Όταν η μνήμη γίνεται πατρίδα: «Η πλημμυρίδα της νύχτας» του Νίκου Κατσαλίδα

[Νίκος Κατσαλίδας, Η πλημμυρίδα της νύχτας, Εκδόσεις Νίκας, 2025]

Της Τζίνας Καρβουνάκη

Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται μια ζωή και άλλα που προσπαθούν να διασώσουν τη στιγμή κατά την οποία μια ζωή αρχίζει να αποσύρεται από τον κόσμο. Η πλημμυρίδα της νύχτας του Νίκου Κατσαλίδα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στο κέντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται η ενενηνταπεντάχρονη Σταυρούλα, η «μανίτσα», μια μητέρα που η άνοια αποσυνδέει σταδιακά από τον παρόντα χρόνο, χωρίς όμως να την απογυμνώνει από τη μνήμη. Αντίθετα, όσο το παρόν υποχωρεί τόσο το παρελθόν επιστρέφει ορμητικό, σαν νερό που ξεχειλίζει τη νύχτα και παρασύρει σύνορα, χρονολογίες, σπίτια, ζωντανούς και νεκρούς.

Ο Κατσαλίδας δεν αντιμετωπίζει την άνοια μόνο ως ιατρική κατάσταση ή ως οικογενειακό δράμα. Την προσεγγίζει ως μια ιδιότυπη μορφή αφήγησης. Η Σταυρούλα δεν θυμάται με τη λογική σειρά των γεγονότων· μετακινείται από την Αθήνα στο χωριό, από το κρεβάτι της στα ριζοβούνια, από τα παιδικά της χρόνια στον θάνατο του άντρα της, από την καθημερινή φροντίδα σε μια συνομιλία με τους πεθαμένους. Η συνείδησή της δεν οργανώνει πια τον χρόνο γραμμικά. Τον μετατρέπει σε τόπο. Και μέσα σε αυτόν τον τόπο μπορεί να συναντήσει όσους έχουν φύγει, να επιστρέψει στο πατρικό, να ποτίσει τους κήπους, να μοιράσει τα ρούχα της, να αναζητήσει τα παπούτσια που θα τη βοηθήσουν να ξεκινήσει για το επόμενο ταξίδι.

Το σπίτι αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πυρήνες του βιβλίου. Δεν είναι απλώς κτίσμα ή οικογενειακή περιουσία. Είναι το σώμα της μνήμης. Το πατρικό σπίτι, το αρχοντικό του άντρα της και το σπίτι του γιου της ενώνονται, συγχέονται και μετακινούνται μαζί της. Όταν η Σταυρούλα ρωτά «Άραγε σε ποιο σπίτι ήμουν εψές;», το ερώτημα υπερβαίνει τη σύγχυση της άνοιας. Σε ποιο σπίτι κατοικεί τελικά ο άνθρωπος όταν οι τόποι της ζωής του έχουν χαθεί, αδειάσει ή μείνει πίσω από σύνορα; Στο πραγματικό σπίτι ή σε εκείνο που εξακολουθεί να χτίζει η μνήμη;

Το χωριό της Άνω Λεσινίτσας, τα βουνά, τα ποτάμια και οι δρόμοι της Βορείου Ηπείρου δεν λειτουργούν ως φόντο. Συμμετέχουν στην αφήγηση σαν ζωντανές παρουσίες. Τα βουνά γίνονται βιγλάτορες, τα πουλιά φορείς μηνυμάτων, τα δέντρα προστάτες των νεκρών, η καμπάνα της Παναγιάς φωνή ενός τόπου που αποχαιρετά από μακριά. Η φύση δεν περιγράφει απλώς το πένθος· πενθεί. Έτσι, η ιδιωτική ιστορία της οικογένειας συναντά μια ευρύτερη ιστορία εκτοπισμού, συνόρων, πολιτικών διώξεων, ξενιτιάς και επιστροφής. Η μνήμη της Σταυρούλας, ακόμη και όταν εμφανίζεται αποσπασματική, διατηρεί τα ίχνη μιας συλλογικής εμπειρίας.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πράξη της καταγραφής. Ο γιος ακούει, σημειώνει, μεταγράφει. Όμως η ίδια η μητέρα άλλοτε του ζητά να γράψει και άλλοτε να κρατήσει τα λόγια της κρυφά. Η αντίφαση αυτή δημιουργεί το βαθύτερο ηθικό ερώτημα του βιβλίου: σε ποιον ανήκει η μνήμη όταν εκφέρεται μπροστά σε έναν άλλον; Είναι ο γιος μάρτυρας, γραφέας, κληρονόμος ή εισβολέας; Η Σταυρούλα τον υποψιάζεται ότι «αρμέγει» τις λέξεις της και τον προειδοποιεί πως, αν την εκθέσει μέσα από τις στιγμές της σύγχυσης, θα γίνει συμβολικά μητροκτόνος. Ο Κατσαλίδας δεν αποφεύγει αυτή τη δύσκολη πλευρά του εγχειρήματός του. Την ενσωματώνει στο ίδιο το μυθιστόρημα και μετατρέπει την ενοχή της γραφής σε μέρος της αφήγησης.

Εδώ βρίσκεται και μια από τις σημαντικότερες αρετές του έργου. Η μητέρα δεν παρουσιάζεται ως παθητικό αντικείμενο φροντίδας. Διατηρεί τη φωνή, το χιούμορ, την οξύτητα, τις φοβίες, τις προκαταλήψεις, την τρυφερότητα και την ικανότητά της να αντιστέκεται. Ακόμη και μέσα στην άνοια, διορθώνει τον γιο, τον πειράζει, τον κατηγορεί, δίνει εντολές, μοιράζει την περιουσία της, ευλογεί παιδιά και δισέγγονα, οργανώνει την κηδεία της. Η σωματική της αδυναμία αντιπαρατίθεται διαρκώς στη βαρύτητα του εσωτερικού της κόσμου. Μια «χούφτα άνθρωπος» μπορεί να χωρέσει μέσα της ολόκληρα βουνά, γενεές, νεκρούς και αδιάβατους δρόμους.

Η γλώσσα αποτελεί τον πραγματικό πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος. Η ντοπιολαλιά δεν χρησιμοποιείται ως λαογραφικό στολίδι, αλλά ως φορέας μιας ιδιαίτερης αντίληψης για τον κόσμο. Λέξεις όπως «μανίτσα», «μαναχός», «κατόπι», «πάλε» δεν δηλώνουν μόνο καταγωγή· διασώζουν έναν ρυθμό ομιλίας και μαζί του έναν τρόπο συγγένειας, φόβου, πίστης και αγάπης. Ο προφορικός λόγος της Σταυρούλας συναντά την ποιητική ιδιοσυγκρασία του Κατσαλίδα και δημιουργεί μια πρόζα πυκνή, συχνά παρατακτική, γεμάτη επαναλήψεις, εικόνες και μεταμορφώσεις. Η αφήγηση δεν προχωρεί προς τα εμπρός· γυρίζει, επιμένει, επανέρχεται. Μοιάζει με μοιρολόι, όπου η επανάληψη δεν πληροφορεί αλλά εμβαθύνει το συναίσθημα.

Το νερό, η νύχτα και τα παπούτσια οργανώνουν ένα εκτεταμένο συμβολικό δίκτυο. Η πλημμυρίδα είναι η επιστροφή όσων δεν μπορούν πλέον να συγκρατηθούν. Η νύχτα είναι η ώρα κατά την οποία χαλαρώνουν τα όρια της λογικής και ανοίγει η επικοινωνία με τους απόντες. Τα παπούτσια, που η Σταυρούλα αναζητεί επίμονα, είναι η δυνατότητα της αναχώρησης. Δεν πρόκειται μόνο για τον φόβο μιας ηλικιωμένης γυναίκας που θέλει να γυρίσει σπίτι της. Είναι η προετοιμασία ενός τελευταίου ταξιδιού, η βαθύτερη γνώση ότι ο άνθρωπος πεθαίνει επιστρέφοντας.

Η έκταση του βιβλίου και η συνεχής επάνοδος των ίδιων μοτίβων —του σπιτιού, των ρούχων, των νεκρών, της φυγής, του ποταμού— δοκιμάζουν κατά τόπους την αναγνωστική αντοχή. Ορισμένα επεισόδια θα μπορούσαν να έχουν συμπυκνωθεί, ώστε η συγκίνηση να διατηρεί μεγαλύτερη ένταση. Ωστόσο, η επαναληπτικότητα δεν αποτελεί απλώς αδυναμία οικονομίας. Υπακούει στη λειτουργία της μνήμης που το βιβλίο επιχειρεί να αναπαραστήσει: μια μνήμη που δεν θυμάται μία φορά, αλλά επιστρέφει καταναγκαστικά στο ίδιο σημείο, μεταβάλλοντάς το ελάχιστα κάθε φορά. Το τίμημα αυτής της επιλογής είναι η αφηγηματική βραδύτητα· το κέρδος της είναι η αίσθηση ότι ο αναγνώστης δεν παρατηρεί την άνοια απ’ έξω, αλλά εισέρχεται στον κυκλικό της χρόνο.

Οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί οδηγούν το βιβλίο από τη νυχτερινή πολυφωνία στη σιωπή. Η Σταυρούλα παραδίδει το πνεύμα της με τη λέξη «ψυχούλες», ενώ ο γιος αναζητεί στο κινητό ένα βαρύ ηπειρώτικο μοιρολόι του Πετρολούκα Χαλκιά. Η σύγχρονη τεχνολογία και η αρχέγονη τελετουργία συναντιούνται σε μια στιγμή γυμνή από κάθε λογοτεχνική επίδειξη. Κατόπιν σιωπούν τα σπίτια, σταματούν τα παπούτσια, χτυπά η καμπάνα της Παναγιάς στο μακρινό χωριό. Η αφήγηση ολοκληρώνεται, αλλά η επιστροφή παραμένει ανοιχτή: τα οστά θα ταξιδέψουν κάποτε προς τη γενέθλια γη, εκεί όπου η προσωπική μνήμη ζητά να ενωθεί με τη μνήμη του τόπου.

Η πλημμυρίδα της νύχτας είναι ένα μυθιστόρημα για την άνοια, αλλά ακόμη περισσότερο είναι ένα βιβλίο για όσα η άνοια δεν κατορθώνει να αφανίσει. Για την επιμονή της μητρικής φωνής, για τη γλώσσα που επιβιώνει όταν η λογική συνοχή διαρρηγνύεται, για τους νεκρούς που εξακολουθούν να κατοικούν στα καθημερινά αντικείμενα και για την πατρίδα που, όταν δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτήν, επιστρέφει εκείνη μέσα μας.

Ο Νίκος Κατσαλίδας δεν σκιαγραφεί απλώς τη μορφή της μητέρας του. Οικοδομεί ένα λογοτεχνικό μνημείο προφορικής μνήμης, πληθωρικό όπως η ίδια η ανθρώπινη ανάμνηση. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα του βιβλίου: ότι απέναντι στη λήθη η γραφή δεν υπόσχεται σωτηρία. Μπορεί, όμως, να κρατήσει για λίγο ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού, ώστε η φωνή που απομακρύνεται να συνεχίσει να ακούγεται.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση