Μυθολογία, τρόμος και ταυτότητα

[Φώτης Κατσιμπούρης, Το Κάλεσμα της Λάμιας, Άνεμος Εκδοτική, 2026]

Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου

Το μυθιστόρημα Το Κάλεσμα της Λάμιας του Φώτη Κατσιμπούρη (Άνεμος Εκδοτική, 2026, ISBN: 978-960-642-161-7) συνιστά μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και δυναμική σύγχρονη ελληνική συμβολή στον χώρο της σκοτεινής φαντασίας και του λογοτεχνικού τρόμου. Συνδυάζοντας με επιτυχία στοιχεία ιστορικού μυθιστορήματος, γοτθικής λογοτεχνίας, folk horror, αστυνομικού μυστηρίου και ψυχολογικού δράματος, το έργο οικοδομεί ένα πολυεπίπεδο αφηγηματικό σύμπαν, όπου η ελληνική μυθολογία και η λαϊκή παράδοση ανασυντίθενται δημιουργικά και αποκτούν νέα λογοτεχνική πνοή στη σύγχρονη εποχή.

Ο τίτλος του έργου λειτουργεί ως κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της αφήγησης. Η λέξη «κάλεσμα» παραπέμπει σε μια αόρατη δύναμη που έλκει τους ήρωες και τις ηρωίδες προς το άγνωστο. Δεν πρόκειται απλώς για πρόσκληση αλλά για μια σχεδόν μοιραία έλξη, η οποία ωθεί τους χαρακτήρες να αναμετρηθούν με μυστικά, τραύματα και αλήθειες που ξεπερνούν τη λογική τους. Παράλληλα, η παρουσία της Λάμιας στον τίτλο προαναγγέλλει τη σύγκρουση ανάμεσα στον ανθρώπινο κόσμο και στις αρχέγονες δυνάμεις της μυθολογίας.

Η επιλογή της Λάμιας ως κεντρικής μορφής διαφοροποιεί σημαντικά το έργο από τα περισσότερα μυθιστορήματα τρόμου που βασίζονται σε βαμπίρ, λυκανθρώπους ή άλλες μορφές της δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης. Ο συγγραφέας στρέφεται στην ελληνική λαϊκή δαιμονολογία και αξιοποιεί μορφές όπως η Λάμια, η Έμπουσα, η Μορμώ και η Εκάτη, δημιουργώντας μια ιδιαίτερα ελληνική εκδοχή του γοτθικού τρόμου.

Το μυθιστόρημα εντάσσεται στο λογοτεχνικό είδος του folk horror/ Dark Fantasy. Πρόκειται για ένα είδος στο οποίο ο τρόμος γεννιέται από τη λαϊκή παράδοση, τη συλλογική μνήμη, την απομόνωση μιας κοινότητας και την επιβίωση αρχαίων δοξασιών μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Στο έργο, η Ραχιώτισσα λειτουργεί ως χαρακτηριστικός τόπος folk horror. Το χωριό δεν αποτελεί απλώς σκηνικό της δράσης αλλά έναν ζωντανό οργανισμό που διατηρεί μυστικά αιώνων. Οι κάτοικοι μοιάζουν να βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στην καθημερινότητα και σε μια αρχαία δύναμη που εξακολουθεί να καθορίζει τη ζωή τους.

Παράλληλα, το έργο αξιοποιεί δημιουργικά στοιχεία της γοτθικής λογοτεχνίας. Τα ερείπια, τα χειρόγραφα, οι οικογενειακές κατάρες, τα κρυμμένα μυστικά, οι υπόγειοι χώροι και η επιστροφή του καταπιεσμένου παρελθόντος αποτελούν χαρακτηριστικά μοτίβα της γοτθικής παράδοσης που εμφανίζονται επανειλημμένα στην αφήγηση. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου θυμίζει σε αρκετά σημεία έργα όπως ο «Δράκουλας» του Μπραμ Στόουκερ ή στις αφηγήσεις του Έιτς Πι Λάβκραφτ, χωρίς όμως να χάνει τη δική της ελληνική ταυτότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφηγηματική δομή του έργου. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε τρία διαφορετικά χρονικά επίπεδα: τη Μεσαιωνική Μεσσηνία του 13ου αιώνα, τη σύγχρονη Ελλάδα και έναν μυθολογικό χρόνο που λειτουργεί σχεδόν έξω από την ανθρώπινη ιστορία. Οι συνεχείς μεταβάσεις ανάμεσα στα επίπεδα αυτά δημιουργούν την αίσθηση ότι το παρελθόν δεν έχει παρέλθει πραγματικά αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει το παρόν. Ο συγγραφέας πετυχαίνει έτσι να συνδέσει τη συλλογική μνήμη με τη σύγχρονη εμπειρία.

Η γλώσσα του έργου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά του. Ο Φώτης Κατσίμπουρης προσαρμόζει επιδέξια το ύφος του στις διαφορετικές χρονικές περιόδους της αφήγησης, χρησιμοποιώντας στα ιστορικά κεφάλαια ένα λεξιλόγιο που αποπνέει αυθεντικότητα και χρονική απόσταση, ενώ στα σύγχρονα μέρη υιοθετεί έναν πιο άμεσο και ρεαλιστικό λόγο. Παράλληλα, η εικονοποιία του είναι ιδιαίτερα δυνατή και συχνά ανατριχιαστική. Χαρακτηριστική είναι η παρομοίωση του ξεριζωμού της καρδιάς με «ψαλίδι που κόβει χοντρό χαρτόνι», μια εικόνα που αποδίδει τον τρόμο με ωμή υλικότητα. Εξίσου έντονος είναι ο συμβολισμός του αίματος, το οποίο κυριαρχεί χρωματικά και νοηματικά στο έργο, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως φορέας μνήμης, βίας και ζωτικής δύναμης. Από τις «κόκκινες σταγόνες» που στάζουν οι καθρέφτες του ονείρου, στον «πίδακα αίματος» που ραίνει σαν «άλικο βροχή» τους θάμνους του Πεδίου του Άρεως. 

Ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο φέρουν τα σύμβολα που επανέρχονται νομοτελειακά στην αφήγηση, με κυρίαρχο ίσως όλων τον καθρέφτη. Τα ονειρικά οράματα με τα θρυμματισμένα είδωλα λειτουργούν ως ανάγλυφη απεικόνιση της διασπασμένης ταυτότητας του Μάρκου· ο ήρωας αδυνατεί να αναγνωρίσει πλήρως τον εαυτό του, παγιδευμένος σε ένα διαρκές μεταίχμιο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη μη ανθρώπινη φύση του. Ο σπασμένος καθρέφτης συμβολίζει παράλληλα το επίπονο μονοπάτι της αυτογνωσίας και την εγγενή αδυναμία του ανθρώπου να συγκροτήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα του εαυτού του.

Η ρευστότητα αυτής της ταυτότητας αποτυπώνεται συγκλονιστικά στη στιγμή που «Το γυαλί του καθρέφτη έγινε ρευστό σαν υδράργυρος. Μέσα του αναδύθηκε η μορφή μιας γυναίκας με δέρμα μαργαριταρένιο και μάτια μαύρα, χωρίς ανθρώπινη κόρη, με μια κίτρινη σχισμή στο κέντρο. Το χαμόγελό της ήταν τρυφερό, σχεδόν μητρικό, μα στο βάθος του έκαιγε μια απόκοσμη φωτιά». Για τον ήρωα, «Όλα αυτά τα αλλόκοτα που παρατηρούσε στον εαυτό του από παιδί, όσα ονειρευόταν κάποιες φορές, μαζί και η εμφάνιση της Μορμούς στον καθρέφτη όταν μπήκε στην εφηβεία, ήταν πέρα από κάθε λογική. Την πρώτη φορά είχε πεταχτεί πίσω έντρομος». Αυτή η αέναη πάλη ανάμεσα στο μεταφυσικό και τον ορθολογισμό συμπυκνώνεται στο υπαρξιακό ερώτημα που τον βασάνιζε κάθε φορά που βίωνε μια τέτοια εμπειρία: «Ήταν πραγματικότητα ή ψυχωσικές παραισθήσεις;» (σσ.70,71).

Εξίσου σημαντικό είναι το σύμβολο του νερού. Οι συνεχείς αναφορές σε σπήλαια, πηγές και υπόγεια νερά συνδέονται με το ασυνείδητο, τη μνήμη και τις αρχέγονες δυνάμεις της φύσης. Το νερό λειτουργεί ως πέρασμα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους και ταυτόχρονα ως φορέας μνήμης. Μέσα από αυτό αναδύονται κρυμμένες αλήθειες και ξεχασμένες ιστορίες.

Η ομίχλη αποτελεί ένα ακόμη επαναλαμβανόμενο σύμβολο. Δημιουργεί αίσθηση αβεβαιότητας και υποδηλώνει την αδυναμία των χαρακτήρων να διακρίνουν καθαρά την πραγματικότητα. Η ομίχλη καλύπτει τόσο το τοπίο όσο και την αλήθεια, υπογραμμίζοντας τη σύγχυση που βιώνουν οι ήρωες και οι ηρωίδες.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η βεβήλωση της εκκλησίας. Η συγκεκριμένη σκηνή δεν λειτουργεί μόνο ως εικόνα τρόμου αλλά και ως συμβολική σύγκρουση δύο διαφορετικών κοσμοθεωριών. Ο ναός εκπροσωπεί τη μνήμη, την παράδοση και τη συλλογική ταυτότητα της κοινότητας. Η καταστροφή του σηματοδοτεί την προσπάθεια αντικατάστασης ενός ολόκληρου συστήματος αξιών.

Από τους χαρακτήρες του έργου, ξεχωρίζει η μορφή του Μάρκου, ο οποίος φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά των τραγικών ηρώων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Κατά τα πρότυπα του Οιδίποδα, επιδίδεται σε μια αγωνιώδη αναζήτηση της καταγωγής του· όσο όμως πλησιάζει στην αλήθεια, τόσο περισσότερο εγκλωβίζεται στα δίχτυα της μοίρας του. Έτσι, η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας δεν επιφέρει τη λύτρωση, αλλά επισφραγίζει μια νέα, εσωτερική φυλάκιση. Αυτή η τραγική συνειδητοποίηση αποτυπώνεται συγκλονιστικά, μέσα από ένα και μόνο βουβό βλέμμα.

Η Ελίονορ αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες μορφές του έργου. Αντί να παρουσιάζεται ως μονοδιάστατο τέρας, αποκτά χαρακτηριστικά τραγικής ηρωίδας. Η αθανασία της συνοδεύεται από βαθιά μοναξιά, απώλεια και αδυναμία ένταξης στον ανθρώπινο κόσμο. Οι πράξεις της πηγάζουν από την επιθυμία να δημιουργήσει μια μορφή οικογένειας και συνέχειας, γεγονός που την καθιστά ταυτόχρονα τρομακτική και ανθρώπινα κατανοητή.

Η Ξένια λειτουργεί ως ηθική πυξίδα της αφήγησης. Σε αντίθεση με τους περισσότερους χαρακτήρες, δεν επιδιώκει δύναμη, γνώση ή αθανασία. Αντιπροσωπεύει την αποδοχή και την ανθρωπιά. Μέσα από τη σχέση της με τον Μάρκο διατυπώνεται ένα από τα βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα του έργου: καθορίζεται ο άνθρωπος από τη φύση του ή από τις επιλογές του;

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η Λένα, η οποία εντάσσεται στην παράδοση των λογοτεχνικών «κυνηγών» του υπερφυσικού. Ωστόσο, ο συγγραφέας αποφεύγει να την παρουσιάσει ως άτρωτη ηρωίδα. Αντίθετα, πρόκειται για μια τραυματισμένη επαγγελματία που καλείται να αντιμετωπίσει καταστάσεις μεγαλύτερες από τις δυνατότητές της.

Το έργο παρουσιάζει επίσης σημαντικό διακειμενικό πλούτο. Οι ιστορικές αναφορές στη Δ΄ Σταυροφορία, στους Φράγκους ηγεμόνες της Πελοποννήσου και στη μεσαιωνική ιστορία της Μεσσηνίας συνυπάρχουν με στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας και της γοτθικής λογοτεχνίας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα πολυεπίπεδο αφήγημα που συνδέει διαφορετικές χρονικές και πολιτισμικές παραδόσεις. Παράλληλα, οι αναφορές στους Ιωαννίτες Ιππότες, την παπική έγκριση και τη μυστική οργάνωση Ordo Veritatis συνδέουν το μυθιστόρημα με την παράδοση του ιστορικο-θρησκευτικού μυστικιστικού θρίλερ, όπου αρχαία θρησκευτικά κειμήλια αποτελούν αντικείμενο αναζήτησης σύγχρονων μυστικών ταγμάτων. Επιπλέον, η τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ της Ελίονορ και του ντε Βιλιέρ λειτουργεί ως μια σύγχρονη εκδοχή του φαουστικού μοτίβου της συμφωνίας με τον διάβολο, όπου το τίμημα της δύναμης και της γνώσης οδηγεί σε ηθική έκπτωση και απώλεια της ελευθερίας.

Η διάσταση του folk horror αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στη σταδιακή μεταμόρφωση της Ραχιώτισσας και των κατοίκων της: «Η ορεινή Ραχιώτισσα –το χωριό που τέτοια εποχή μύριζε πάντα καμένο ξύλο, ρίγανη, βουνίσιο τσάι και πεύκο– άρχισε να αλλάζει ανεπαίσθητα αλλά σταθερά. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει πότε ακριβώς ξεκίνησε η μεταμόρφωση. Σαν μια ανεπαίσθητη δόνηση που απλώθηκε αργά, άλλαξε πρώτα τα βλέμματα, μετά την όψη των ματιών, τις φωνές και τέλος τις ψυχές των Ραχιωτών. Στην αρχή έμοιαζαν κουρασμένοι, μετά αφηρημένοι, σαν χαμένοι σε μια δική τους πραγματικότητα, ώσπου τελικά βυθίστηκαν στη σιωπή. Σαν να άκουγαν όλοι μια φωνή που μιλούσε απευθείας μέσα στο μυαλό τους (σ.146). 

Στο συγκεκριμένο χωρίο ο τρόμος δεν προέρχεται από ένα εξωτερικό τέρας αλλά από τη σταδιακή αλλοίωση μιας ολόκληρης κοινότητας. Το χωριό μετατρέπεται σε έναν ζωντανό οργανισμό που υποτάσσεται σε μια αρχέγονη δύναμη, στοιχείο που αποτελεί βασικό γνώρισμα του folk horror.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Καλέσματος της Λάμιας είναι ότι η μυθολογία και η λαϊκή παράδοση δεν λειτουργούν ως απλό σκηνικό, αλλά ως ζωντανές δυνάμεις που καθορίζουν την πλοκή και τη μοίρα των ηρώων. Η αφήγηση ακολουθεί μια πορεία κατάβασης από τον κόσμο της λογικής στον κόσμο του μύθου, με τη Ραχιώτισσα να μετατρέπεται σε έναν σύγχρονο Άδη, όπου το παρελθόν παραμένει παρόν και οι παλιές πληγές αρνούνται να σβήσουν.

Πίσω από το υπερφυσικό και τον τρόμο κρύβεται μια βαθύτερη κοινωνική και υπαρξιακή αλληγορία. Το κακό δεν έρχεται απ’ έξω· γεννιέται μέσα στις σιωπές, τα τραύματα και τα μυστικά μιας κλειστής κοινότητας. Το υπερφυσικό λειτουργεί ως καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής, αποκαλύπτοντας όσα οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν.

Παράλληλα, ο Φώτης Κατσίμπουρης κατορθώνει να μεταπλάσει δημιουργικά τα μοτίβα της γοτθικής λογοτεχνίας και του folk horror μέσα από ένα βαθιά ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο, δημιουργώντας ένα έργο που συνδέει τη λαογραφία με σύγχρονα ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα, τη μνήμη, την απώλεια και την ελεύθερη βούληση.

Η τελική αίσθηση που αφήνει το μυθιστόρημα δεν είναι εκείνη της οριστικής νίκης επί του κακού. Αντίθετα, υπενθυμίζει ότι ορισμένα σκοτάδια παραμένουν πάντοτε παρόντα, κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια της μνήμης. Γιατί τα πιο επικίνδυνα τέρατα δεν κατοικούν μόνο στους θρύλους, αλλά και στις πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία 

Abrams, M.H. (2010). Λεξικό λογοτεχνικών όρων. Αθήνα: Πατάκης.

Botting, F. (1996). Gothic. London: Routledge. 

Cirlot, J.(1995)  Λεξικό των συμβόλων. Μτφρ. Ρήγας Καππάτος, Αθήνα:Κονιδιάρης.

Freud, S. (1919). The Uncanny. Στο The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud

Jackson, R. (1981). Fantasy: The Literature of Subversion. London: Methuen. 

Κατσιμπούρης, Φ. (2026). Το Κάλεσμα της Λάμιας. Αθήνα: Άνεμος Εκδοτική. 

Lawson, J. C. (1910). Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion. Cambridge: Cambridge University Press. 

Lovecraft, H. P. (1973). Supernatural Horror in Literature. New York: Dover Publications. (Πρωτότυπη έκδοση 1927) 

Πολίτης, Ν. Γ. (1904). Παραδόσεις. Αθήνα. 

Punter, D. (1996). The Literature of Terror: A History of Gothic Fictions. London: Longman. 

Stoker, B. (1897). Dracula. London: Archibald Constable. 

Todorov, T. (1975). Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία. Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Απάντηση