Οι «Δανειστές» του Στρίντμπεργκ στο θέατρο 2510 στα Εξάρχεια

Μία ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ανάγνωση από έναν πολύ νέο σκηνοθέτη.

Του Λέανδρου Πολενάκη

Ο αυστηρός διαχωρισμός της δραματουργίας του Στρίντμπεργκ σε δύο περιόδους, τη νατουραλιστική και τη συμβολική-μυστικιστική, που υποστηρίζουν κάποιοι αναλυτές των έργων του, είναι επίπλαστος. Ο συγγραφέας απλώς εστιάζει στο μόνιμο πρόβλημα που τον απασχολεί με διαφορετικούς κάθε φορά φακούς.  

Ολόκληρο το έργο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα συμπυκνώνεται σε ένα κυρίως θέμα: την αέναη, μέχρι πτώσεως του ενός, πάλη των δύο φύλων. Στον ανελέητο αγώνα ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, που σχεδόν πάντα καταλήγει, τουλάχιστον κατ’ επιφάνεια, στην απόλυτη επικράτηση της γυναίκας και στην εξόντωση, φυσική ή πνευματική, του άνδρα. 

Το βιβλικό αρχετυπικό ζεύγος των Πρωτοπλάστων, ο Αδάμ και η Εύα, που η «σαρκική αμαρτία» τους και η ανυπακοή στον Θεό τους, είχε ως συνέπεια την έξωσή τους από τον παράδεισο της αθωότητας, εδώ, στους «Δανειστές», μεταμορφώνεται σε ένα κοσμικό αστικό ζευγάρι του τέλους της νεωτερικής εποχής, που παραβίασε τους άτεγκτους κανόνες της προτεσταντικής ηθικής και τώρα βιώνει ένα καταλυτικό υπαρξιακό δράμα ενοχής και αυτοτιμωρίας, βυθισμένοι ως τον λαιμό στα απόνερα που άφησε πίσω του το πρόωρο ναυάγιο του πλοίου της «μοντέρνας» εποχής. Ο Στρίντμπεργκ έχει στραμμένο το βλέμμα του προς τα πίσω, στους νεκρούς, σε αντίθεση με τον Ίψεν που κοιτάζει μπροστά, στους ερχόμενους. Οι οπτικές τους, όμως, δεν διαφέρουν στην ουσία. Και οι δύο, όπως οι δεσμώτες του πλατωνικού Σπηλαίου, καθένας με τον δικό του τρόπο, «βλέπουν το σκοτάδι πίσω από το φως», για να θυμηθούμε τους πικρούς στίχους του Γιώργου Σεφέρη.

Η παράσταση που έστησε ο Παύλος Παπαγεωργίου στον χώρο του θεάτρου 2510 της οδού Θεμιστοκλέους 52 με τους «Δανειστές», είναι από πολλές απόψεις και για πολλούς λόγους επαινετή.  Πρώτον, επειδή ένας τόσο νέος σκηνοθέτης καταπιάνεται με τα μεγάλα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Είχα δει πέρυσι την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία του στον ίδιο χώρο, και έγραψα, επαινώντας, εκτός από τα άλλα, και τον απόλυτο σεβασμό που έδειξε ο σκηνοθέτης στο κείμενο, φέρνοντάς το πολύ κοντά στην εποχή μας, απλά και φυσικά, δίχως ματαιόσπουδες προσπάθειες να το «εκμοντερνίσει». Τα μεγάλα κείμενα είναι από μόνα τους μοντέρνα, πλήρη και αυτάρκη, τους είναι αχρείαστα μερεμέτια και φτιασιδώματα. Όπως επαίνεσα την παράσταση της «Αντιγόνης» πριν ένα χρόνο, έτσι θα επαινέσω σήμερα και τους «Δανειστές» του, για τον σεβασμό που δείχνει στο κείμενο αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο μπαίνει κάτω από την επιφάνεια του έργου, αναζητώντας τα κρυφά ελατήρια που ωθούν τα τρία πρόσωπά του, μια γυναίκα και δύο άνδρες, σε αυτήν την τρομερή αμοιβαία αλληλοσφαγή. 

Γνωρίζουμε ότι ο Στρίντμπεργκ είχε ιδιαίτερα ασχοληθεί με την προσωπικότητα του Αποστόλου Παύλου, διάβαζε τα κείμενά του εις βάθος και ήταν σε θέση να τα ερμηνεύει. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η γυναίκα του έργου αυτού ονομάζεται Θέκλα, όπως η πιστή μαθήτρια και συνοδοιπόρος του Αποστόλου Παύλου. Ας προσθέσουμε και την τριλογία του, «Ο δρόμος για τη Δαμασκό», εμπνευσμένη από το όραμα του Παύλου στο δρόμο της Δαμασκού που τον μετέβαλε ακαριαία από διώκτη απηνή των Χριστιανών σε διαπρύσιο κήρυκά τους.

Σε αυτήν την τριλογία του Στρίντμπεργκ, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, «συμφιλιώνονται εντέλει ο άντρας με τη γυναίκα και ο παράδεισος, που μέσα σε τρεις μέρες είχε μεταμορφωθεί σε κόλαση, σε τρείς μέρες γίνεται ξανά παράδεισος». 

Κάτι ακόμη. Στην «Προς Κορινθίους Α’ Επιστολή του Παύλου, ΙΓ 11-19, έχουμε τη γνωστή περικοπή: «… Ότε ήμην νήπιος ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην· ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργησα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· άρτι γιγνώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην, νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη». 

Είναι προφανές ότι ο Παύλος εδώ καταγγέλλει αυτό που η σύγχρονη ψυχολογία ονομάζει «ζηλωτική ερωτική επιθυμία». Όταν η επιθυμία μου, ο πόθος για το ερωτικό αντικείμενο, δεν πηγάζει αυτογενώς αλλά ζηλωτικά, εξ αντανακλάσεως, από την επιθυμία ενός άλλου η οποία προηγήθηκε. Συνήθως καταλήγοντας σε αρνητικό αποτέλεσμα. Πάνω στο ίδιο θέμα βασίζεται και η ταινία του Μπέργκμαν «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη».

Δικαιούμαστε, άραγε, να θεωρήσουμε τους «Δανειστές» του Στρίντμπεργκ σαν ένα προανάκρουσμα της μεταγενέστερης τριλογίας του «Στο δρόμο για τη Δαμασκό»; Ίσως, αν συνυπολογίσουμε τη ριζική μεταστροφή τού συγγραφέα σε αυτό το έργο, παρόμοια με τη ριζική μεταστροφή του Παύλου στον δρόμο για τη Δαμασκό: «Βλέπαμε ως τότε (τον άλλον) θολά, σαν μέσα από αινιγματικό καθρέφτη (δι’ εσόπτρου εν αινίγματι), σήμερα θα τον δούμε πρόσωπο με πρόσωπο», γράφει ο Απόστολος Παύλος στην πιο πάνω επιστολή του.

Αυτό είναι, πιστεύω, εντέλει το κεντρικό νόημα των «Δανειστών» του Στρίντμπεργκ. Εμπνευσμένο πιθανόν από την πιο πάνω περικοπή της Επιστολής του Παύλου. Μας μιλάει για την ερωτική επιθυμία τριών ανθρώπων, δυο ανδρών και μιας γυναίκας (τρίγωνο), μια επιθυμία που για τον καθένα τους πηγάζει ζηλωτικά από την επιθυμία του άλλου, η οποία προηγήθηκε. 

Μπορούμε τώρα να διακρίνουμε τα κρυφά ελατήρια που ωθούν τα τρία πρόσωπα των «Δανειστών» σε αυτήν τρομερή, ανελέητη σύγκρουση και αλληλοσφαγή. Ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ δήλωνε ότι τα έργα του είναι «κουτιά με διπλό πάτο» και πρέπει να βρούμε το κρυφό κουμπί που ελευθερώνει το ελατήριο και τινάζονται από μέσα τα αστεία και τραγικά συνάμα ανθρώπινα νευρόσπαστα. Τους «Δανειστές» ονόμαζε, όχι ασφαλώς τυχαία, «τραγικωμωδία»: η ζηλωτική ερωτική επιθυμία που διέπει τα ανθρώπινα νευρόσπαστα είναι η αιτία που τα σπρώχνει άγρια και μανικά σε μια αμοιβαία, τελεστική, τραγική ανθρωποφαγία. 

Ο σκηνοθέτης Παύλος Παπαγεωργίου διακρίνει καθαρά ότι το έργο κάθε άλλο παρά ανήκει στη νατουραλιστική σχολή. Οι «Δανειστές» αντανακλούν τον μυστικιστικό χαρακτήρα του συγγραφέα τους, που ένιωθε απέχθεια για τον θετικιστικό ορθολογισμό της κοινωνίας και ασφυκτιούσε μέσα σε αυτήν. Η ψυχή του, βαρημένη από τις ενοχές και τύψεις που παράγει αδιάκοπα η φαρισαϊκή ηθικολογία των κρατούντων, πάσχιζε να πετάξει αλλού. 

Κάτω από την ψευδεπίγραφη νατουραλιστική επιφάνεια του έργου κρύβονται τα ορμέμφυτα της ζωής και του θανάτου, δοσμένα σε μια ανελέητη πάλη μεταξύ τους για την ανάδειξη του νικητή. Από τους τρεις χαρακτήρες νικητής αναδεικνύεται, με τον θάνατό του, ο πιο αδύναμος. Αυτή είναι η μεγάλη ανατροπή του έργου. Ο Παύλος Παπαγεωργίου το είδε αυτό και το έδωσε με ενάργεια στην παράστασή του. Τύλιξε το έργο σε μια αχλή μυστηρίου, τοποθετώντας τη δράση μέσα σε ένα ημισκότεινο, ταπεινό δωμάτιο με στοιχειώδη, φθαρμένη επίπλωση και φθίνοντες φωτισμούς, με τους δύο άνδρες εσωστρεφείς, θολούς και εν μέρει αδιαφανείς·έγκλειστους, τυφλούς, γυμνούς, για να προστατευθούν από το αδηφάγο φως της ημέρας. Σε αντίθεση με τη μόνη γυναίκα, που έρχεται απ’ έξω, ντυμένη κατάσαρκα τη σπανιόλικη λαμπερή στολή τής Κάρμεν, φωτεινή σαν ήλιος και ταυτόχρονα σκοτεινή σαν Ερινύα.

Η διδασκαλία και απόδοση των ρόλων είναι καλή. Οι τρείς ηθοποιοί, Τομ Μορ, Αντώνης Γκούμας και Ειρήνη Καραμάνη, πλάθουν τους ρόλους ισοδύναμα, με ολόκληρη την ψυχή τους, με πάθος θερμό ή ψυχρό, αναλόγως αν επικρατεί το νατουραλιστικό ή το μυστικιστικό στοιχείο· ισορροπώντας ανάμεσα στα δύο, πάντα ανοιχτά, χωρίς να κλείνονται στο ένα ή στο άλλο.

Τα άρτια σκηνικά και κοστούμια από την Ελένης Κωνσταντάκη, η ωραία μουσική και οι φωτισμοί από τον Σάββα Παριανό, την Αδριανή Βιδάλη και τον Μιχαήλ Εφραίμ Τσουμπό, εναρμονίζονται πλήρως με τη σκηνοθεσία.

BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.