4 Απριλίου 2026
[Βασίλης Κιμούλης, View-Master, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2023]
Της Τζίνας Καρβουνάκη
Η ποιητική συλλογή View-Master του Βασίλη Κιμούλη (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2023) είναι μια γραμμή γραφής όπου η εικόνα δεν υπηρετεί την αναπαράσταση, αλλά λειτουργεί ως συμβάν. Ο τίτλος, δανεισμένος από το ομώνυμο οπτικό παιχνίδι, δεν αποτελεί απλώς μια μεταφορά. Συγκροτεί μια ολόκληρη ποιητική συνθήκη. Η πρόσληψη του κόσμου είναι ένα είδος διαδοχής θραυσμάτων, ως εναλλαγή «καρέ» που δεν αποτελούν ένα ενιαίο αφήγημα. Άρα μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια συγγένεια με τη σκέψη του Roland Barthes, ιδίως ως προς την έννοια του punctum, εκείνου του στοιχείου δηλαδή που διαπερνά την εικόνα και τραυματίζει το βλέμμα. Στην ποίηση του Κιμούλη, το punctum δεν είναι ένα μεμονωμένο σημείο, αλλά μια διαρκής κατάσταση της γλώσσας μια και κάθε εικόνα λειτουργεί ως διάτρηση της σημασίας.
Η εικόνα ως θραύσμα και όχι ως σύνολο
Τα ποιήματα της συλλογής δεν οικοδομούν μια συνεκτική εικονοποιία, αλλά μια σειρά από ασυνεχείς εντάσεις:
«εκτάσεις να καλπάζει ο νους / ευτυχία από ανία»
Η συνύπαρξη αντιθετικών όρων δεν οδηγεί σε σύνθεση, αλλά σε αποσταθεροποίηση. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για μια «ποιητική του θραύσματος» με την έννοια που αποδίδει ο Maurice Blanchot στην écriture du désastre. Μια γραφή που δεν συγκροτεί κόσμο, αλλά εκθέτει τη διάλυσή του.Η εικόνα, λοιπόν, δεν είναι φορέας νοήματος, αλλά ίχνος μιας απουσίας.
Η γλώσσα ως αποτυχία
Στο View-Master η γλώσσα βρίσκεται σε μια διαρκή κρίση. Από τη μία πλευρά υπερχειλίζει από μεταφορές, χρώματα, υλικότητες, από την άλλη, δηλώνεται ρητά η ανεπάρκειά της:
«Άναρθρα / μιλάς / ψηλαφητά / με γρίφους»
Η αντίφαση αυτή μπορεί να αναγνωστεί μέσα από το πρίσμα του Giorgio Agamben, ο οποίος αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως τόπο όπου το λέγειν και το μη λέγειν συνυπάρχουν. Η ποίηση του Κιμούλη κινείται ακριβώς σε αυτή τη μεθοριακή περιοχή. Η λέξη εμφανίζεται ως ταυτόχρονα αναγκαία και ανεπαρκής. Η γλώσσα δεν αποκαλύπτει. Εκθέτει το όριο της αποκάλυψης.
Η πόλη και το σώμα ως πεδία διάχυσης
Η αστική εμπειρία στη συλλογή δεν είναι ρεαλιστική αλλά αποδομημένη, σχεδόν εφιαλτική:
«εμείς βγαίνουμε στρατιές απ’ τα μετρό / με τσακισμένες μύτες τρύπια μάτια»
Η πόλη λειτουργεί ως πεδίο όπου τα σώματα χάνουν τη συνοχή τους. Δεν πρόκειται για κοινωνική κριτική με την παραδοσιακή έννοια, αλλά για μια εμπειρία διάχυσης του υποκειμένου. Το «εγώ» αποσυντίθεται σε πολλαπλά αισθητηριακά ίχνη. Σε αυτό το σημείο, η ποίηση του Κιμούλη προσεγγίζει μια μετα-υποκειμενική γραφή, όπου το υποκείμενο δεν είναι κέντρο αλλά αποτέλεσμα.
Η μετα-ποιητική ειρωνεία
Η συλλογή δεν αποφεύγει να στραφεί προς τον εαυτό της, αποδομώντας την ίδια την ιδέα της ποίησης:
«Η ποίηση ως φόρμα / βολεύει […] ενώ κατά βάθος / θες ν’ αλλάξεις ζωή«
Η ειρωνεία εδώ είναι κομβικής σημασίας. Η ποίηση παρουσιάζεται ως μια «διευκόλυνση», ένα υποκατάστατο της ζωής. Αυτή η θέση συνομιλεί με τη μετα-ρομαντική καχυποψία απέναντι στην τέχνη. Η ποίηση δεν σώζει. Δεν λυτρώνει. Απλώς καθιστά ορατή την αδυναμία της λύτρωσης.
Το τέλος ως γνώση: μνήμη θανάτου
Στις τελευταίες σελίδες, η συλλογή κορυφώνεται σε μια στοχαστική αναδίπλωση:
«είναι σαν να ξέρεις πότε θα πεθάνεις […] ίσως τελικά το τελευταίο ποίημα […] να είναι το καλύτερο»
Η έννοια του «τελευταίου ποιήματος» λειτουργεί ως αλληγορία της ίδιας της ύπαρξης. Εδώ μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια συγγένεια με την έννοια της μνήμης θανάτου (memento mori), όχι ως ηθική υπενθύμιση αλλά ως αισθητική αρχή: το τέλος είναι αυτό που δίνει μορφή στο έργο.
Το View-Master δεν είναι μια συλλογή που επιδιώκει την επικοινωνία με όρους διαφάνειας. Αντίθετα, συγκροτεί μια ποιητική εμπειρία που βασίζεται στην ασυνέχεια, την υπερφόρτιση και τη ρήξη. Με όρους θεωρίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ενεργοποιεί το punctum του Roland Barthes ως διαρκή διάτρηση της εικόνας, εντάσσεται στην «γραφή της καταστροφής» του Maurice Blanchot και διατρέχει το όριο του λέγειν, όπως το στοχάζεται ο Giorgio Agamben.
Η ποίηση του Κιμούλη, τελικά, δεν ζητά να ερμηνευτεί αλλά να βιωθεί. Δεν δείχνει τον κόσμο, τον ανασυνθέτει ως ρήγμα. Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ο αναγνώστης δεν κατακτά ένα νόημα, αλλά εκτίθεται στην εμπειρία της ίδιας του της αναζήτησης.
Δύο ποιήματα
Η ποίηση ως φόρμα
βολεύει
όπως πετάς πέτρες πλατιές
στο κύμα
ενώ κατά βάθος
θες ν’ αλλάξεις ζωή
αλλά τίνος ζωή
Το ποίημα της τελευταίας σελίδας
είναι πάντα ριγμένο
γιατί δεν έχει χώρο
κι έχει άγχος
γιατί είναι το τελευταίο
αλλά δεν το ξέρει
άρα άτυχος είναι ο ποιητής
γιατί πρέπει ν’ αποφασίσει
πού θα σταματήσει
είναι σαν να ξέρεις πότε θα πεθάνεις
καθένας αντιδράει αλλιώς
κάποιοι ηρωικά άλλοι σπάταλα
ή σαν χελώνες
το πιο τραγικό είναι
ότι δεν έχει σημασία
ίσως τελικά το τελευταίο ποίημα
της τελευταίας σελίδας
να είναι το καλύτερο
όχι λογοτεχνικά
αλλά ως μνήμη θανάτο
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
