Η ποιητική του τραύματος και της φθοράς

[Φωτεινή Βασιλοπούλου, Περιποιήτρια νύχτας, Κουκκίδα, 2026]

Της Νίκης Μισαηλίδη

Το τραύμα και η απώλεια, η μνήμη και η λήθη, η φθοροποιός δύναμη του χρόνου, καθώς και η υπαρξιακή εμπειρία του γήρατος, της σιωπής, της μοναξιάς και του θανάτου αποτελούν τις κυρίαρχες θεματικές της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Φωτεινής Βασιλοπούλου με τίτλο Περιποιήτρια νύχτας, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κουκκίδα» (2026) (ISBN: 978-618-208-198-3), και οι οποίες υφαίνουν ένα πολυεπίπεδο και αισθητικά συνεκτικό ποιητικό σύμπαν. Η συλλογή αρθρώνεται σε τρεις διακριτές ενότητες: «Γηροκομείον η Τροία», «Στάζει η νύχτα» και «Ύπαιθρος λήθη» και περιλαμβάνει είκοσι ελευθερόστιχες ποιητικές συνθέσεις, οι οποίες συγκροτούν μια ενιαία ποιητική αφήγηση με έντονη βιωματική και υπαρξιακή φόρτιση.

Το εξώφυλλο της συλλογής λειτουργεί ως συμβολική προοικονομία των βασικών θεματικών της. Το παλιό παράθυρο υποδηλώνει τη φθορά του χρόνου και το μεταίχμιο ανάμεσα στο «μέσα» και το «έξω», ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, τη ζωή και τον θάνατο. Η γάτα, ως σιωπηλός παρατηρητής της νύχτας, παραπέμπει στο ποιητικό υποκείμενο που αγρυπνά και καταγράφει. Αντιθετικά, ο φωτισμένος εσωτερικός χώρος λειτουργεί ως εστία μνήμης και εύθραυστης θαλπωρής, αποδίδοντας την κεντρική ένταση της συλλογής ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Η έννοια του τραύματος μπορεί να προσεγγιστεί θεωρητικά μέσα από το έργο της Cathy Caruth, σύμφωνα με την οποία το τραυματικό γεγονός δεν βιώνεται ποτέ πλήρως τη στιγμή που συμβαίνει, αλλά επιστρέφει εκ των υστέρων με τη μορφή επαναλήψεων, εικόνων ή αφηγηματικών θραυσμάτων. Το τραύμα, συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς μια ψυχική διαταραχή, αλλά μια εμπειρία που αντιστέκεται στην άμεση κατανόηση και επιμένει να εκδηλώνεται, αναζητώντας αναγνώριση και νόημα. Όπως επισημαίνεται στο θεωρητικό της σχήμα, αντλώντας από τη φροϋδική σκέψη, το τραύμα συνιστά μια «ιστορία» που επανέρχεται και διεκδικεί να ειπωθεί, αποκαλύπτοντας μια αλήθεια που δεν είναι άμεσα προσβάσιμη στη συνείδηση (Caruth, 1996).

Υπό αυτό το θεωρητικό πρίσμα, η ασθένεια και το τραύμα δεν αντιμετωπίζονται από την ποιήτρια ως απλές βιολογικές καταστάσεις, αλλά ως κατεξοχήν υπαρξιακά γεγονότα που μετασχηματίζουν ριζικά τη σχέση του ανθρώπου με το σώμα, τον χρόνο και τον εαυτό του. Η ποιητική γραφή αναδεικνύεται έτσι ως χώρος καταγραφής αλλά και επεξεργασίας αυτής της εμπειρίας, καθιστώντας ορατές τις ρωγμές που επιφέρει η φθορά, χωρίς ωστόσο να ακυρώνει πλήρως τη δυνατότητα αντίστασης και μνήμης. Στο ποίημα «Αχίλλειος πτέρνα» (σ. 22), η χρόνια νόσος αποτυπώνεται ως πεδίο έντασης ανάμεσα στη ιατρική πειθαρχία και την ατομική επιθυμία, καθώς το ποιητικό υποκείμενο επιμένει σε μικρές πράξεις ευχαρίστησης και μνήμης, οι οποίες λειτουργούν ως μορφές αντίστασης: 

Αγνοεί τους χρησμούς.
Αγνοεί τις διαταγές του Αγαμέμνονα.
Δεν υπολογίζει κανέναν διευθυντή πτέρυγας.
Αντιδρά στις οδηγίες του διαβητολόγου
για υποκατάστατο κι ας
τον τσάκισε το ζάχαρο κι ας
πέφτει από κώμα σε κώμα.

Εγώ τον θέλω τον φραπέ μου με τρεις ζάχαρες
θέλω λουκούμι τριαντάφυλλο
θέλω γλυκάκι περγαμόντο.

Κοντεύει τα ογδόντα πέντε
ο μπαρμπα-Αχιλλέας και δε γονατίζει
σε κανέναν αρχηγό.

Εξάλλου πώς;
Κομμένα και τα δυο πόδια απ’ το γόνατο.
Να πά’ στον διάολο ο διευθυντής
δήλωσε στον κολλητό με μήνιν
στον γερο-διάολο Πυθία και χρησμοί και πτέρνα.

Παράλληλα, το ποίημα ενεργοποιεί έντονα το στοιχείο της διακειμενικότητας (intertextuality), όπως εισηγήθηκε η Julia Kristeva, η οποία τον διατύπωσε στα έργα της Σημειωτική (1969) και Επανάσταση του λόγου (1974), σύμφωνα με την οποία κάθε κείμενο συγκροτείται ως «μωσαϊκό παραθεμάτων» και ως πεδίο διαρκούς διαλόγου με άλλα κείμενα. Ο τίτλος «Αχίλλειος πτέρνα» παραπέμπει ευθέως στο μυθολογικό πρόσωπο του Αχιλλέα και στο σημείο της θνητότητάς του, εισάγοντας έτσι τη θεματική της ευαλωτότητας ακόμη και του ισχυρού σώματος. Παράλληλα, οι αναφορές στον Αγαμέμνονα και στην Πυθία ενεργοποιούν την ομηρική παράδοση, μεταφέροντάς τη στο σύγχρονο νοσοκομειακό περιβάλλον. 

 Στην «Ανδρομάχη Ξυπολύτου» (σ. 23), το τραύμα εμφανίζεται ως βίαιη τομή που οδηγεί στην ακινησία και στη διάρρηξη της συνέχειας του εαυτού: «Κουφάρι τζίτζικα/καθηλωμένο στο καρότσι/μετά από συντριπτικό κάταγμα λεκάνης». Η ασθένεια μετατρέπεται σε κατάσταση εγκλεισμού, όπου το σώμα παύει να αποτελεί όργανο δράσης και καθίσταται παθητικό αντικείμενο φροντίδας. Η εμμονική επανάληψη («τα παπούτσια μου/πού είναι τα παπούτσια μου;») υποδηλώνει τη γνωστική αποδιοργάνωση, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως απόπειρα ανασύστασης της ταυτότητας μέσα από ένα καθημερινό αντικείμενο που συνδέεται με την κίνηση και την ελευθερία. Αντιθετικά, το ονειρικό επίπεδο («Τα μεσάνυχτα ονειρεύεται λευκές ελβιέλες/πόδια, τρέξιμο») αποκαθιστά προσωρινά την απώλεια, επαναφέροντας το σώμα σε μια προ-τραυματική κατάσταση. Έτσι, το τραύμα εγγράφεται όχι μόνο στο σώμα αλλά και στη μνήμη, δημιουργώντας μια συνεχή ταλάντωση ανάμεσα στο παρόν της φθοράς και στο παρελθόν της ζωτικότητας.

Στον «Αστυάναξ» (σ. 24), η ασθένεια εκδηλώνεται ως άνοια, οδηγώντας σε ριζική αποδόμηση της υποκειμενικότητας. Η επαναληπτική κραυγή «μαμά» («Μου ουρλιάζει μαμά, μαμά») σηματοδοτεί μια επιστροφή σε μια πρωτογενή, σχεδόν προγλωσσική κατάσταση, όπου το υποκείμενο απογυμνώνεται από κοινωνικούς ρόλους. Το σώμα εμφανίζεται ανεξέλεγκτο και εκτεθειμένο («του τρέχουν απ’ τη μύτη άγνωστα σωματικά υγρά»), ενώ η ιατρική πράξη («προσπαθεί να του περάσει λεβάιν απ’ τη μύτη») αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα στη φροντίδα και τη βία της παρέμβασης. Το τραύμα είναι βαθιά ψυχικό και υπαρξιακό καθώς αφορά την απώλεια της μνήμης, της γλώσσας και, τελικά, της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης. Η ειρωνική καταληκτική φράση («Γράψετε: Δεν ετέθη.») υπογραμμίζει την αδυναμία της ιατρικής να αποδώσει νόημα σε αυτή την οριακή εμπειρία.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η μετα-ποιητική διάσταση της συλλογής, όπως αυτή εκδηλώνεται στο ποίημα «Επί πτίλων νυχτερινών» (σσ. 25-26), στο οποίο η ποιήτρια επαναπροσδιορίζει τη διαδικασία της γραφής μέσα από το πρίσμα της νυχτερινής βάρδιας και της νοσηλευτικής εμπειρίας, συνομιλώντας διακειμενικά με το Επί πτίλων αύρας νυχτερινής του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου. Η ποίηση απογυμνώνεται από κάθε εξιδανίκευση και συνδέεται άμεσα με την υλικότητα του σώματος, την ευθραυστότητα των «πτίλων» των ασθενών και την εμπειρία της ασθένειας:

Δεν έχει ωράριο η ποίηση. Οχτώ με τρεις.
Γράφεται νύχτα. Με μισόκλειστα βλέφαρα, ημίφως.
Διανυκτερεύει σε θαλάμους, ξαποσταίνει σε πτέρυγες
επί πτίλων νυχτερινών.
Ανάμεσα στους στίχους δεν επαίρονται παγόνια
δε φτεροκοπάνε κύκνοι παρά
πάπιες κοψόφτερες, κλύσματα, οροί, λεβάιν.
Κρώζουν κακές πεθερές μαθητευόμενες
       και νοσηλεύτριες
παραμονεύουν στη στροφή
προϊσταμένη, μάσκες, καθετήρες.
Θες μελοποιημένη ποίηση;
Θερμόμετρα, σύριγγες του Πανός με αντιβίωση
μονάδες ινσουλίνης. Γουργουρητά οξυγόνου.
Αέρα!
Ανοίγει στόμα σαρκοβόρο η νύχτα
θερίζει ο χάρος. Μαρμαρωμένα βήματα στον χρόνο.
Ολονυχτίς οι αποκλειστικές στάγδην ξεπετσιάζουν
τον δράκο της αγρύπνιας.
Εκεί γράφεται η ποίηση. […]

Η ενσωμάτωση ιατρικού λεξιλογίου και η εισβολή στοιχείων της καθημερινότητας, σχεδόν αντι-ποιητικού υλικού, υπονομεύουν την παραδοσιακή λυρικότητα και αναδεικνύουν μια σκληρή, βιωματική αλήθεια. Η ποίηση δεν λειτουργεί ως απόδραση, αλλά ως ενσώματη εμπειρία, συνυφασμένη με την αγρύπνια, τον πόνο και την εγγύτητα του θανάτου. Στο ίδιο πλαίσιο, στο «Υπέρ αναπαύσεως» (σσ. 46-47) η ποιητική τέχνη αναδεικνύεται ως κατεξοχήν μηχανισμός μνήμης και αντίστασης απέναντι στη λήθη. Το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να διασώσει τους νεκρούς μέσα από τη γραφή, ενσωματώνοντάς τους σε ποιητικά συμφραζόμενα:

[…]
Τους χώνω από δω και κει κρυφά σε διηγήματα
σε ποιήματα
λέξεις αλλάζω για να βρω ρυθμό
πριν γίνει δηλητήριο η μνήμη.
Βάζω μονάχα το μικρό τους όνομα
δε θέλω να προκαλώ τον φθόνο των άλλων νεκρών
ν’ αναρωτιούνται όλοι οι Γιώργηδες,
        οι Γιάννηδες του Κάτω Κόσμου
οι Θοδωρήδες, οι Μαρίες όλες
Μήπως αυτός που αναφέρει είμαι εγώ;
Για κάντε λίγο ησυχία
ν’ ακούσουμε το ποίμα ως το τέλος.

Για μένα λέει τελικά.

Όχι, για μένα λέει.
[…]

 Η καταιγιστική επίδραση του χρόνου στον άνθρωπο αλλά και η εμπειρία του γήρατος αποτελούν ακόμη βασικό θεματικό άξονα της συλλογής: «[…] μια ηλικιωμένη/απ’ το απέναντι μπαλκόνι του κουρασμένου/νεοκλασικού/καθώς κρεμιέται και κρεμά/σακούλες πλαστικές στο σύρμα για να/ξορκίσει τη σιωπή» (σ. 16). Στο ποίημα «Oenanthe crocata» (σσ. 20-21), το οποίο φέρει ως μότο παραλλαγή της πλατωνικής φράσης «Τί τηνικάδε ἀφίξαι, ὦ Κρίτων» στον Κρίτων [43a], η ποιήτρια αποδίδει με έντονη εικονοπλαστική δύναμη τη σωματική και ψυχική φθορά. Η αναπαράσταση της γήρανσης από τη Φωτεινή Βασιλοπούλου δεν περιορίζεται στη σωματική αποδόμηση, αλλά επεκτείνεται και στον ψυχικό κόσμο, όπως υποδηλώνει η αναφορά στην «αρχόμενη άνοια», η οποία προσδίδει στο ποίημα μια έντονη υπαρξιακή διάσταση:

Τα γέρικα χέρια παλεύουν να σκάψουν
το σκληρό χώμα
στ’ αμπέλι.
Διπλώνεται στα δυο απ’ τους πόνους
κούρβουλο το κορμί,
ματώνουν τα χείλη.
Καταρράχτης, γλαύκωμα δε βλέπει το μέλλον καλά.
Στην καμπούρα του έχει γύρη από ογδόντα άνοιξες.
Το χειρότερο θέλει γυναίκα
αρχόμενη άνοια. […]
πρέπει ν’ αντέξει. Λίγο ακόμα.
Με τον γέρο κασμά του
να σκάψει ψηλά στ’ αμπελάκι τον τάφο του.
Λίγο ακόμα. Πρέπει ν’ αντέξει

Αντιστικτικά προς το γήρας, στο ποίημα «Κουκούδι» (σσ. 40-41)  αναδεικνύεται η παιδική ηλικία, με τη ζωτικότητα και τον θόρυβό της, σε αντιπαράθεση με την εύθραυστη ισορροπία και την κόπωση της τρίτης ηλικίας. Η μεταγενέστερη αναδρομή μετατρέπει το παιδικό βίωμα σε πεδίο ενοχής και υπαρξιακού στοχασμού, αναδεικνύοντας τη λεπτή σχέση ανάμεσα στην παιδική αθωότητα και τη συνειδητοποίηση του θανάτου:

Θα με πεθάνετε, παλιόπαιδα
και έκλεινε τ’ αυτιά της.
Σκούζαμε εμείς
κρυφτό, κυνηγητό, τραγούδι, ποιήματα.

Θα με πεθάνετε
πάει να σπάσει το κεφάλι μου
κουκούδι
[…]
Χαράματα την άλλη μέρα
στείλαν τον μεγαλύτερο
για να βαρέσει λυπητερά την καμπάνα.
[…]
Θα με πεθάνετε….
Μέχρι και σήμερα τ’ ακούω και αναρωτιέμαι
μήπως φταίγαμε εμείς για το κακό…

Η συλλογή αποκτά μια ιδιαίτερη αισθητική πυκνότητα μέσα από τον φωτογραφικό φακό της ίδιας της ποιήτριας. Ξεφεύγοντας από τα όρια του απλού οπτικού συνοδευτικού, οι εικόνες αυτές «διαβάζονται» ως αυτοτελή κείμενα. Μέσα από μια δική τους, ανεξάρτητη οπτική γλώσσα, προεκτείνουν τη θεματική του τραύματος και προσφέρουν μια επιπλέον, απτή διάσταση της συνεχιζόμενης φθοράς. 

Η συλλογή Περιποιήτρια νύχτας της Φωτεινή Βασιλοπούλου συνιστά μια ώριμη και τολμηρή ποιητική κατάθεση, η οποία μεταστοιχειώνει τον κλινικό χώρο σε πεδίο βαθύτατου υπαρξιακού στοχασμού. Μέσα από τη δημιουργική σύζευξη βιωματικής αμεσότητας, ιατρικού και καθημερινού λεξιλογίου, αλλά και έντονων διακειμενικών αναφορών, η ποιήτρια δεν περιορίζεται σε μια απλή αναπαράσταση της ασθένειας και της φθοράς, αλλά αναδεικνύει το τραύμα ως εμπειρία που διαρρηγνύει την ταυτότητα και επαναπροσδιορίζει τη σχέση του υποκειμένου με τον χρόνο, το σώμα και τη μνήμη. Η συλλογή υπερβαίνει τα όρια της ατομικής εμπειρίας, επιβεβαιώνοντας ότι η ποίηση παραμένει ενεργή και αναγκαία ακόμη και στις πιο σκοτεινές «νυχτερινές βάρδιες» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Βιβλιογραφία

Βασιλοπούλου, Φ. (2026). Περιποιήτρια νύχτας. Αθήνα: Κουκκίδα.

Caruth, C. (1996). Unclaimed Experience: Trauma, Narrative, and History. Baltimore: Johns Hopkins University Press.

Kristeva, J. (1969). Σημειωτική: Recherches pour une semanalyse. Paris: Seuil.

Kristeva, J. (1974). La révolution du langage poétique. Paris: Seuil.

Παπαδημητρακόπουλος, Η. Χ. (1992). Επί πτίλων αύρας νυχτερινής. Αθήνα: Νεφέλη.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.