόθεμα επιλογών, αρκετές από τις οποίες θα χάνονταν αν εργαζόταν μέσω της αγγλικής.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ιαπωνική λογοτεχνία στην Ελλάδα. Πώς εξηγείτε αυτή τη θερμή ανταπόκριση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού;
Ίσως επειδή η ιαπωνική λογοτεχνία προσφέρει έναν συνδυασμό οικείου και ανοίκειου. Πίσω από μια διαφορετική κοινωνική συμπεριφορά και αισθητική, ο Έλληνας αναγνώστης αναγνωρίζει κοινές εμπειρίες: την οικογένεια, την απώλεια, τη μνήμη, τη μοναξιά, την ανάγκη να ανήκει κάπου. Συνέβαλαν η παγκόσμια επιτυχία συγγραφέων όπως ο Μουρακάμι και η εξοικείωση με τον ιαπωνικό πολιτισμό μέσω του κινηματογράφου, των μάνγκα και των άνιμε. Θα ήθελα, ωστόσο, το ενδιαφέρον να φτάσει σε περισσότερες φωνές και παλαιότερα έργα της ιαπωνικής γραμματείας.
Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος του λογοτεχνικού μεταφραστή; Παραμένει ένας «αόρατος» δημιουργός ή πιστεύετε ότι έχει έρθει η ώρα να αναγνωριστεί περισσότερο η συμβολή του;
Με τη γενικευμένη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο ρόλος του μεταφραστή γίνεται απαιτητικότερος. Καλείται να γίνει θηριοδαμαστής ενός ωκεανού στοιχείων: άλλα μπορούν να τον βοηθήσουν και άλλα να τον εκθέσουν ανεπανόρθωτα. Απέναντι στο αυθαίρετο, το επινοημένο και το λάθος, πρέπει να ελέγχει, να αξιολογεί και να επιλέγει. Οφείλει να γνωρίζει καλά τη γλώσσα-πηγή, τη γλώσσα-στόχο και την εποχή του έργου, ώστε να μη δέχεται άκριτα έτοιμες λύσεις. Επειδή αυτή η εργασία είναι δημιουργική, κριτική και υπεύθυνη, η συμβολή του πρέπει να αναγνωρίζεται περισσότερο – συμβολικά και έμπρακτα.
Αν μπορούσατε να καθίσετε στο ίδιο τραπέζι με τον Χαρούκι Μουρακάμι και τον Κέντζι Μιγιαζάουα, ποια θα ήταν η πρώτη ερώτηση που θα θέλατε να απευθύνετε στον καθένα τους;
Θα ρωτούσα τον Μουρακάμι πού αποδίδει το γεγονός ότι, ενώ σχεδόν κάθε χρόνο συζητείται ως πιθανός υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας, η προσδοκία διαψεύδεται. Τον Μιγιαζάουα θα τον ρωτούσα αν είχε φανταστεί ότι, ενενήντα και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του, οι μικροϊστορίες και η ποίησή του, μεταφρασμένες σε πολλές γλώσσες, θα ακούγονταν ακόμη τόσο επίκαιρες.
Υπάρχει κάποιο έργο της ιαπωνικής λογοτεχνίας που ονειρεύεστε να μεταφράσετε στο μέλλον;
Αν είχα μπροστά μου τον απαιτούμενο χρόνο, θα μετέφραζα, χωρίς περικοπές, την Ιστορία του Γκέντζι, που γράφτηκε τον 11ο αιώνα από την αυλική κυρία Μουρασάκι Σικίμπου. Θεωρείται συχνά το πρώτο μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και παρουσιάζει μια εξαιρετικά πρώιμη μορφή ψυχολογικής αφήγησης, με τεχνικές που θυμίζουν τον ελεύθερο πλάγιο λόγο.
Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο άνθρωπο που επιθυμεί να ασχοληθεί με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα ιαπωνικά;
Να έχει υπόψη του ότι η λογοτεχνική μετάφραση από τα ιαπωνικά στα ελληνικά δύσκολα θα του αποφέρει τα προς το ζην· επομένως, να την αντιμετωπίσει πρωτίστως ως πάθος και ως προσφορά, φροντίζοντας παράλληλα να έχει μια άλλη επαγγελματική βάση.
Κλείνοντας, τι σας έχει διδάξει η πολύχρονη συνομιλία σας με την ιαπωνική λογοτεχνία για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, αλλά και για τον ίδιο τον άνθρωπο;
Για τη γλώσσα, ότι δύο γλώσσες με μακραίωνη εξέλιξη και λογοτεχνική παράδοση διαθέτουν πλούσιο υπόβαθρο συνομιλίας. Για τη λογοτεχνία, ότι, παρά τις πολιτισμικές διαφορές και τις διαφορετικές θερμοκρασίες έκφρασης, οι συγγραφείς συγκλίνουν στην προσπάθεια να δώσουν ένα αντιστάθμισμα στην απώλεια. Και για τον άνθρωπο, ότι κάτω από διαφορετικούς κώδικες οι θεμελιώδεις ανάγκες παραμένουν κοινές: να αγαπηθεί, να κατανοήσει τον κόσμο και να δώσει νόημα στο πεπερασμένο της ζωής του. Ίσως το έτερο να μην είναι ποτέ τόσο ξένο όσο νομίζουμε.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
