26 Μαΐου 2026
[Δημήτρης Μπαλτάς, Υπό καθεστώς ομηρίας, εκδόσεις Μετρονόμος, 2025]
Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας του Δημήτρη Μπαλτά (Μετρονόμος, 2025, ISBN 978-618-5748-51-7) συνιστά μια πολυεπίπεδη, στοχαστική και βαθιά ανθρωποκεντρική καταγραφή της σύγχρονης ανθρώπινης εμπειρίας. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο το προσωπικό βίωμα, η κοινωνική πραγματικότητα και ο υπαρξιακός στοχασμός δεν συνυπάρχουν απλώς, αλλά συνυφαίνονται οργανικά, δημιουργώντας ένα συνεκτικό ποιητικό σύμπαν.
Ήδη από το εξώφυλλο, με την αφαιρετική απόδοση ενός τοπίου σε αντιθετικές χρωματικές ζώνες, διαφαίνεται η βασική αντίθεση που διατρέχει τη συλλογή: σκοτάδι και φως, φθορά και ελπίδα, εγκλωβισμός και διαφυγή. Η εικόνα της «αποτεφρωμένης γης», που επανέρχεται στους εισαγωγικούς στίχους «…ο ήλιος/ λαμπρό οδόσημο διαφυγής/ από την αποτεφρωμένη γη», λειτουργεί ως εμβληματικό σύμβολο ενός κόσμου εξαντλημένου, ενός τοπίου ψυχικού και κοινωνικού, από το οποίο το ποιητικό υποκείμενο αναζητά επειγόντως διέξοδο.
Ο τίτλος της συλλογής αποτελεί τον κατεξοχήν ερμηνευτικό άξονα του έργου και ο άνθρωπος προβάλλει ως αιχμάλωτος σε πολλαπλά επίπεδα. Η έννοια της «ομηρίας» δεν περιορίζεται σε μια κυριολεκτική σημασία, αλλά επεκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα εμπειριών: ψυχικών, σωματικών, κοινωνικών, ερωτικών και πολιτικών. Η ομηρία παρουσιάζεται ως μια σύνθετη κατάσταση, όπου το άτομο δεν κρατείται απαραίτητα από εξωτερικές δυνάμεις, αλλά κυρίως από εσωτερικούς μηχανισμούς: τον φόβο, τη μνήμη, την επιθυμία, την ανάγκη για αποδοχή.
Στο πεζόμορφο ποίημα «Απάγκιο» (σ.9), η αγωνία αποκτά υλικότητα: «Η λεπίδα του φόβου σέρνεται συριστικά πλάι στην αναπνοή», «το στομάχι σφίγγεται», «οι παλμοί αυξάνονται». Ο φόβος δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια, αλλά ενσωματώνεται στο σώμα, γίνεται εμπειρία αισθητηριακή, σχεδόν επώδυνη. Η χρήση ιατρικών και σωματικών λεπτομερειών δημιουργεί μια έντονη αίσθηση εγκλωβισμού, μεταφέροντας τον/την αναγνώστη/-στρια στο εσωτερικό μιας κρίσης άγχους.
Αντίστοιχα, στο ποίημα «Υπό καθεστώς ομηρίας» (σ.11), ο χρόνος μετατρέπεται σε βασικό φορέα καταπίεσης. Οι ώρες «σέρνονται βαριές σαν πατήματα αρκούδας», ενώ ο ήχος «τικ τακ» επαναλαμβάνεται σχεδόν εμμονικά, αποδίδοντας την αδυσώπητη και αδιάκοπη ροή του χρόνου. Η φράση «Πιάνω τον σφυγμό τους. Τικ τακ… 120» ενώνει το βιολογικό με το χρονικό επίπεδο, υποδηλώνοντας ότι η ομηρία είναι ταυτόχρονα σωματική και υπαρξιακή. Η κυκλική διατύπωση «Ό,τι ήρθε, θα φύγει· ό,τι έφυγε, θα ξανάρθει» (Απάγκιο, σ.9) ενισχύει την αίσθηση ενός αέναου κύκλου, ενός εγκλωβισμού χωρίς αρχή και τέλος, όπου η εμπειρία επαναλαμβάνεται χωρίς να οδηγεί σε λύτρωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίθεση «ομηρία» και «νηνεμία», η οποία λειτουργεί ως κεντρικό παράδοξο της συλλογής. Στο ομότιτλο ποίημα της σελίδας 11, η φράση «Υπό καθεστώς ομηρίας· σε κατάσταση νηνεμίας» αποκαλύπτει την πιο ύπουλη μορφή εγκλωβισμού: εκείνη που δεν συνοδεύεται από εξωτερική ένταση, αλλά από μια επιφανειακή ηρεμία. Αυτή η «νηνεμία» δεν αποτελεί λύτρωση, αλλά παγίδα, καθώς συγκαλύπτει την εσωτερική αναταραχή. Το κόκκινο μάτι («Εκτός απ’ τ’ ασπράδι του ματιού που ’χει κοκκινίσει επικίνδυνα») λειτουργεί ως σύμβολο εγρήγορσης και αϋπνίας, ως ένδειξη ενός υποκειμένου που δεν μπορεί να ξεφύγει από τη συνείδησή του.
Σε μορφολογικό επίπεδο, η συλλογή διακρίνεται για τη συνύπαρξη πεζόμορφων ποιημάτων και ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο. Τα πεζόμορφα ποιήματα, όπως το «Απάγκιο» και το «Υπό καθεστώς ομηρίας», χαρακτηρίζονται από συνεχή ροή λόγου, χωρίς διακοπές και χωρίς εμφανή στιχουργική διάρθρωση. Αυτή η μορφή εντείνει την αίσθηση ασφυξίας, καθώς ο λόγος κυλά αδιάκοπα, όπως ακριβώς και η αγωνία που περιγράφει. Αντίθετα, τα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο «Παράφορα» (σ.12), «Ατίτλο» (σ.19), «Ελεύθερα» (σ.36) αξιοποιούν τον κατακερματισμό, τις παύσεις και τη λευκή σελίδα, δημιουργώντας έναν ρυθμό πιο εσωτερικό και στοχαστικό. Η εναλλαγή αυτών των μορφών δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή, αλλά αντανακλά τη διττή εμπειρία της ύπαρξης: άλλοτε συνεχής και καταπιεστική, άλλοτε θραυσματική και ανοιχτή σε ενδεχόμενα.
Η κοινωνική κριτική αποτελεί έναν από τους πιο αιχμηρούς άξονες της συλλογής. Στο ποίημα «Κοινωνικές υποχρεώσεις» (σ.10), ο ποιητής αποκαλύπτει τη βαθιά αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ιδιωτική στάση. Το πρόσωπο που επιδίδεται σε φιλανθρωπίες και πράξεις «αλληλεγγύης» αποδεικνύεται φορέας ρατσιστικών και μισαλλόδοξων αντιλήψεων όπως: «στάζει φαρμάκι για τους μιαρούς πρόσφυγες». Η αναφορά στην «Αρία φυλή» παραπέμπει ευθέως στη ναζιστική ιδεολογία του Αδόλφου Χίτλερ και λειτουργεί ως καυστικό σχόλιο για τη διαρκή παρουσία τέτοιων αντιλήψεων κάτω από τον μανδύα της κανονικότητας. Το ποίημα αποκτά έτσι έναν έντονα ειρωνικό και καταγγελτικό χαρακτήρα, αποδομώντας τη βιτρίνα της ηθικής.
Στο ποίημα «Ασυμπτωματικός» (σ.32), η κοινωνική κριτική παίρνει τη μορφή μιας αφήγησης ιδεολογικής μετάλλαξης. Ο νέος που κάποτε διαδήλωνε και αγωνιζόταν για ιδανικά, καταλήγει να ενσωματωθεί πλήρως στο σύστημα, αποκτώντας όλα τα χαρακτηριστικά του μικροαστού. Η χρήση της λέξης «ασυμπτωματικός» υποδηλώνει ότι η αλλαγή αυτή δεν είναι εμφανής, αλλά εξελίσσεται αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα. Η ειρωνεία εδώ είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς η «ασθένεια» της προσαρμογής παρουσιάζεται ως φυσιολογική.
Η πολιτική διάσταση κορυφώνεται στο ποίημα «Έγκλημα» (σ.20), όπου ο λόγος γίνεται άμεσος και ρητορικός. Η επανάληψη «άλλη μια εταιρεία», «άλλη μια κυβέρνηση» δημιουργεί έναν ρυθμό που θυμίζει συνθήματα διαδήλωσης, ενώ η εικόνα της «ανθρωποθυσίας στον βωμό του κέρδους» αποδίδει με έντονο τρόπο την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Η καταληκτική φράση «εγώ απαντώ με τούτο το ποίημα» αναδεικνύει την ποίηση ως πράξη αντίστασης, ως μια μορφή λόγου που αντιπαρατίθεται στη βία και την αδικία.
Ο έρωτας, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται ως μια από τις βασικές διεξόδους, αλλά και ως πεδίο νέου εγκλωβισμού. Στα ποιήματα «Παράφορα» (σ.12) και «Άτιτλο» (σ.19), κυριαρχεί η λυρική διάθεση, με εικόνες φωτός και τρυφερότητας: «φωτοβολείς απ’ την έξαψη», «Τα μάτια σου δυο άστρα». Ωστόσο, η ερωτική εμπειρία συνοδεύεται από την επίγνωση της φθοράς και της απώλειας: «σε θυσίασα στον Έρωτά σου». Στο «Πραμάτεια» (σ.16), ο έρωτας παρουσιάζεται ως συναλλαγή, ως μια πράξη που συνεπάγεται απώλεια αξιοπρέπειας: «ξεπουλάμε… κι αξιοπρέπεια κι εγωισμό». Στην «Αυτογνωσία» (σ.33), η ευτυχία χαρακτηρίζεται «ελλιποβαρής», αποκαλύπτοντας την εύθραυστη φύση της.
Η γλώσσα του Δημήτρη Μπαλτά είναι απλή, άμεση και καθημερινή, αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερα εκφραστική και πολυεπίπεδη. Η χρήση μεταφορών «η λεπίδα του φόβου», παρομοιώσεων «σαν πατήματα αρκούδας», προσωποποιήσεων «οι ώρες πάλλονται» και επαναλήψεων συμβάλλει στη δημιουργία έντονων εικόνων και συναισθημάτων. Το ύφος κινείται από το εξομολογητικό και ελεγειακό στο καταγγελτικό, ανάλογα με τη θεματική. Σημαντική είναι και η αναφορά στο «γυμνό ρήμα» στο ποίημα «Το ποίημα» (σ.37), όπου προβάλλεται η αξία της άμεσης, ουσιαστικής έκφρασης.
Η διακειμενικότητα ενισχύει το βάθος της συλλογής, συνδέοντάς την με την ελληνική και ευρύτερη ποιητική παράδοση. Η αναφορά στον «οβολό» και η αίσθηση του ανεκπλήρωτου μπορούν να θυμίσουν την ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη, ενώ η μελαγχολία και η κοινωνική απογοήτευση παραπέμπουν, σε έναν βαθμό, στον Κώστα Καρυωτάκη. Παράλληλα, ο καταγγελτικός τόνος ορισμένων ποιημάτων φέρνει στον νου στοιχεία της κοινωνικής ποίησης, όπως αυτή του Γιάννη Ρίτσου και του Τάσου Λειβαδίτη, χωρίς όμως να οδηγεί σε άμεσες ταυτίσεις.
Αυτή η σύνδεση με το ευρύτερο νοηματικό υπόβαθρο επεκτείνεται οργανικά και σε κοσμολογικές ή μυθολογικές αναφορές: στο «Ο μέγας κύων» (σ. 27), η «νυχτερινή λάμψη του Μεγάλου Κυνός» αναφέρεται στον Σείριο, συμβολίζοντας μια απρόσιτη, μεταφυσική επιθυμία, ενώ στο «Των προσφιλών» (σ. 40), η φράση «να γλιτώνουμε από κάθε σισύφεια τιμωρία» παραπέμπει στον Σίσυφο, προσδίδοντας φιλοσοφική διάσταση στον ατέρμονο μόχθο της ανθρώπινης ύπαρξης και τη λύτρωση μέσω του θανάτου.
Συνολικά, η συλλογή συγκροτεί έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στο «μέσα» και το «έξω», ανάμεσα στην προσωπική αγωνία και τη συλλογική εμπειρία. Η «ομηρία» λειτουργεί ως κεντρική μεταφορά που ενοποιεί τα επιμέρους ποιήματα, αποδίδοντας την κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου ως διαρκώς εγκλωβισμένου αλλά και διαρκώς αναζητούντος διέξοδο. Η ποίηση παρουσιάζεται ως μια μορφή «μανταρίσματος» των τραυμάτων, μια πράξη που δεν θεραπεύει οριστικά, αλλά επιτρέπει την κατανόηση και την αντοχή. Μέσα σε έναν κόσμο «αποτεφρωμένο», η ποιητική φωνή του Δημήτρη Μπαλτά αναδεικνύεται ως μια επίμονη, ειλικρινής και ουσιαστική προσπάθεια διαφυγής, αφήνοντας τον/την αναγνώστη/-στρια με μια έντονη αίσθηση εγρήγορσης και στοχασμού.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
