Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2025
[Θωμαΐς Βλάχου, Δυο κενών σιωπή, Σμίλη, 2025]
Του Λέανδρου Πολενάκη
Η ρήση των υπερρεαλιστών για μια αυτόματη γραφή που πηγάζει από το ασυνείδητο, με πείθει ελάχιστα. Αυτό μπορεί, ίσως, να είναι μια εξαίρεση, σε έκτακτες περιστάσεις, αλλά δεν είναι ο κανόνας. Γράφω ποίηση και το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Η ποίηση είναι μια δουλειά χειρωνακτική, όπου ο ποιητής ζυμώνει το υλικό του – και ζυμώνεται μαζί του, παλεύοντας πολλά χρόνια ίσως, για να δώσει μορφή στο άμορφο και για να βγάλει στο φως αυτό που ακόμα δεν υπάρχει. Η αληθινή ποίηση, ως τέχνη πρωτογενής που πλάθει εικόνες από πηλό, ανήκει ουσιαστικά στον μεγάλο πολιτισμό του χεριού, και είναι συγγενέστερη στη γλυπτική από ό,τι στην ζωγραφική. Η ζωγραφική μετά την ανακάλυψη και εμπέδωση της προοπτικής στα τέλη της κλασικής εποχής, προσχώρησε στον εξίσου μεγάλο πολιτισμό του ματιού, παρασύροντας και την ποίηση, που από προφορική έγινε γραπτή. Ο ποιητής, που αρχικά μετείχε ουσιαστικά στην εικόνα αποτελώντας μέρος της, με το φως να μην εκπέμπεται από συγκεκριμένη εστία, πηγάζοντας από παντού και με ένα φόντο χρυσό στο βάθος, αποσπάστηκε από την εικόνα, βγήκε εκτός αυτής και υιοθέτησε οπτική γωνία. Το φως απέκτησε σταθερή πηγή και οι εικόνες, στην ποίηση και στα εικαστικά, κέρδισαν ένα πολύχρωμο βάθος τοπίου, χάνοντας σε αντάλλαγμα τη χρυσή τους αύρα. Ο ελεύθερος δημιουργός ποιητής έγινε υπο-κείμενο, με την πρωταρχική σημασία της λέξης, κείμενος «υπό», απελεύθερος, τρόπον τινά, της ίδιας της ελευθερίας του.
Αυτό δεν μπόρεσε να το αλλάξει ούτε το ριζοσπαστικό κίνημα του υπερρεαλισμού, ίσως η μόνη αυθεντική και όχι δάνεια από ξένους πολιτισμούς, προσφορά του Δυτικού πολιτισμού στους νεότερους χρόνους. Διαβάζουμε π.χ. στα «Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού» του Αντρέ Μπρετόν, για τη γέννηση της ποιητικής εικόνας: «Όταν δύο λεκτικές πραγματικότητες με αντίθετη φόρτιση έρχονται σε ξαφνική επαφή, τινάζεται η αστραπή της ποιητικής εικόνας». Αλλά αυτό δεν αντιστοιχεί με μια «αυτόματη γραφή» που προέρχεται τάχα από το ασυνείδητο. Η επαφή των μορίων του λόγου πρέπει να είναι μια διαρκής τριβή τους για να γεννηθεί ο σπινθήρας της εικόνας που αποσπά το ποίημα από την καθημερινότητα και το «τάζει» στον αιώνα. Η διαδικασία της σύνθεσης, επώασης, ωρίμασης, του ολοκληρωμένου ποιήματος, είναι, άρα επίπονη και μακροχρόνια. Το ποίημα γεννιέται με ωδίνες.
Δεν είμαστε μακριά από την αντίστοιχη διατύπωση του Πλάτωνα στην «Έβδομη Επιστολή», για την ποιητική, σε ευρύτερο πλαίσιο, δημιουργία: «Ρητόν γαρ ουδαμώς εστίν ως άλλα μαθήματα, αλλ’ εκ της πολλής συνουσίας γιγνομένης περί το πράγμα αυτό και του συζείν, εξαίφνης οίον από πυρός πηδήσαντος εξαφθέν φως εν τη ψυχή γιγνόμενον αυτό εαυτό τρέφει».
Η αληθινή ποίηση, καταλήγω, οφείλει να φαίνεται απλή, σαν να έχει αναδυθεί με μια ελάχιστη κατεργασία του υλικού της, αλλά στην πραγματικότητα το υλικό της πρέπει να έχει δουλευτεί εξαντλητικά για να γίνει αυτό που είναι. Εκ της πολλής συνουσίας γιγνομένης περί το πράγμα αυτό... Ο Πλάτων το είπε πρώτος. Πρόκειται, νομίζω, για την ποίηση που ο Πλάτων χαρακτηρίζει ως «απλή διήγηση», και την αποδέχεται στην ιδανική «Πολιτεία» του.
Έκανα την πιο πάνω μακρά εισαγωγή για να πω ότι η ποίηση της Θωμαΐδας Βλάχου έχει, μαζί με τα άλλα της προσόντα, όλα τα πιο πάνω γνωρίσματα για να την εντάξουμε στην κατηγορία της απλής διήγησης και της αληθινής ποίησης. Μοιάζει απλή, σαν να έχει αναδυθεί με μια ελάχιστη επεξεργασία του υλικού της, ενώ στην πραγματικότητα κρύβει αφάνταστο ανθρώπινο μόχθο αγωνία και χρόνο για να λάβει την τέλεια μορφή της. Μορφή και ουσία σε αυτήν μοιάζει να καταλύονται αμοιβαία σε άγριον αγώνα, μέχρι να απομείνει ως νάμα από το αλληλοφάγωμά τους το καθαρό ποίημα, ή η κατά τον Πλάτωνα απλή διήγηση.
Η ποίηση της Θωμαΐδας Βλάχου, ουσιαστικά ερωτική και σάρκινη χωρίς ρομαντικές επικαλύψεις, επικεντρώνεται στην απουσία, στην απώλεια του αντικειμένου της αγάπης, με τρόπο που μας θυμίζει τον λόγο του Σωκράτη στο Πλατωνικό «Συμπόσιο», αλλά και με την προσδοκία μιας ευδόκιμης ανάστασης. Πρόκειται για ένα ταξίδι μετάβασης από τον χώρο της απελπισίας στη χώρα της από-γνωσης όπου ο άνθρωπος αποβάλλει όλες τις κατά συνθήκη γνώσεις ως περιττό φορτίο, για να φθάσει στη μια Γνώση. Εις σάρκα μίαν με την αλήθεια των ζωντανών πραγμάτων, όπως θα πει αργότερα ο Απόστολος των Εθνών, Παύλος. Πράγματα της αθώας σάρκας και της αμαρτωλής ψυχής ταυτόχρονα. Το «συναμφότερον» ψυχής και σώματος, βάσει του οποίου πλάστηκε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και ομοίωση, όπως θα πει ακόμα πιο ύστερα ο απόστολος του νέου ανθρώπου και της πρόωρα χαμένης ελληνικής Αναγέννησης, Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς.
Δεν σας μιλώ θεολογικά για την ποίηση της Θωμαΐδας Βλάχου, αλλά μέσα από μια μαχόμενη, βαθιά βιωμένη ενσώματη ανθρωπολογική σκοπιά, που είναι και η ποιητική σκοπιά η δική της. Μια φωνή αυθεντική που άλλοτε βυθίζεται σε ένα πένθος στοχαστικό και άλλοτε υψώνεται σε έναν τόνο ελεγειακό, αλλά πάντα με την ίδια χάρι. Ζωή και θάνατος αγκαλιασμένοι, πάνε μαζί. Δεν είναι ο θάνατος μελέτη ζωής, αλλά η ζωή μελέτη θανάτου.
Newsletter
BookSitting | Βιβλία, Τέχνες, Ιδέες
