Το κορίτσι του φθινοπώρου

25 Οκτωβρίου 2026

[Δήμητρα Παλαπάνη, Φωνήεν σε μπλάβο σύννεφο, εκδόσεις Μετρονόμος, Αθήνα, Ιούνιος 2026]

Του Κωνσταντίνου Γεωργίου

«Τί γυρεύει το κορίτσι/ στο σκοτάδι της καρέκλας;/ γρήγορα/ καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο/ γδύνεται/ με σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι/ με τη βελόνα στην καρδιά/ βγάζει τις κάλτσες/ βγάζει τα λουλούδια/ πετάει το φωτοστέφανο/ έξω τα φύλλα του καιρού/ βάφονται  μες στο αίμα» (Μίλτος Σαχτούρης, Φθινόπωρο).

Τι γυρεύει το κορίτσι μέσα σε τούτους τους άδοξους και αδόκητους καιρούς ενός μελαγχολικού φθινοπώρου που ο συριγμός της βροχής αργοπεθαίνει στα μαραμένα φύλλα της σιωπής, της απουσίας, της αβάσταχτης νοσταλγίας; Τι γυρεύει, αλήθεια, η ποιήτρια μέσα στην συννεφιά του κόσμου τώρα που οι καιροί αλλάξαν και τα ξεραμένα άνθη των λουλουδιών τρίβονται σαν την σκόνη ανάμεσα στα δάχτυλα της μνήμης; Τώρα που νυχτώνει όλα μοιάζουν θολά, οι σκιές στους τοίχους μεγαλώνουν, τα φεγγάρια μένουν μισά, χύνονται μαζί με τα νερά της βροχής στα φρεάτια των έρημων δρόμων, δρόμων που άλλοτε εκείνο το μικρό κορίτσι έπλεκε στα μαλλιά του το φέγγος του ήλιου.

Η Δήμητρα Παλαπάνη στέκεται στην άκρη του δρόμου, περιμένει, αγωνιά, θεάται την μαγεία, τις γωνίες και περιμένει… «Θα ντυθώ λίγο θαύμα,/ πριν από την μεγάλη νύχτα του χειμώνα». Η φωνή της υγρή, εμφιλοχωρεί στα διάκενα του χρόνου, διασπείρεται στον νοτισμένο αέρα με την μυρωδιά των μουσκεμένων φύλλων, τρυπώνει ανάμεσα στις χοντρές σταγόνες της βροχής, ανεβαίνει ψηλά, υψώνεται στον ουρανό, γίνεται στεναγμός στο άλφα της ζωής, γίνεται λυγμός στο ωμέγα του θανάτου, «φωνήεν σε μπλάβο σύννεφο». Αυτός είναι ο τίτλος της δεύτερης κατά σειρά ποιητικής συλλογής της Δήμητρας Παλαπάνη, με την επιμέλεια των εκδόσεων Μετρονόμος (Ιούνιος 2026), η οποία μάλιστα κοσμείται στο εξώφυλλο από το υπέροχο εικαστικό της Τίνας Κόντογλη.

Πρόκειται για ένα έργο εμπνευσμένο, ολοκληρωμένο, άρτια δομημένο, στο οποίο η ποιήτρια καταθέτει με ενάργεια γλωσσική και ζωηρότητα εκφραστική τις υπαρξιακές της αγωνίες και τις ιδεολογικές της αναφορές. Η ποιητική συλλογή συγκροτείται από δύο ενότητες, υπό τον τίτλο «Μισά φεγγάρια» η πρώτη, με 25 ποιήματα, ενώ η δεύτερη «Ταξιδιώτες των ίσκιων», με 27 ποιήματα. Αν υποθέσουμε ότι η πρώτη ενότητα αφορά την θέση της ποιητικής συνείδησης στον χώρο και το εις εαυτόν βλέμμα, με φακό εστίασης το παρελθόν και οδηγό την μνήμη, η δεύτερη ενότητα αφορά την στάση της και το εις κόσμον βλέμμα, με φακό εστίασης το παρόν και οδηγό την ανυπότακτη βούληση για το μέλλον.

Συγκεκριμένα, στην πρώτη συστάδα ποιημάτων η ποιήτρια οικοδομεί με δεξιοτεχνία την ατμόσφαιρα όλης της ποιητικής συλλογής. Ένα διάχυτο κλίμα πεσιμισμού, που αποτυπώνεται ως φθορά, βιολογική και ψυχική, υφέρπει από στίχο σε στίχο, δικαιολογώντας άλλοτε την υπαρξιακή αγωνία του προσώπου απέναντι στην απώλεια, την μοναξιά, την έλλειψη, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την γήρανση του σώματος, την επαπειλούμενη αλλοτρίωση, και άλλοτε την ηδονική ρέμβη τόσο μιας αδέσμευτης ονειρικής διάθεσης αναστοχασμού όσο και μιας βαθιάς εξομολογητικής εκφραστικά απελευθέρωσης προσωπικών επιθυμιών και ανομολόγητων πόθων. Μας μεταφέρει, λοιπόν, σ’ ένα φθινόπωρο ευθραυστότητας, με τον κόσμο της να περιστρέφεται ανάμεσα στα «θέλω» και στα «είναι», ισορροπώντας σε μια λεπτή γραμμή, εκείνη της ποίησης, και συνομιλώντας υφολογικά και αισθητικά με τον Τάσο Λειβαδίτη: «τόσα φθινόπωρα και δεν γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας/ και ω συντριβή του ονείρου μας: μας έκλεισες όλους τους δρόμους για να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο./ Μια μέρα θα βρέχει και θα πεθάνω από νοσταλγία» (Το ακαθόριστο πρόσωπο, ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ).

Η ποιήτρια μοιάζει να βιώνει το παρελθόν σε μια δίνη γλυκόπικρων συναισθημάτων, που αγγίζουν ευαίσθητες χορδές της εσωτερικής μας διαδρομής, και έχουν σχέση πρωτεϊκή με πρόσωπα, καταστάσεις και πράγματα της κοινής μοίρας όλων των ανθρώπων στην διάρκεια του χρόνου, προσώπων που ενδεχομένως πρωταγωνίστησαν επιδραστικά και διαμορφωτικά στην ταυτοτική συγκρότηση της υπόστασής μας. Το παρελθόν, ισοδύναμο της αθωότητας της παιδικής ηλικίας, της αγνότητας και του ρομαντισμού, μεταβάλλεται σε κιβωτό σωτηρίας από μια απωθητική, αποκρουστική πολλές φορές, πραγματικότητα που διέρχεται των πιο επίπεδων και ανέραστων μέσων επικάλυψης της κενότητάς της. Κι η ποιήτρια, χωρίς άλλο, νοσταλγός των εύκρατων χρόνων της μεγάλης σοδειάς, λαχταρά, λαχταρά την επιστροφή στο πρώτο καλοκαίρι. «Πόσο θα ‘θελα να μου χάριζα ένα ολόγιομο φεγγάρι,/ να γέμιζε με φως τις άδειες προσωπίδες./ Να γέμιζε και τις ανοιχτές παλάμες των ρομαντικών/ με μια χούφτα ελπίδας, επιστροφή στο πρώτο καλοκαίρι».

Σ’ αυτήν την πρώτη ενότητα ποιημάτων είναι συχνές οι αναφορές της Παλαπάνη στην παιδική ηλικία, στην πρώτη νιότη και την ανεμελιά αλλοτινών χρόνων, οι οποίες μάλιστα ενσαρκώνονται ποιητικά με την χρήση συμβόλων, κυρίως με τον εσωτερικό περίκλειστο χώρο του παλιού σπιτιού, έναν χώρο γνώριμο, οικείο για τον κάθε άνθρωπο, έναν χώρο μυστικής κρύπτης, αυστηρής ιδιωτικότητας, που μπορεί αφενός να λειτουργεί, ίσως, κάπως περιοριστικά, αλλά αφετέρου λειτουργεί και ασφαλώς προστατευτικά, ενώ αντικατοπτρίζει τα διαδοχικά είδωλα της ύπαρξής μας στην ροή του χρόνου σε μια ανεπίστρεπτη πορεία ενηλικίωσης. «Μια τρύπια στέγη θέλω/ κι εγώ σε στάση προσευχής να ικετεύω./ Να γεμίσει η στάμνα με βροχή/ να ξυπνήσει η μητέρα/ και σαν στερνό αποχαιρετισμό/ να προσθέσει στου ρούχου το γαζί/ τις κρυμμένες λεπτομέρειες./ Αυτές που κρέμονται στο χείλος του νερού/ και κυλούν σαν αθέατες απώλειες».

Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι χαρακτηριστικοί: «Η παλιά πόρτα», «Τα σαμιαμίδια», «Μια τρύπια στέγη», «Τα σπίτια μου», «Ο καθρέφτης», «Η φωτογραφία», «Τα παράθυρα». Εικόνες εγκατάλειψης, ξενιτεμού, φθοράς, απώλειας και μοναξιάς, ερημιάς και απουσίας, με την απόσταση του χρόνου πια,  συνυφαίνονται με αγαπημένες μορφές του τότε, μορφές που έφυγαν, όπως αυτή της μητέρας, ή με εικόνες, μυρωδιές και αντικείμενα μιας άλλης εποχής, όπως το πράσινο σαπούνι, οι μοσχοβολιές της φτωχής κάμαρας, οι ασβεστωμένοι γυμνοί τοίχοι, τα φαγωμένα σανίδια, τα σκεβρωμένα παράθυρα, ο παλιός ξύλινος —σαρακοφαγωμένος πια— μπουφές, τα σκαλισμένα πόμολα, τα ασημένια μαχαιροπήρουνα, το άρωμα κανέλας, η βροχή που μπάζει από την τρύπια στέγη, ο βασιλικός της αυλής, βιώματα ανεξίτηλα χαραγμένα στην συνείδησή μας, που έρχονται και επανέρχονται ως μοτίβα, σε μια συγκινητική προσπάθεια η ποιήτρια να αμυνθεί στην λήθη και να διατηρήσει ζωντανό ό,τι ιερό ορίζει και προσδιορίζει την ύπαρξή μας, διαφυλάσσοντας την μνήμη όλων των πολύτιμων και ευγενών εκείνων στοιχείων που μας λειτούργησαν στην απλότητα και την ολιγάρκεια του βίου, σφυρηλατώντας τις αρετές της απαντοχής, της ευαισθησίας, της γενναιοδωρίας, της συντροφικότητας και της αγωνιστικότητας μέσα στο καμίνι της ζωής.

ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ήθελα να είμαι η μόνη σου σκέψη εγώ
στα ζεστά χαμόγελα του πρωινού σου.
Να λικνίζομαι με το θάρρος της αυγής
στις ανοιχτές μετόπες του κορμιού σου,
να σε πίνω αργά σαν κόκκινο κρασί
ξαπλωμένη στην άμμο του ωκεανού σου.
Ήθελα να περπατήσουμε στο δάσος
με τους καθρέφτες.
Να ταΐσουμε τα είδωλα του έρωτα
με τετράφυλλο τριφύλλι
κι έτσι με την τύχη στα πλευρά
να κοιμηθούμε αγκαλιά στο χάρτινο φεγγάρι
και να ονειρευτούμε τον δικό μας θάνατο
γλυκό μέσα στην φυγή μας.

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Κρέμεται στον τοίχο από μια χρυσή καδένα.
Παλιομοδίτικος, στιλπνός, τετραγωνισμένος,
δώρο της μητέρας.
Αντικείμενο ακριβό παρελθούσης μνήμης
με διάσπαρτες τις μικρές κουκίδες δεδομένων.
Άλλοτε τον προσπερνώ μ’ ένα απροσδιόριστο ρίγος
μαραμένων χρυσανθέμων
Και άλλοτε αιχμάλωτος των ίσκιων της βροχής
στην άκρη του μόλις και διακρίνω
τα κέρινα είδωλα των κρυμμένων παραδείσων.
Άλλοτε πάλι με πείσμα τον κοιτώ
μήπως το ακριβές αντίγραφο του εαυτού μου λησμονήσω.
Μήπως σε αυτό το αδιόρατο κύλισμα του χρόνου
κάποιες απ’ τις υδαρείς μορφές μου εγκαταλείψω.
Και τότε θα μείνει το σχέδιο ημιτελές
και εγώ σαν καταραμένος εραστής
στο θάμπος του καθρέφτη απεγνωσμένα
θα ψάχνω για να βρω τη χαμένη μου ερωμένη.

Στην ακόλουθη ενότητα της ποιητικής συλλογής γίνεται ακόμα πιο ορατή η ιδεολογική στάση του ποιητικού υποκειμένου, η ποίηση αποκτά πολιτικό χαρακτήρα, εμφορείται από ανθρωπιστικές αξίες και ιδεώδη, στιγματίζοντας το άδικο και το κακό που συντελείται από τους ισχυρούς εις βάρος ατόμων και λαών. Άνθρωποι του μόχθου και του μεροκάματου, λαοί καταπιεσμένοι και βασανισμένοι. Παρά τις όποιες στερήσεις, την φτώχεια τους, τις διώξεις τους, κατάφεραν να αντισταθούν, να κρατήσουν την ψυχή τους, να κάμουν με τα χέρια τους το σίδερο χρυσάφι, εκείνο το χρυσάφι που έχουν και στην καρδιά τους.

Αυτός είναι ο μεγάλος πλούτος τους και τούτον τον πλούτο η Δήμητρα Παλαπάνη τον τιμά και τον μετουσιώνει στην δεύτερη ενότητα του έργου της σε ποίηση, ποίηση κοινωνική, που άλλοτε αγκαλιάζει με τρυφερότητα τους περιφρονημένους αυτού του κόσμου και τους ταπεινούς, τους στερημένους και τους αποκλεισμένους, τους αδύναμους και τους αδικημένους, και άλλοτε κατακεραυνώνει όλους εκείνους που έχουν χτίσει καριέρες στην στυγνή εκμετάλλευση του ανθρώπου, όλους εκείνους που στον βωμό του κέρδους, της ιδιοτέλειας και του συμφέροντος εξαπατούν ανερυθρίαστα και εγκληματούν κατά της ανθρωπότητας.

Σε όλη την δεύτερη ενότητα η ποιήτρια διευρύνει βαθμιαία το οπτικό της πεδίο και δηλώνει με παρρησία την στάση της απέναντι στα ζητήματα των κοινωνικών ανισοτήτων, του πολέμου, του ρατσισμού, των προσφύγων και των μεταναστών. Κορμί, ψυχή γεμάτη τραύματα, τα τραύματα των χαμένων συντρόφων και των ματαιωμένων ονείρων, των πατριδοκάπηλων και των εθνικιστών, των δύσμοιρων αστέγων και των ξεπουλημένων αστών, των ξεφτιλισμένων εμπόρων και των πεινασμένων παιδιών. Καταγγέλλει στο παρόν έναν κόσμο διαφθοράς και υποκρισίας, που φθείρει και τις ζωές των ανθρώπων, την ψευτιά του «πολιτισμένου» δήθεν κόσμου, που επιτρέπει ακόμα και σήμερα να ξεκληρίζονται λαοί και να σφαγιάζονται γυναικόπαιδα στο όνομα «των δικαιωμάτων» της θρησκευτικής πίστης και του εθνικιστικού παραληρήματος, της κυριαρχίας της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και της κερδοσκοπικής αντίληψης. «Ω! Γάζα ματωμένο ρόδο μου και συλλογικό μου τραύμα».

Η ποιητική ματιά μεταμορφώνεται σε ένα περισκόπιο, το οποίο αναδύεται σιωπηλά μέσα από τα ύδατα της υπαρξιακής ανησυχίας στην ταραγμένη επιφάνεια της πολυσύνθετης κοινωνικής και ιδεολογικής κρίσης, εποπτεύοντας καθολικά το πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας και καταγράφοντας όλες εκείνες τις κινήσεις, τις εικόνες και τα ερεθίσματα που αναζωπυρώνουν την εσωτερική φλόγα και την συναισθηματική ένταση του ποιητικού υποκειμένου. Διαβάζοντας τους στίχους, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται αμέσως ότι πίσω από την ποιητική φωνή διακλαδίζεται στις λέξεις ένα ρομαντικό πάθος, που, όσο κι αν διαψεύδεται από την πραγματικότητα, επιμένει να πιστεύει και να υπερασπίζεται με σθένος και τόλμη της αξίες της ανθρωπιάς και της δικαιοσύνης. Εξάλλου, και η σκηνογραφία που στήνεται με επιμέλεια και τρόπο αριστοτεχνικό (φθινόπωρο, βροχή, νύχτα, φεγγάρια, ερείπια, φύση, έρωτας, θάνατος) παραπέμπει στα εξιδανικευμένα πρότυπα του ρομαντισμού. Εντούτοις, παρά την μελαγχολική ατμόσφαιρα του φθινοπώρου, που ουσιαστικά δεν είναι απλώς στην ποίηση της Παλαπάνη μια εποχή του έτους, αλλά σύμβολο μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής, υπάρχουν ακόμη αχτίδες φωτός, που οφείλονται στην συσσώρευση ενεργειακού συναισθηματικού φορτίου που αναζητά απεγνωσμένα διέξοδο σε μια λύση, σε μια ανατροπή της υφιστάμενης νοσηρής κατάστασης, μια διέξοδο ασφαλείας στο φως.

ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ

Πωλείται κάθε είδους πραμάτεια
στα πρατήρια της απόγνωσης.
Αλήθειες και ψεύδη, προσδοκίες, διαψεύσεις,
όλα στη μυλόπετρα της λήθης.
Πέτρωσαν και τα δάφνινα στεφάνια.
Έγιναν κι αυτά απολιθώματα της μνήμης.
Οι ήρωες χάθηκαν στις χιονισμένες στέπες
κι οι χλαίνες τους απέμειναν δίχως κουμπιά και τσέπες.
Κι έτσι ξαφνικά γίναμε λαθρέμποροι ονείρων.
Να πωλούνται κι αυτά στους πάγκους με τις κλεψύδρες.
Και περπατάμε λύκοι μοναχικοί και άδοντοι
σε μια γη παραδομένη
στης λησμονιάς τα αποκαΐδια.
Σέρνουμε τα βήματα στις στάχτες της χτεσινής βροχής
αλλόφρονες με άδεια χέρια.

ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΨΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Έχει απόψε ένα τόσο φωτεινό φεγγάρι.
Μπορείς να ξεχωρίσεις το αίμα πηγμένο
στις φτερούγες της κουκουβάγιας.
Νωπό, ακόμη, απ’ τον τελευταίο χαλασμό.
Ένα περιστέρι κούρνιασε στο γείσο
του παραθύρου,
δίχως ίχνος γκρίζου στο φτερό.
Με εκείνη τη λευκότητα την αταίριαστη
στης πόλης το περιβάλλον.
Είναι ωραίο απόψε το φεγγάρι.
Αλλόκοτα γυρνούν οι δείκτες.
Μ’ ένα μαχαίρι κοφτερό
κόβει το άσπρο των φτερών
και το πετά στην κρύπτη.
Είναι ωραίο απόψε το φεγγάρι.
Ωραίο στην ασάφειά του.
Απόκοσμο στην σιωπή του.

Το θρυμματισμένο τοπίο της ποίησης του Σαχτούρη, ο ανορθόδοξος εφιαλτικός συντετριμμένος κόσμος του, ο γεμάτος ζωηρά χρώματα, μοιάζει να έχει επηρεάσει την γραφή της ποιήτριας, αφού διαπιστώνουμε κάποιες συστοιχίες στον τρόπο εικονογράφησης των στίχων. Ο ίδιος ο Σαχτούρης μάλιστα είχε δηλώσει πως αν δεν ήταν ποιητής, θα ήθελε να είναι ζωγράφος. Η ποίησή του λειτουργεί με όρους εικαστικούς. Στον εφιαλτικό του κόσμο κυριαρχούν οι χρωματικές αντιθέσεις, με βασικό άξονα το κόκκινο (του αίματος και της φωτιάς), το μαύρο (της νύχτας και του θανάτου) και το λευκό (του πάγου ή του χιονιού), χρώματα που επανέρχονται ως μοτίβα με τους συμβολισμούς τους και στην ποίηση της Παλαπάνη. Σ’ αυτές τις ποιητικές βυζαντινές εικονογραφίες τα πρόσωπα μοιάζουν ασκητικά, σχεδόν εξαϋλωμένα, γυμνά, άοπλα, παγιδευμένα, αποξενωμένα και ανήμπορα μέσα στο ανοίκειο περιβάλλον της εκκοσμίκευσης ενός κόσμου παράλογου, όπου ο κίνδυνος και η φρίκη ελλοχεύει κάθε στιγμή, με την δαμόκλειο σπάθη να επικρέμεται πάνω από το κεφάλι της ανθρωπότητας.

Σ’ αυτό συντείνει και μια εμμονικά σταθερή επανάληψη λέξεων από ποίημα σε ποίημα, που λειτουργούν ως αντικείμενα–σύμβολα μιας υπερρεαλιστικής πραγματικότητας σημασιοδοτώντας ευκρινώς τον παραλογισμό της εποχής, την ηθική του σήψη και την απόλυτη παρακμή, όπως, για παράδειγμα, το χιόνι, η βροχή, η νύχτα, οι λύκοι, το φεγγάρι, τα ερείπια, το σκοινί, το μαχαίρι, το τρένο και πολλές άλλες. Άλλωστε, η κατάλληλη τοποθέτηση των λεκτικών τύπων δημιουργεί συζεύξεις λέξεων και συζυγίες φράσεων που ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη και του υποβάλλουν ισχυρώς, με την επίταση της εντύπωσης των εικόνων, την συναισθηματική διέγερση της δημιουργού, διέγερση που με φυσική αναγκαιότητα μεταπίπτει και στον στίχο, που, αν και ελεύθερος, στο ανάπτυγμά του ενίοτε εκδηλώνεται ανεπιτήδευτα ο ανεπαίσθητος ιαμβικός κυματισμός του, ως αυθόρμητη και πηγαία εκφραστική επιλογή, χαρίζοντας στον στίχο ακόμα μεγαλύτερη ελαστικότητα στον ρυθμό, μουσικότητα στην γλώσσα και ποιητικότητα στην διακίνηση των νοημάτων.

Η Δήμητρα Παλαπάνη είναι γεννημένη ποιήτρια. Είναι εκείνο το μικρό κορίτσι του ποιήματος με «σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι/ με τη βελόνα στην καρδιά», που πονά για τις αμαρτίες του κόσμου τούτου, το κορίτσι του φθινοπώρου, που προσεύχεται, που ψιθυρίζει μυστικά το λυπημένο τραγούδι της βροχής, που γδύνεται την ασχήμια του κόσμου και ντύνεται την ποίηση ρούχο της καθημερινό, σε χρώμα κόκκινο, όπως εκείνα τα κομμένα φύλλα του φθινοπώρου, κόκκινα, ολοκόκκινα, σαν ανταμώνουν τα φύλλα της καρδιάς μας.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση