Όταν το τέλος της σιωπής γίνεται υφαντό ουρλιαχτό

[Συλλογικό, Εκατό και είκοσι φωνές, εκδόσεις Καστανιώτη, 2025]

Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου

Ο συλλογικός τόμος Εκατό και είκοσι φωνές (Καστανιώτης, 2025, ISBN 978-960-03-7413-1) δεν αποτελεί απλώς μια λογοτεχνική ανθολογία, αλλά μια πράξη συλλογικής μαρτυρίας και αντίστασης, όπου ο βουβός θυμός μετατρέπεται σε λόγο και το προσωπικό τραύμα σε κοινή διεκδίκηση. Όταν η σιωπή αιώνων ραγίζει, ο ήχος γίνεται πολυφωνικός: εκατό και είκοσι διαφορετικές φωνές βγαίνουν από τη σιωπή και διαψεύδουν την πατριαρχική λογική του «μεμονωμένου περιστατικού».

Το εξώφυλλο λειτουργεί από μόνο του ως δήλωση. Οι αδρές, χειρόγραφες γραμματοσειρές θυμίζουν συνθήματα δρόμου, ενώ το κόκκινο σύμβολο του θηλυκού αναδεικνύει την έμφυλη διάσταση του έργου. Στο κέντρο, η υψωμένη γροθιά και το σύνθημα «Ποτέ καμία μόνη» συμπυκνώνουν το πνεύμα αντίστασης και αλληλεγγύης του τόμου.

Το έργο δεν περιορίζεται στην καταγραφή της ωμής σωματικής βίας, αλλά φωτίζει και τις αθέατες μορφές καθημερινής καταπίεσης: την ψυχολογική χειραγώγηση, τη συστηματική υποτίμηση και τη σιωπή που επιβάλλεται μέσα στις σχέσεις και στους κοινωνικούς ρόλους. Παράλληλα, αναδεικνύει την ακρόαση ως πράξη αντίστασης· γιατί το να πεις «αυτό συνέβη» είναι ήδη μια μορφή εξέγερσης απέναντι στη λήθη, ενώ το να ακούσεις την άλλη είναι το πρώτο βήμα προς μια πραγματική κοινότητα.

Μέσα από αυτή την πολυφωνία συντίθεται μια σύνθετη εικόνα της γυναικείας εμπειρίας. Οι τίτλοι όπως «Το χαστούκι» (Ανθούλα Αθανασιάδου), «Βιάστηκες» (Ελένη Καρρά), «Σκοτώνουν τις γυναίκες» (Ελένη Μπιρμπίλη), «Η βέρα της είναι φοβερό Πράγμα» (Μαρουσώ Αθανασίου) και «Φροντισμένη Υποταγή» (Ελένη Πριοβόλου), αναδεικνύουν τον φόβο και τη συστηματική υποτίμηση, ενώ έργα όπως «Απουσίες» (Άννα Δερέκα), «Εξόριστες» (Νεφέλη Βουτσινά-Πετσιμέρη), «Αποποίηση γυναικείας κληρονομιάς» (Δέσποινα Σαμιωτάκη), «Λόρα» (Μάνια Μεζίτη) και «Σαβανωμένο όνειρο» (Λίλια Τσούβα) φωτίζουν το τραύμα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Στο «Δυο εκατοστά» (Δέσποινα Τόβα) η ψυχολογική βία συρρικνώνει τη γυναικεία ύπαρξη, «Στη Σταύρωση» (Δήμητρα Κουβάτα) το σώμα γίνεται φορέας οδύνης, ενώ το «Ζυμάρι» (Τζούλια Γκανάσου) αναδεικνύει τη γυναικεία αντοχή.

Ωστόσο, η συλλογή δεν εγκλωβίζεται στη σκοτεινότητα. Προχωρά προς την αναγέννηση. Στα κείμενα «Επίθεση-άμυνα» (Χρυσάνθη Ιακώβου), «Η τερματοφύλακας» (Ελευθερία Θάνογλου), «Είμαι η Αφροδίτη του Χόλε Φελς» (Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη), «Συνωμότισσες» (Αντιόπη Φραντζή) και «Φοράω τα ρούχα μιας νεκρής» (Έλενα Χουσνή), οι γυναίκες ανακτούν το σώμα και τη φωνή τους. Έτσι, το βιβλίο λειτουργεί ως ένας ποιητικός χάρτης της γυναικείας διαδρομής: από τη βία και τη σιωπή, προς την επιβίωση, την αυτογνωσία και την ελπίδα για δικαιοσύνη.

Αυτό που ενώνει τα διαφορετικά ύφη των κειμένων είναι το γυναικείο σώμα: ένα σώμα πάνω στο οποίο η κοινωνία άφησε τα σημάδια της, αλλά και ένα σώμα που γίνεται φορέας απελευθέρωσης. Η συλλογή επεκτείνει το βλέμμα της και πέρα από τα εθνικά σύνορα, αγκαλιάζοντας τις γυναίκες της Γάζας στα ποιήματα «Γυναίκα της Γάζας τον θάνατο προσμένει γράφοντας ποιήματα» (Ειρήνη Παραδεισανού) και «Κάπου στη λωρίδα της Γάζας» (Κατερίνα Λιάτζουρα), υπενθυμίζοντας πως η καταπίεση έχει παντού το ίδιο πρόσωπο.

Γιατί, όμως, ανάμεσα σε εκατό και είκοσι φωνές, επιλέγω να σταθώ σε επτά συγκεκριμένα κείμενα; Η απάντηση βρίσκεται τόσο στη βιωματική εγγύτητά μου με τη Μεσσηνία όσο και στον κοινό δεσμό των δημιουργών με τον τόπο. Οι επτά αυτές φωνές συγκροτούν έναν ιδιαίτερο μικρόκοσμο γυναικείας εμπειρίας, όπου συνυπάρχουν η ιστορική αδικία, η αόρατη φροντίδα, η μοναξιά και η ωμή βία.

Η Φωτεινή Βασιλοπούλου, στο «Τ’ όνομά της» (σ. 37), φωτίζει την αόρατη πατριαρχία της ελληνικής επαρχίας μέσα από τη μορφή της «Αναστάσαινας», μιας γυναίκας που χάνει ακόμη και το όνομά της μέσα στον γάμο και τη διαρκή προσφορά στους άλλους: «Από τότε που ’χασε τ’ όνομά της, πέρασαν σαράντα χρόνια, εφτά παιδιά και δεκατέσσερα εγγόνια μέχρι να ξανακουστεί στα βαφτίσια του δέκατου πέμπτου: “Και το όνομα αυτής… Μαρία”». Μέσα σε μία μόνο φράση συμπυκνώνεται η τραγωδία μιας γυναίκας που χρειάστηκε μια ζωή για να ξαναποκτήσει, έστω στιγμιαία, την προσωπική της ταυτότητα.

Στο «Κάποιος να σε περιμένει» (σ. 194), η Μαρία Στασινοπούλου μεταφέρει τον προβληματισμό στο σήμερα. Η βία εδώ είναι υπόγεια: η εξάντληση της γυναίκας που φροντίζει αδιάκοπα τους άλλους, ξεχνώντας τον εαυτό της. Η ηρωίδα της, παγιδευμένη ανάμεσα σε μια ανοϊκή μητέρα και έναν ψυχικά εύθραυστο γιο, ενσαρκώνει τη μοναξιά της γυναίκας-στηρίγματος. Η πιο συγκινητική στιγμή του κειμένου έρχεται όταν η Δανάη ομολογεί: «Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να πάρω τηλέφωνο κάποιον για να του πω ότι έφτασα». Μέσα σε αυτή τη φαινομενικά απλή φράση αποτυπώνεται όλη η σιωπηλή εγκατάλειψη μιας γυναίκας που έχει μάθει μόνο να φροντίζει.

Στο εσωτερικό των «κλειστών θυρών» της οικογενειακής εστίας, η Ελένη Γούλα, στο «Μαζί» (σ. 60), μετατρέπει το καθημερινό ακόνισμα των μαχαιριών σε σύμβολο μιας συναισθηματικά νεκρής συμβίωσης. Ο χρόνος της συνταξιοδότησης γίνεται πεδίο βουβής σύγκρουσης, όπου οι λέξεις τροχίζονται για να γίνουν όπλα. Εμβληματική είναι η φράση: «αγόρασαν ένα ακόνι για να τροχίζουν και τη γλώσσα τους», που συμπυκνώνει τη φθορά της επικοινωνίας και τη σταδιακή αλληλοεξόντωση. Και όταν «απ’ το πολύ τρόχισμα μάτωσε τη γλώσσα του», ο λόγος γίνεται κυριολεκτικά αυτοτραυματικός πριν στραφεί εναντίον του άλλου.

Στο «Όργωμα» (σ. 214), η Χρύσα Φάντη οδηγεί την ενδοοικογενειακή φθορά σε ακόμη πιο σκοτεινά πεδία, αποκαλύπτοντας με λιτό και αιχμηρό λόγο τη φρίκη της σεξουαλικής κακοποίησης. Αντιπαραθέτοντας το «πολιτισμένο» ισόγειο ενός σπιτιού με τον δυσοίωνο πάνω όροφο, απογυμνώνει την υποκρισία μιας κοινωνίας που γνωρίζει αλλά σωπαίνει. Συγκλονιστική είναι η τελευταία φράση: «Καταλαβαίνει ότι ο άντρας οργώνει την κυρία Ν και το βράδυ δεν θα χρειαστεί να οργώσει κι εκείνη». Η μεταφορά του «οργώματος» μετατρέπει το γυναικείο σώμα σε έδαφος κατοχής και χρήσης, εκθέτοντας το βίαιο πρόσωπο της πατριαρχικής εξουσίας.

Σε πιο συμβολικό επίπεδο, η Αλέκα Πλακονούρη, στην «Ανδρομέδα» (σ. 177), επαναπροσδιορίζει τον αρχαίο μύθο της θυσιασμένης κόρης στο σύγχρονο αστικό τοπίο. Η ηρωίδα εμφανίζεται εγκλωβισμένη «ανάμεσα σε οθόνες που παίζουν στα κελιά της έρημης πόλης», στεφανωμένη με «λαμπιόνια» αλλά και «αγκάθια», σύμβολα μιας επίπλαστης λάμψης που συγκαλύπτει την υποταγή. Το ποίημα κορυφώνεται στον στίχο: «Έλα να σκοτώσεις το κήτος και μετά για χρόνια να σκοτώνεις κι εμένα». Μέσα σε μία μόνο φράση, ο μύθος της σωτηρίας ανατρέπεται, καθώς ο λυτρωτής μετατρέπεται στον επόμενο δυνάστη της γυναίκας.

Η ανάγκη για οριστική φυγή από τη βία κορυφώνεται στη «Φυγή» (σ. 105) της Ελένης Κοφτερού. Το κείμενο ξεκινά ως αγωνιώδης απόδραση δύο κοριτσιών από τη βαρβαρότητα του πατέρα τους και καταλήγει σε εσωτερική τραγωδία. Η σκηνή όπου «η μεγάλη […] πήρε το αηδόνι στα χέρια της και με μια απότομη βίαιη κίνηση τού έστριψε τον λαιμό» σηματοδοτεί τη βίαιη απώλεια της αθωότητας. Από εκεί και πέρα, «μοιράζονται βολικά την ενοχή και την ελευθερία τους σ’ ένα δυάρι στην Αθήνα». Η Κοφτερού υπενθυμίζει πως το τραύμα της βίας δεν εξαφανίζεται ποτέ πραγματικά· επιβιώνει ως μόνιμος εφιάλτης.

Η Τζένη Καραβίτη, στο ποίημα «Messenger» (σ. 88), μεταφέρει το γυναικείο τραύμα στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή. Μέσα από μια διαδικτυακή συνομιλία, η ανάγκη εξομολόγησης συγκρούεται με τη συναισθηματική απουσία του συνομιλητή, αναδεικνύοντας τη μοναξιά της σύγχρονης επικοινωνίας. Από τον καθημερινό ψηφιακό λόγο –«Evales Bluetooth? Pes tis na perimeni ligo»– η ποιήτρια περνά σε μια τραυματική παιδική ανάμνηση: «να σου πω για το σημάδι / στον δεξή μου αστράγαλο». Κι ενώ η εξομολόγηση μοιάζει να ανοίγει έναν χώρο οικειότητας, η κατάληξη «Κλείσε, πήγαινε που σε περιμένει» αποτυπώνει την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αντέξει τον πόνο του άλλου.

Πέρα όμως από τη λογοτεχνική του αξία, ο τόμος Εκατό και είσκοσι φωνές διαθέτει και μια βαθιά παιδευτική δύναμη που μπορεί να αξιοποιηθεί στις σχολικές αίθουσες. Τα κείμενα της συλλογής καλλιεργούν την ενσυναίσθηση, βοηθούν παιδιά και εφήβους να αναγνωρίζουν τη βία και να αμφισβητούν τα στερεότυπα, ενώ παράλληλα ανοίγουν έναν δημιουργικό χώρο έκφρασης και αναζήτησης της προσωπικής φωνής. Έτσι, η έκδοση μετατρέπεται σε ένα ουσιαστικό βιβλίο-μανιφέστο, πολύτιμο εργαλείο για κάθε εκπαιδευτικό που οραματίζεται ένα σχολείο πιο ανθρώπινο και πιο ελεύθερο.

Δεν πρόκειται, τελικά, για μια απλή παράθεση εκατό και είκοσι γυναικείων κειμένων, αλλά για μια συλλογική φωνή αντίστασης και αλληλεγγύης. Όπως συμβολίζεται και στο εξώφυλλο, η υψωμένη γροθιά γίνεται ταυτόχρονα διεκδίκηση και αγκαλιά: μια απάντηση απέναντι στην αδικία και ένας ασφαλής χώρος αποδοχής για κάθε γυναίκα που αγωνίζεται να ακουστεί. Το βιβλίο αποδεικνύει πως η τέχνη και ο λόγος μπορούν να μετατρέψουν τον πόνο σε συλλογική δύναμη, γεφυρώνοντας το μοναχικό «εγώ» με το ελπιδοφόρο «εμείς».

Σας προσκαλώ, λοιπόν, να ακούσετε αυτές τις φωνές, να φυλλομετρήσετε αυτές τις σελίδες και να γίνετε μέρος αυτής της μεγάλης ανθρώπινης αλυσίδας. Γιατί μέσα στις γραμμές αυτού του βιβλίου κρύβονται κοινές μνήμες, τραύματα και η βαθιά προσδοκία για μια κοινωνία ισότητας και αλλαγής.

Ακούστε τις. Διαβάστε τις.

«Γιατί καμιά φωνή δεν μπορεί πια να σωπάσει όταν βρίσκει άλλες φωνές να στέκονται δίπλα της».


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

2 σκέψεις σχετικά με το “Όταν το τέλος της σιωπής γίνεται υφαντό ουρλιαχτό

  1. Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία, που περιέχουν διηγήματα με διαφορετικούς συγγραφείς, γιατί έχεις μπροστά σου πολλά όμορφα παράθυρα ανοιχτά.

    Πόσο μάλλον στο θέμα, που εδώ μιλάμε, που «τσακίζει» κόκκαλα. Εξαίρετη παρουσίαση και μαζί προτροπή να το δούμε από κοντά.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.