Τζένη Μαστοράκη | Δύο ποιήματα

Δε λείπει τώρα, πάρεξ να χαλάσει

Εδώ, στον τόπο της σφαγής ξανά, στα ίχνη των πυκνών
ερώτων πάλι, κι ας λαχταρούσαν να χαθούν, ταξιδευτές,
σε πόλεις και τερπνές υπαίθρους.

Οι καταβάσεις ψέμα, οι διαδρομές, πώς λιγοστέψαν
οι διαδρομές, ο αέρας τόσο σπάνιος, η ακινησία,
δρόμος κανείς, στα όρη στα βουνά, ούτε φυγή,
μονάχα θεία πνιγμονή—

κολυμπητές στης άμμου τα βαθιά, όπως τυφλό,
σε αρτηρία τυφλή
ουρλιάζει το αίμα

(Από την ποιητική συλλογή «Μ’ ένα στεφάνι φως», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2003)


Ιφιγένεια

Αγάπη μου με πολυελαίους και σημαιάκια
έρχεσαι στη σούδα της Ιωάννου Μεταξά
εγώ μένω στο 14
και κάνεις πως δεν το ξέρεις.
Μικρές όρθιες πέρδικες
σε μάθαιναν τραγούδια κι αινίγματα
και στο δημοτικό του Διγενή
που η μάνα του πήγαινε
ένα ταψί τυρόπιτα στο φούρνο
τα πέντε αδέρφια κι η κακιά γυναίκα
αγάπη μου.
Τα βράδια τα ‘φερνα δύσκολα
έλεγα αύριο
θα πάω να ψωνίσω
πλαστικά κυπελάκια για γαργάρες.
Η κυρία του στρατοδίκη
στο πλαϊνό διαμέρισμα
να λέει στη μάνα μου απ’  το φωταγωγό
έκτακτη να σας ζήσει είκοσι τριών χρονών
κι όμως παρθένος
κατάλαβες  δηλαδή
γινόμασταν ρεζίλι σε κοτζάμ πολυκατοικία.
Η γιαγιά μου απλώς κούναγε το κεφάλι της
ευχαριστώ ή ποιος ξέρει.
Τότε που λες αποφάσισα να φύγω.
Πήρα το τρόλεϊ και στη διαδρομή
ζωγράφιζα αλλήθωρες φάτσες
και το χέρι μου μούντζα σε μια σελίδα.
Θυμόμουνα τότε που πήγαινα πανεπιστήμιο
πρωί πρωί με βαμμένο μάτι.
Τώρα πάνω στην ταράτσα φωνάζανε
με γένια και μαλλιά
κι ένα κορίτσι με στρατιωτικό σακάκι
είχανε κόψει την κυκλοφορία.
Αλητάμπουρες, είπε ο διπλανός μου
που ήτανε δασοφύλακας
κι είχε ένα καπέλο για να βγάζει λαγούς
και άλλα χορευτικά ζώα.
Σε μια βιτρίνα δυο κοπέλες
πριονίζανε
ένα πέτρινο ψωμί με σταφίδες.
Γύρω βλέπανε οι περίεργοι
και βάζανε στοιχήματα. 

(Από την ποιητική συλλογή «Το σόι», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1990)


Η Τζένη Μαστοράκη (1949-2024) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε βυζαντινή και μεσαιωνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με ένα ποίημά της που περιλήφθηκε στην Αντι-ανθολογία του Δημήτρη Ιατρόπουλου, το 1971. Την επόμενη χρονιά τα ποιήματά της κίνησαν το ενδιαφέρον του Γιάννη Ρίτσου και της Νανάς Καλλιανέση, και εκδόθηκε από τον Κέδρο το πρώτο της βιβλίο, Διόδια, με τίτλο που επέλεξε ο ποιητής. Έχουν εκδοθεί τέσσερα βιβλία ποίησης (Διόδια, 1972, Το σόι, 1978, Ιστορίες για τα βαθιά, 1983 και Μ’ ένα στεφάνι φως, 1989), με το τελευταίο βιβλίο της, εμπνευσμένο από το έργο του Δ. Σολωμού, να έχει συγκεντρώσει την καθολική, σχεδόν, αποδοχή κριτικής και κοινού και να έχει επαινεθεί, μεταξύ άλλων, για την αριστοτεχνική χρήση της ελληνικής γλώσσας (Γ. Π. Σαββίδης) και της μυθοποιητικής παράδοσης (Δ. Μαρωνίτης). Τα ποιήματά της μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες και δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες και περιοδικά.


BookSitting | Βιβλία, Τέχνες, Ιδέες

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.