Στη μητέρα μου
Συνήθισα τo κεφάλι ψηλά να κρατώ,
το μυαλό μου να ορθώνεται αλύγιστο και ανθεκτικό˙
και ο βασιλιάς να με κοίταζε κατάματα,
το βλέμμα μου δεν θα χαμήλωνα πάραυτα.
Και όμως, μητέρα μου αγαπητή, το παραδέχομαι ανοιχτά:
μολονότι η ανδρεία μου ξεχειλίζει επιβλητικά,
στην ευχάριστη και γλυκιά σου συντροφιά,
ένας ταπεινός δισταγμός με καταλαμβάνει συχνά.
Μην είναι το πνεύμα σου που κρυφά με κυριεύει,
το υψηλό σου πνεύμα, που τα πάντα με τόλμη κηδεμονεύει,
που αστράπτον προς το ουράνιο φως χορεύει;
Αναμνήσεις με βασανίζουν, όσων έχω διαπράξει,
αυτών που την καρδιά σου έχουν ταράξει,
την όμορφή σου καρδιά,
που τόσο βαθιά με αγαπά.
(Μετάφραση: Αντώνης Κερασνούδης)
An meine Mutter
Ich bin′s gewohnt, den Kopf recht hoch zu tragen,
Mein Sinn ist auch ein bißchen starr und zähe;
Wenn selbst der König mir ins Antlitz sähe,
Ich würde nicht die Augen niederschlagen.
Doch, liebe Mutter, offen will ich′s sagen:
Wie mächtig auch mein stolzer Mut sich blähe,
In deiner selig süßen, trauten Nähe
Ergreift mich oft ein demutvolles Zagen.
Ist es dein Geist, der heimlich mich bezwinget,
Dein hoher Geist, der alles kühn durchdringet,
Und blitzend sich zum Himmelslichte schwinget?
Quält mich Erinnerung, daß ich verübet
So manche Tat, die dir das Herz betrübet?
Das schöne Herz, das mich so sehr geliebet?
Λίγα λόγια για τον ποιητή από τον μεταφραστή
O Heinrich Heine, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές του 19ου αιώνος.
Γεννημένος στο Düsseldorf του κρατιδίου της Ρηνανίας – Βεστφαλίας τελείωσε τη βασική εκπαίδευση και τις δικανικές σπουδές του στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Göttingen, επιδεικνύοντας όμως χαμηλές επιδόσεις. Η νεότητά του στιγματίστηκε από την προσπάθεια του εύπορου τραπεζίτη θείου του, Salomon Heine, εκτός απο το να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, να εποπτεύσει και να δαμάσει το ατίθασο του χαρακτήρος του. Αν και εβραϊκής ομολογίας πίστεως, ασπάστηκε μετά από καθοδήγηση του θείου του τον προτεσταντισμό, με απώτερο στόχο να διοριστεί στο γερμανικό δημόσιο, μια προσπάθεια που απέβη άκαρπη. Ο Heine εγκαταλείπει νωρίς τη Γερμανία και συνεχίζει τη ζωή του στο Παρίσι, την κοιτίδα κατ’ αυτόν της ανεξιθρησκίας, καθώς και των ατομικών ελευθεριών.
Ο λυρισμός του Heine ανήκει στο λογοτεχνικό κίνημα της “Νέας Γερμανίας”, το οποίο προσπάθησε να αποτινάξει την επίδραση του ρομαντισμού. Η ποίησή του είναι βαθύτατα βιωματική, εξομολογητική, με ρέοντα τα στοιχεία της καλπάζουσας φαντασίας και της έντονης έκρηξης των συναισθημάτων. Συγκίνησε και επηρέασε βαθύτατα σπουδαίους μουσουργούς, όπως τον Schubert και τον Schumann. Eνταφιάστηκε στη Μονμάρτη, κατόπιν δικής του επιθυμίας, χωρίς ιεροτελεστία και λόγους, ενώ μία πέτρα σημείωνε τη θέση του μνήματος:
“Κουρασμένος οδοιπόρος, πού θα βρει
τη στερνή, να ξαποστάσει κατοικία;…
…Τι με μέλει; Όπου και να ’μαι, ο ουρανός
του θεού θα με σκεπάζει, και τ’ αστέρια
θα σαλεύουν πάνωθέ μου ολονυχτίς
νεκροκέρια”
