Αργύρης Φυτάκης | Βαθιά στη γη

Στις παρυφές του δάσους, στο σημείο όπου τα βράδια ο αέρας χορεύει πέρα από τις φυλλωσιές, υπάρχει μια σπηλιά με ένα στένωμα που φαίνεται σαν να το σκάλισε ένα αόρατο χέρι. Μια χαραγματιά, σαν, θαρρείς, μια νέα νοικοκυρά να είχε χαράξει κάπως άγαρμπα με βαθύ μαχαίρι τον κόθoρο της πίτας. Το στόμιο αυτό έχει τριγύρω του χαλίκια γλιστερά που κοντοστέκουν για τον αφελή νυχτερινό διαβάτη· για εκείνον που αν δεν προσέξει, μπορεί να πέσει μέσα του και να τσακιστεί, να χαθεί πολύ βαθιά μέσα στη γη. Η απότομη κατηφόρα βγάζει ευθεία στα σπλάχνα της γης, στα κόκκαλα που ερίζουν τούτο το μέρος χρόνια τώρα.

Μονάχα μια φορά κάθε χρόνο μπορεί κανείς να πάει εκεί, τη δεύτερη βδομάδα του Μάη: κινάει, λοιπόν, ο γηραιότερος του χωριού παρέα με έναν νεαρό με γαλάζια μάτια -αυτόν που έχει χάσει στο παιχνίδι της σκιάς- και τραβούν βαριά μεσάνυχτα στην μεγάλη ανηφόρα· τα χέρια τους κρατώντας ξύλινα φανάρια με φως του φεγγαριού, σκαρφαλώνουν τον πέρα λόφο. Αν στρέψει κανείς το κεφάλι του σε κείνο το μέρος, σίγουρα θα δει τα φανάρια να χορεύουν στον ορίζοντα. Πριν τη μεγάλη στροφή ο νέος σταματά να μαζέψει μέντα και μελισσόχορτο, να ´χουν για μετά. Ο γέρος ανεβαίνει στο πιο ψηλό δέντρο κι αρπάζει ένα μοναχικό σύννεφο. Ζωσμένοι με τα προσίφερα, οι δυο τους πλησιάζουν στην άκρη του λάκκου. Πρώτα μπαίνει ο γέρος και πίσω του ο νέος· κρατιούνται από ξερόκλαδα καθώς κατεβαίνουν το ανάποδο δέντρο του ήλιου. Δεν είναι όμως γερά όλα του τα κλαδιά και πρέπει να είναι προσεκτικοί σε κάθε τους βήμα: αν γλιστρήσει κανείς λίγο το κακό – το πολύ να χάσει κανά βοτάνι. Τούτη τη νύχτα τα σωθικά της γης είναι ήρεμα, δεν τρέμουν κι ούτε κινούνται. Μόλις φτάσουν στο τέλος του κάθετου δρόμου, ο νέος στρώνει χαλί τα άγρια χόρτα· ο γέρος στραγγίζει με τα χέρια του το σύννεφο και στάζει πάνω τους βρόχινο νερό: μια γλυκιά και όμορφη οσμή αναδύεται -θαρρείς κι άνθισε το γιασεμί μια νύχτα του Ιούνη. Στέκονται εκεί για λίγη ώρα. Ο γέρος βγάζει ένα τσεκούρι που είχε κρυμμένο σε μια κρυψώνα και δίνει μια στο πιο γερό κλαδί του δέντρου. Ύστερα, ο νέος το παίρνει και το τοποθετεί στην αρχή του σκελετού. Στρέφονται στην μάνα γη και της λένε δυο λόγια ευχαριστίας. 

Η γη ξυπνά απ’ τον βαθύ της ύπνο· μουγκρίζει και πέφτει σε λήθαργο ξανά. Κατόπιν παίρνουν τον δρόμο του γυρισμού κι ούτε μιλάνε στον ξεχασμένο διαβάτη που διασχίζει το δάσος ούτε στις γριές που βγήκαν να πλέξουν τα φανταχτερά κιλίμια τους στο φως της νύχτας. Το χωριό στο βάθος κοιμάται ήσυχα: μονάχα δυο τρία τζάκια ξέμειναν να καπνίζουν τα όνειρα των ανθρώπων. Τότε είναι που ο φιλοξενούμενος του ακρότατου σπιτιού πετάγεται όρθιος ακούγοντας τον τριγμό· νιώθει τη γη να αναταράζεται. 

Όλοι πια ξέρουν πως έτσι κάνουν τα κόκαλα της γης σαν μπουν στη σωστή τους θέση.


Ο Αργύρης Φυτάκης είναι φιλόλογος και συγγραφέας, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος (MA) στη Δημιουργική Γραφή και τις Πολιτισμικές Σπουδές. Το πρώτο του αφήγημα Ημέρα Γενεθλίων, η πρώτη του συλλογή χαϊκού Διαθλάσεις Φωτός και η πρώτη του νουβέλα Cassandrae βρίσκονται σε ψηφιακή μορφή στην Ανοικτή Βιβλιοθήκη (openbook.gr), όπως και η συλλογή χαϊκού «Του χρόνου».

Φωτογραφία: Mabel Amber


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.