21 Οκτωβρίου 2026
[Καλλιόπη Μπαγουλή, Εσανθήματα, Συρτάρι, 2024]
Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου*
Η ποιητική συλλογή Εσανθήματα της Καλλιόπης Μπαγουλή (Συρτάρι, 2024, ISBN-13: 978-618-5763-17-6) προσεγγίζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, τις προσωπικές συγκρούσεις και τις κοινωνικές αντιφάσεις, συνδυάζοντας την ευαισθησία με την ειρωνεία και την κοινωνική κριτική. Μέσα από σύντομα ποιήματα και μικρές αφηγηματικές συνθέσεις, η ποιήτρια πραγματεύεται τον ψυχικό πόνο, τη μνήμη, την απώλεια, τη γυναικεία ταυτότητα, την προσφυγιά και τη δυσκολία της επικοινωνίας. Παράλληλα, διερευνά τη λειτουργία της ίδιας της ποίησης, αναδεικνύοντάς την ως μέσο έκφρασης, καταφύγιο και δυνατότητα κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο τίτλος αποτελεί ευρηματικό νεολογισμό, ο οποίος, σύμφωνα με την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο, συνδέεται με τη λέξη «εσάνθημα», που προκύπτει από τις λέξεις «έσω» και «ανθώ». Η λέξη δηλώνει αφενός μια εσωτερική αλλοίωση ψυχικής φύσεως, η οποία προκαλείται από εξωτερικούς επιβαρυντικούς παράγοντες, και αφετέρου, μεταφορικά, ένα εσωτερικό άνθισμα. Τα εσανθήματα παρομοιάζονται με τα εξανθήματα, καθώς, όταν αγνοούνται, εξαπλώνονται και απαιτούν αναγνώριση και φροντίδα. Η διττή αυτή σημασία συμπυκνώνει τον βασικό προβληματισμό της συλλογής: ο ψυχικός πόνος χρειάζεται να αναγνωριστεί και να εκφραστεί, ώστε να καταστεί δυνατή η ανακούφιση. Οι λέξεις και το φως που τρεμοπαίζει μέσα τους προβάλλονται ως μέσα θεραπείας και εσωτερικής αναγέννησης. Η αντίθεση ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως επανέρχεται και στο «Κολάζ» (σ. 19), όπου η ποιητική φωνή προσπαθεί να τραβήξει «λευκές χωρίστρες επιμελώς» πάνω στο μαύρο, αναζητώντας τάξη και διέξοδο μέσα από την εσωτερική αναστάτωση.
Η συλλογή οργανώνεται σε ενότητες, όπως «Σε πρώτο πρόσωπο» (σ. 15) και «Σε δεύτερο πρόσωπο» (σ. 27), ενώ ακολουθεί η ενότητα «Σε τρίτο πρόσωπο» (σ. 39). Τα ποιήματα διαφέρουν ως προς την έκταση και τη μορφή τους: ορισμένα είναι σύντομα και πυκνά σε νοήματα, όπως η «Βαλίτσα» (σ. 20) και το «Καρτέρι» (σ. 22), ενώ άλλα αναπτύσσονται ως μικρές ιστορίες, όπως τα «Pushbacks» (σ. 23), «Άνοιξη» (σ. 45) και «Στο αλλακτήριο» (σ. 51). Η εναλλαγή της αφηγηματικής οπτικής επιτρέπει άλλοτε την εξομολογητική προσέγγιση του βιώματος και άλλοτε την αποστασιοποιημένη παρατήρηση της κοινωνίας. Παρά τη μορφική ποικιλία, η συλλογή παρουσιάζει θεματική συνοχή, καθώς επανέρχονται η σιωπή, ο φόβος, η απώλεια, η ανάγκη επικοινωνίας και η αναζήτηση της ανθρωπιάς.
Στο ποίημα «Αντίλογος» (σ. 16), η αντίθεση ανάμεσα στο μαύρο και στο λευκό του χαρτιού αποδίδει τη σύγκρουση ανάμεσα στην εσωτερική οδύνη και στην ανάγκη της γραπτής έκφρασης. Το ρητορικό ερώτημα «πώς να μην τρέξει;» υποδηλώνει ότι το συναίσθημα είναι τόσο ορμητικό, ώστε δεν μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένο.
Αντίστοιχα, στο ποίημα «Κατάθλιψη» (σ. 28), τα κλειδιά και η κλειδαριά λειτουργούν ως μεταφορές της ψυχικής παράλυσης: το ποιητικό υποκείμενο διαθέτει τα τυπικά μέσα για τη λύτρωση, ωστόσο αδυνατεί να τα αξιοποιήσει. Η επανάληψη των παρεμβαλλόμενων σχολίων αναδεικνύει με δραματικό τρόπο το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην εξωτερική παρατήρηση και στην εσωτερική εμπειρία. Ενώ οι γύρω του τού υπενθύμιζαν διαρκώς τα κλειδιά και του έδειχναν την κλειδαριά, κανείς δεν μπορούσε να συλλάβει την πραγματική του αδυναμία:
Έχεις τα κλειδιά / σου το θυμίζουν όλοι –
Βλέπεις την κλειδαριά / σου τη δείχνουν όλοι –
Δεν μπορείς να ανοίξεις / δεν το καταλαβαίνει κανείς.
Η ποίηση της Μπαγουλή αποτελεί συγχρόνως μέσο εξομολόγησης και αντικείμενο αυτοκριτικής. Στην «Παρουσίαση βιβλίου ποίησης» (σ. 21), η δημιουργός σατιρίζει τις επίσημες λογοτεχνικές εκδηλώσεις και αμφισβητεί την ταύτιση της ποίησης με τις φιλολογικές αναλύσεις και τις προβαρισμένες απαγγελίες. Η ουσία της αποκαλύπτεται τελικά στο «τρεμάμενο χέρι του ποιητή», μέσα από το οποίο αναγνωρίζεται η ανθρώπινη ευαισθησία. Στο «Το “π” της ποίησης» (σ. 40), το γράμμα «Π» συμβολίζει διαφορετικές στάσεις απέναντι στην τέχνη: για κάποιους γίνεται σκαμνί, πάνω στο οποίο ανεβαίνουν για να βλέπουν τους άλλους αφ’ υψηλού, ενώ για άλλους μετατρέπεται σε καταφύγιο και απάγκιο. Παράλληλα, στο ποίημα «Ναυτία» (σ. 50), η δημιουργική διαδικασία παρουσιάζεται ως επώδυνη αποβολή όσων έχουν συσσωρευτεί μέσα στον άνθρωπο. Η αντίθεση ανάμεσα στα «ξερατά» και στα «ποιήματα» θέτει το ερώτημα κατά πόσο η προσωπική οδύνη μπορεί να μετατραπεί σε τέχνη.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η κοινωνική ευαισθησία της συλλογής. Στο «Pushbacks» (σ. 23), η προσφυγική εμπειρία παρουσιάζεται μέσα από την αφήγηση μιας γυναίκας που εγκαταλείπει το σπίτι της και αναζητά βοήθεια. Η επανάληψη της φράσης «Μετά δε θυμάμαι», η οποία ανατρέπεται αμέσως από τη λέξη «Ψέματα», αποκαλύπτει την τραυματική επιμονή της μνήμης. Η γυναίκα θυμάται την αδιαφορία και την απόρριψη που συναντά, αλλά και το χέρι της πάνω στη φουσκωμένη κοιλιά της. Η επιθυμία της να ονομάσει το αγέννητο κορίτσι της «Ανθρωπιά» αποκτά συμβολική σημασία, καθώς αντιπαραβάλλεται με την απανθρωπιά που έχει βιώσει. Στη «Μικρή ιστορία» (σ. 52), η κοινωνία χαρακτηρίζει τρελό έναν άνθρωπο που κινεί τα χέρια του σαν να πετά. Μόνο ένα παιδί προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία, ενώ οι υπόλοιποι, ντροπιασμένοι, αγγίζουν τη «μάσκα οξυγόνου» τους. Η εικόνα υποδηλώνει μια κοινωνία που ασφυκτιά και αδυνατεί να αποδεχτεί την ελευθερία και τη διαφορετικότητα.
Η γυναικεία ταυτότητα και οι κοινωνικοί περιορισμοί αναδεικνύονται στο «Γινέκα» (σ. 29). Η επανάληψη της προστακτικής «γίνε» αποτυπώνει τις απαιτήσεις που επιβάλλονται στη γυναίκα, η οποία καλείται να προσαρμοστεί σε προκαθορισμένους ρόλους και να υποτάξει την προσωπικότητά της στις προσδοκίες των άλλων. Η κλιμάκωση στους στίχους «γίνε άλλη / αλλιώς / γίνε αίμα» μετατρέπει την κοινωνική πίεση σε απειλή βίας. Στο ποίημα «Χιτζάμπ» (σ. 24), η παράλληλη παρουσία δύο γυναικών, που η μία ψαλιδίζει λέξεις και η άλλη τούφες μαλλιών, δημιουργεί έναν συμβολικό συσχετισμό ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία και στον έλεγχο του γυναικείου σώματος. Με αυτόν τον τρόπο, η ποιήτρια αναδεικνύει τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην προσωπική έκφραση, την ταυτότητα και τους κοινωνικούς περιορισμούς.
Η μνήμη, η απώλεια και η φθορά του χρόνου συμπληρώνουν τη θεματική της συλλογής. Στο «13/12» (σ. 32), η επίσκεψη στον λόφο του Καπή στα Καλάβρυτα και ο λευκός σταυρός με την ένδειξη «ετών 12» συνδέουν την προσωπική εμπειρία με την ιστορική τραγωδία. Η αδυναμία του παιδιού να κατανοήσει την επιγραφή, αλλά και η παραδοχή της αφηγήτριας ότι ούτε η ίδια μπορεί να την κατανοήσει πλήρως, αποδίδουν το αβάσταχτο της απώλειας. Στο «Πώς αλλιώς» (σ. 48), η ονειρική συνάντηση με έναν απόντα αγαπημένο άνθρωπο εκφράζει τη νοσταλγία και τη δυσκολία αποδοχής του θανάτου. Στο «Καρτέρι» (σ. 22), η απαρίθμηση χρονικών μονάδων και η ανατροπή της προσδοκίας, καθώς αυτές έχουν ήδη ξεφύγει, υπογραμμίζουν τη ματαιότητα της προσπάθειας να ελεγχθεί ο χρόνος.
Η γλώσσα της συλλογής είναι σύγχρονη, άμεση και λιτή, αλλά ταυτόχρονα πολυσήμαντη. Η ποιήτρια αξιοποιεί μεταφορές, συμβολισμούς, αντιθέσεις, επαναλήψεις, προσωποποιήσεις και λογοπαίγνια. Στη «Βαλίτσα» (σ. 20), το αντικείμενο συμβολίζει τα προσωπικά βάρη, ενώ στο «Λ-ήθος» (σ. 35) η σύνδεση των «λίθων» με τη «λήθη» δημιουργεί έναν υπαινιγμό για την ιστορική μνήμη.
Χαρακτηριστική είναι και η ανατροπή στο τέλος της «Άνοιξης» (σ. 45): η ηρωίδα επιχειρεί να αποκαλύψει όσα έχει κρύψει κάτω από το χαλί, προσδοκώντας να τα απομακρύνει, αλλά τελικά «τη ρούφηξε» το ίδιο το κρυμμένο βάρος. Η αναφορά στη φράση «Οὐδὲν κρυπτὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» αποκτά έτσι ειρωνική διάσταση.
Συνολικά, τα Εσανθήματα αποτελούν μια συλλογή που συνδυάζει την προσωπική ευαισθησία με την κοινωνική καταγγελία και τον στοχασμό με την ειρωνεία. Η ποικιλία των μορφών, η πυκνότητα των εικόνων και οι ανατροπές των καταλήξεων ενεργοποιούν τον αναγνώστη. Η ουσιαστικότερη αρετή της συλλογής είναι ότι δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά αναδεικνύει την ανάγκη να αναγνωρίζουμε τις εσωτερικές μας πληγές και να μη μένουμε αδιάφοροι απέναντι στον πόνο των άλλων. Η ποίηση γίνεται έτσι ένας χώρος όπου η ψυχική φθορά μπορεί να μετατραπεί σε εσωτερικό άνθισμα και η ατομική εμπειρία σε συλλογική ευθύνη και ανθρωπιά.
*Η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος, ποιήτρια και συγγραφέας.
Newsletter
BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες
