Κατά την παρατήρηση του κρανίου του Σίλλερ
Ήταν σ’ ένα οστεοφυλάκιο πραγματικό, όπου καθόμουν και κοιτούσα,
τα κρανία που στοιβαζόταν ταιριαστά·
την περασμένη και γκριζαρισμένη εποχή αναπολούσα.
Αυτούς που κάποτε μισούνταν και τώρα στέκονται τόσο κοντά,
και τα στιβαρά οστά, που θανατερά αλληλοπληγωνόταν μέχρι χθες,
κείτονται τώρα σταυρωτά, για να αναπαυθούνε σιωπηλά.
Εξαρθρωμένες ωμοπλάτες! τι άραγε να κουβαλούσανε και αυτές;
Oυδείς αναρωτιέται πια, και τα άκρα, τα δραστήρια και λεπτά,
το χέρι, το πόδι, στης ζωής διασκορπισμένα τις ρωγμές.
Εσείς, οι κουρασμένοι, θαρρώ πως ξαπλώσατε εις μάτην,
ούτε στο μνήμα δεν σας χαρίστηκε η ηρεμία, κατατρεγμένοι
ανήλθατε ξανά στο φωτεινό της ημέρας μάτι,
μα για ένα περίβλημα ξηρό πόση αγάπη ν’ απομένει,
κι ας είχε ο τρυφερός πυρήνας του διαφυλαχθεί.
Αλλά σε μένα, τον μαθητευόμενο, το κείμενο είχε ήδη γραφτεί,
που το ιερό νόημά του στον καθένα δεν είχε αποκαλυφθεί,
καθώς στου πλήθους μέσα την ακινησία
αντίκρισα μία σπάνια και υπέροχη μορφή,
μεσ’ του χώρου τη στενότητα και υγρασία
η θέρμη και η λευτεριά με αναγεννούσε,
σαν απ΄ τον θάνατο ν΄ ανάβλυζε της ζωής η αφθονία.
Τι μυστήριο! Για τη μορφή αυτή το Είναι μου σκιρτούσε!
Για το θείο ίχνος που διασώζεται ακόμη!
Ένα βλέμμα που απ’ τη φουσκοθαλασσιά με ξεμακραίνει,
εκείνη που τις μορφές συνήθως εξυψώνει.
Σκεύος μυστικό! Που χρησμούς το μέσα σου προσφέρει,
τι άραγε να σε κρατώ με αξιώνει,
να σε αφαιρώ με ευσέβεια, ω σπάνιε θησαυρέ, απ΄ τη σήψη που απομένει
και στον ελεύθερο αέρα, με μία σκέψη που τη λευτεριά όλο ζυγώνει,
η ύπαρξή μου με ευλάβεια προς το φως στραμμένη.
Τι περισσότερο ο άνθρωπος απ΄ τη ζωή να αξιώνει,
παρά να του αποκαλυφθεί μία φύση θεϊκή;
Πως καθετί σταθερό, εκείνη σε πνεύμα το μετουσιώνει,
πως καθετί πνευματικό, εκείνη ακλόνητο το διατηρεί.
Bei Betrachtung von Schillers Schädel
Im ernsten Beinhaus war’s, wo ich beschaute,
Wie Schädel Schädeln angeordnet paßten;
Die alte Zeit gedacht’ ich, die ergraute.
Sie stehn in Reih’ geklemmt, die sonst sich haßten,
Und derbe Knochen, die sich tödlich schlugen,
Sie liegen kreuzweis, zahm allhier zu rasten.
Entrenkte Schulterblätter! was sie trugen,
Fragt niemand mehr, und zierlich-tät’ge Glieder,
Die Hand, der Fuß, zerstreut aus Lebensfugen.
Ihr Müden also lagt vergebens nieder,
Nicht Ruh’ im Grabe ließ man euch, vertrieben
Seid ihr herauf zum lichten Tage wieder,
Und niemand kann die dürre Schale lieben,
Welch herrlich edlen Kern sie auch bewahrte.
Doch mir Adepten war die Schrift geschrieben,
Die heil’gen Sinn nicht jedem offenbarte,
Als ich inmitten solcher starren Menge
Unschätzbar herrlich ein Gebild gewahrte,
Daß in des Raumes Moderkält’ und Enge
Ich frei und wärmefuhlend mich erquickte,
Als ob ein Lebensquell dem Tod entspränge.
Wie mich geheimnisvoll die Form entzückte!
Die gottgedachte Spur, die sich erhalten!
Ein Blick, der mich an jenes Meer entrückte,
Das flutend strömt gesteigerte Gestalten.
Geheim Gefäß! Orakelsprüche spendend,
Wie bin ich wert, dich in der Hand zu halten,
Dich höchsten Schatz aus Moder fromm entwendend
Und in die freie Luft zu freiem Sinnen,
Zum Sonnenlicht andächtig hin mich wendend.
Was kann der Mensch im Leben mehr gewinnen,
Als daß sich Gott-Natur ihm offenbare?
Wie sie das Feste läßt zu Geist verrinnen,
Wie sie das Geisterzeugte fest bewahre.
Σημείωμα του μεταφραστή
Στις 20 Ιουλίου του 1794, ο 45χρονος Johann Wolfgang von Goethe αναχωρεί έφιππος από το σπίτι του στο κέντρο της Βαϊμάρης προς τη γειτονική πανεπιστημιούπολη της Ιένα, όπου είχε προσκληθεί σε μία συνάντηση της νεοϊδρυθείσας Λέσχης των Φυσιοδιφών. Το διαχρονικό του ενδιαφέρον για την παρατήρηση της φύσης, μαζί με το ιδιαιτέρως θερμό καλοκαίρι και τον πρώιμα ωριμασμένο τρύγο που χάριζε τα αρώματά του στη διαδρομή, οδήγησαν στη λήψη της απόφασης για αυτό το σύντομο ταξίδι.
O Goethe διέσχισε τα σχεδόν είκοσι χιλιόμετρα που χώριζαν τις δύο πόλεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χαιρετώντας κατά σειρά τους γεωργούς, τους ευγενείς, αλλά και τον ίδιο τον Δούκα της Σαξονίας – Βαϊμάρης, Carl August. Μπροστά στο δημαρχείο του 14ου αιώνος είχε στηθεί ο χώρος συνάντησης, στην πρώτη σειρά του οποίου έλαβε θέση ο μεγάλος πνευματικός. Ακριβώς δίπλα του, κατά διαβολική σύμπτωση, κάθισε ο πιο φημισμένος ένοικος της Ιένα, ο Καθηγητής της Έδρας Αισθητικής και ανερχόμενος ποιητής Friedrich Schiller.
Την πρώτη τους αυτή γνωριμία διαδέχθηκε ένας μακρύς περίπατος μετά συζήτησης, ο οποίος κατέληξε, μετά από αυθόρμητη πρόσκληση για γεύμα, στην οικία του Schiller. Η βραδιά αυτή ήταν η απαρχή μίας δεκαετούς φιλίας, μέσα από την οποία ο Goethe γνώρισε μία δεύτερη λογοτεχνική και υπαρξιακή νεότητα, ενώ ο Schiller χάρισε τους πιο ώριμους καρπούς της ιδεαλιστικής του ποίησης και θεατρικής γραφής. Ο πρώτος εσωτερίκευε τα εκτός και επί τα αυτά ορώμενα, ο δεύτερος εξωτερίκευε τα εντός και επί τα αυτά θεωρημένα, χαρίζοντας στο γερμανικό πνεύμα τη λαμπρότερή του στιγμή, αυτή των νυχτών της Βαϊμάρης.
H κοινή τους πορεία σε αυτό τον κόσμο διαρρήχθηκε, κάπως βίαια, το απόγευμα της 9ης Μαΐου του 1805, οπότε το βλέμμα του χρονίως πάσχοντος Schiller έδυσε για πάντα. Εκείνο το βράδυ, ο Goethe εμφανώς συγκλονισμένος, ξεσπά σε λυγμούς μονολογώντας: «μόλις έχασα όχι μόνο έναν φίλο, αλλά μαζί και το υπόλοιπο μισό της ύπαρξης μου. Οι άγρυπνές του νύχτες φώτιζαν τις δικές μας ημέρες». Ο Goethe αρνείται να πάει στην κηδεία, κόβει για μεγάλο χρονικό διάστημα κάθε τροφή και κοινωνική συναναστροφή, ενώ η πένα του, βυθισμένη και αυτή στο πένθος, σιγεί. Συχνά οι αντιδράσεις του περιορίζονται σε μονολόγους, καθώς διαβάζει για συντροφιά το ημιτελές, τελευταίο θεατρικό έργο του φίλου του, «Δημήτριος».
21 χρόνια μετά, και συγκεκριμένα στις 24 Σεπτεμβρίου του 1826, λαμβάνει χώρα η εκταφή του Schiller, με στόχο να του αποδοθούν τιμές και να ανεγερθεί σχετικό λαμπρό μνημείο. O Goethe ικετεύει τον Δούκα της Βαϊμάρης να του χαρίσει μερικές στιγμές με την κάρα του φίλου του. Ο Δούκας δεν μπορεί να το αρνηθεί. Το βράδυ λοιπόν που ο Goethe ξανααντίκρισε τον φίλο του, έστω και σε αυτή τη φθαρτή μορφή, κάθισε και έγραψε το ποίημα που μόλις διαβάσατε…
…ανάμεσα στις σειρές του ίσως να νιώσετε μία απόκοσμη αισθητική, ίσως πάλι να αναδυθεί η ευγενής συμπάθεια για μία φιλία που χάθηκε. Ίσως όμως τελικά όλα αυτά τα συναισθήματα του σήμερα να μην έχουν και τόση σημασία, παρά μόνο να αρκεί μία στιγμή σιωπής μπροστά στη φράση του ποιήματος που συγκλονίζει:
«Τι άραγε να σε κρατώ με αξιώνει…»
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
