Γιώργος Λάζογλου: Η τέχνη είναι αφετηρία για διάλογο και βαθύτερη κατανόηση

Ο Γιώργος Λάζογλου, επιμελητής και καλλιτεχνικός διευθυντής της Carbon Tierra Biennale, μιλά για τη σύγχρονη τέχνη, τα πληγωμένα τοπία της Πτολεμαΐδας και τη δυνατότητα μιας νέας σχέσης με τον τόπο, με αφορμή τη δεύτερη διοργάνωση που ξεκινά στις 23 Οκτωβρίου 2026.


Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου
alexia.kalogeropoulou@gmail.com


Κύριε Λάζογλου, σε λίγες μέρες, στις 23 Οκτωβρίου 2026, αρχίζει η δεύτερη Carbon Tierra Biennale. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της διοργάνωσης και ποιος είναι ο βασικός στόχος της;

Η ιδέα της Carbon Tierra Biennale συνδέεται με την προσωπική μου σχέση με την Πτολεμαΐδα, όπου μεγάλωσα, και με την ανάγκη να δημιουργηθεί εδώ ένας χώρος συνάντησης της σύγχρονης τέχνης με την εμπειρία του τόπου. Ο λιγνίτης διαμόρφωσε το τοπίο, την εργασία, την καθημερινότητα και τις προσδοκίες ολόκληρων γενεών. Σήμερα, καθώς η περιοχή περνά σε μια διαφορετική εποχή, προκύπτουν ερωτήματα που αφορούν τόσο το μέλλον της όσο και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την ιστορία της.

Μέσα από τη συνεργασία της kilowArt platform με το CUT Contemporary Fine Arts Lab της Κλίτσας Αντωνίου, καθηγήτριας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, αυτή η ανάγκη απέκτησε τη μορφή μιας διεθνούς διοργάνωσης. Βασικός μας στόχος είναι να φέρουμε καλλιτέχνες και έργα σε ουσιαστική επαφή με την τοπική κοινωνία και να συνδέσουμε την Πτολεμαΐδα με άλλους τόπους που έχουν διαμορφωθεί από την εξόρυξη και τη βιομηχανία.

Θέλουμε οι κάτοικοι να μπορούν να συναντήσουν σημαντικές καλλιτεχνικές πρακτικές στον δικό τους τόπο και να συμμετέχουν σε αυτή τη συνάντηση με τη γνώση και τις εμπειρίες τους. Η βιωματική γνώση μιας περιοχής που στήριξε την παραγωγή ενέργειας έχει πολλά να προσφέρει στον διεθνή διάλογο για το περιβάλλον, την εργασία και τη μετάβαση.

Ποια είναι η εμπειρία σας από την πρώτη Carbon Tierra Biennale; Τι απολογισμό κάνετε και πώς επηρέασε τη φετινή διοργάνωση; Υπήρχαν κάποιες δυσκολίες και πώς ξεπεράστηκαν;

Η πρώτη διοργάνωση είχε για μένα τη συγκίνηση και τη μαγεία που συνοδεύουν ένα πρώτο εγχείρημα: την αβεβαιότητα, την προσμονή και τη στιγμή που μια ιδέα αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα μέσα από τη συνάντηση των ανθρώπων. Το να συμβαίνει αυτό στην πόλη όπου μεγάλωσα έδινε στην εμπειρία μια ιδιαίτερη προσωπική σημασία. Η Πτολεμαΐδα, οι χώροι και οι ιστορίες της γίνονταν αφετηρία ενός διαλόγου με καλλιτέχνες από διαφορετικά μέρη του κόσμου.

Κοιτάζοντας την πρώτη διοργάνωση με κάποια απόσταση, αναγνωρίζω τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιήθηκε. Η μικρή διάρκειά της και το γεγονός ότι βρισκόμασταν ακόμη στην πρώτη γνωριμία με τους πολιτιστικούς πυρήνες, τις ομάδες και τους φορείς της πόλης ήταν παράγοντες που έπαιξαν τον ρόλο τους στη διαμόρφωση αυτής της εμπειρίας. Η εμπιστοσύνη και η συνεργασία χρειάζονται χρόνο, παρουσία και αμοιβαία γνωριμία. Οι επαφές που ξεκίνησαν τότε αποτελούν τη βάση για να αναπτύξουμε αυτές τις σχέσεις στη συνέχεια.

Η δεύτερη διοργάνωση επιδιώκει να διευρύνει αυτή τη συνάντηση, δίνοντας περισσότερο χώρο και χρόνο στην επαφή με τα έργα και στη συζήτηση. Συνεχίζει τη διερεύνηση των πληγωμένων τοπίων, εστιάζοντας περισσότερο στη ζωή που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα τους: στη μνήμη της εργασίας, στις σημερινές συνθήκες κατοίκησης και στη δυνατότητα να φανταστούμε ένα μέλλον εδώ.

Οι δυσκολίες παραμένουν ουσιαστικές: περιορισμένοι οικονομικοί πόροι, τεχνικές απαιτήσεις και χώροι που χρειάζεται να προσαρμοστούν για την παρουσίαση των έργων. Η συνεργασία με ανθρώπους και φορείς της περιοχής, μαζί με την εμπιστοσύνη και τη γενναιοδωρία των καλλιτεχνών, μας επιτρέπει να προχωρούμε. Για να αποκτήσει όμως αυτή η προσπάθεια διάρκεια, χρειάζεται σταθερότερη υποστήριξη και δυνατότητα προγραμματισμού σε βάθος χρόνου.

Πιστεύετε ότι μπορεί η τέχνη να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάδειξη της περιβαλλοντικής καταστροφής που προκαλεί η ανθρώπινη δραστηριότητα; Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε αυτή την πραγματικότητα;

Πιστεύω ότι η τέχνη μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, επειδή δίνει μορφή σε σχέσεις που συχνά δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε στην καθημερινότητά μας. Μπορεί να συνδέσει την ενέργεια που καταναλώνουμε με την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή της, με την αλλοίωση ενός τοπίου και με τις ζωές που επηρεάζονται μακριά από εμάς.

Στο Deep Weather της Ursula Biemann, για παράδειγμα, οι εικόνες της εξόρυξης στον Καναδά αντιπαρατίθενται με τη χειρωνακτική κατασκευή προστατευτικών αναχωμάτων στο Μπανγκλαντές. Η συνύπαρξη αυτών των εικόνων μάς καλεί να σκεφτούμε την άνιση κατανομή του περιβαλλοντικού βάρους. Στο All That Perishes at the Edge of Land της Hira Nabi, η αποσυναρμολόγηση ενός πλοίου αποκαλύπτει τους ανθρώπους και τις συνθήκες εργασίας που βρίσκονται πίσω από την ανάκτηση των υλικών του.

Η τέχνη μπορεί να μας κάνει να σταθούμε περισσότερο απέναντι σε μια εικόνα, να ακούσουμε μια μαρτυρία και να αναθεωρήσουμε κάτι που θεωρούσαμε αυτονόητο. Η επίδρασή της δεν είναι άμεση ούτε ίδια για όλους. Μπορεί όμως να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια βαθύτερη κατανόηση και για συζήτηση. Το αν αυτή η μετατόπιση θα οδηγήσει σε συλλογική δράση εξαρτάται και από όσα συμβαίνουν πέρα από την έκθεση.

Μπορεί να αναγεννηθεί το φυσικό περιβάλλον μιας περιοχής, όπως η Πτολεμαΐδα, που έχει υποστεί τόσο εκτεταμένη περιβαλλοντική επιβάρυνση από τη λιγνιτική δραστηριότητα; Και αν ναι, τι χρειάζεται πρωτίστως; Ποιες προϋποθέσεις θεωρείτε απαραίτητες;

Θα χρησιμοποιούσα προσεκτικά τη λέξη «αναγέννηση», γιατί μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ένας τόπος επιστρέφει εύκολα στην προηγούμενη κατάστασή του. Στην Πτολεμαΐδα οι μεταβολές είναι βαθιές και αφορούν το έδαφος, το νερό, τους οικισμούς και τις σχέσεις των ανθρώπων με τον τόπο τους. Για μένα, το ερώτημα είναι πώς μπορούν να δημιουργηθούν συνθήκες αποκατάστασης και ζωής, με επίγνωση αυτής της ιστορίας.

Δεν μπορώ ως επιμελητής να δώσω μια τεχνική απάντηση. Θεωρώ, όμως, απαραίτητο έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό που θα στηρίζεται στην επιστημονική γνώση, στη δημόσια λογοδοσία και στη συμμετοχή των κατοίκων. Το έδαφος και το νερό, η υγεία και η απασχόληση χρειάζεται να εξετάζονται μαζί, γιατί στην καθημερινή ζωή συνδέονται άμεσα.

Οι άνθρωποι που στήριξαν την παραγωγή ενέργειας με την εργασία τους και με τον τόπο τους πρέπει να έχουν ουσιαστικό λόγο και προοπτική στην επόμενη ημέρα. Η γνώση των εργαζομένων, οι εμπειρίες των κοινοτήτων που μετακινήθηκαν και οι ανάγκες των νεότερων γενεών χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη στις αποφάσεις. Εκεί θεωρώ ότι κρίνεται και το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας δίκαιης μετάβασης.

Ο τίτλος της φετινής Carbon Tierra Biennale είναι «Ανάσα μέσα από τις στάχτες». Ποιο είναι το νόημα αυτού του τίτλου και πώς αποτυπώνεται στη φετινή διοργάνωση;

Οι στάχτες παραπέμπουν στην καύση και στα κατάλοιπα της παραγωγής ενέργειας, αλλά και σε όσα αφήνει πίσω του ένας τρόπος ανάπτυξης: μετασχηματισμένα τοπία, μνήμες εργασίας, απώλειες και εκκρεμότητες. Η ανάσα αφορά τη ζωή που συνεχίζεται μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Είναι κάτι απολύτως καθημερινό και ταυτόχρονα ένας άμεσος δεσμός του σώματος με το περιβάλλον.

Η λέξη «μέσα» έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ζωή συνεχίζεται ενώ οι συνέπειες της εξόρυξης παραμένουν παρούσες. Οι άνθρωποι, τα φυτά και οι μικροοργανισμοί υπάρχουν σε αυτά τα περιβάλλοντα, αναπτύσσοντας σχέσεις εξάρτησης και επιβίωσης. Ο τίτλος κρατά μαζί την ευαλωτότητα αυτής της ζωής και τη δυνατότητα της συνέχειάς της.

Τα έργα προσεγγίζουν αυτή τη συνθήκη από διαφορετικές πλευρές. Το Terra Nera συνδέει το λιγνιτικό τοπίο με το σώμα και τη μνήμη. Ο Ghenadie Popescu εξετάζει, με ειρωνεία και αναφορές στη σοβιετική εργασία, τον μόχθο που απαιτεί η παραγωγή καυσίμου για την καθημερινή θέρμανση. Οι περφόρμανς φέρνουν το ζωντανό σώμα στον χώρο της πόλης. Μέσα από αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις, η «ανάσα» αποκτά συγκεκριμένες υλικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Ποιο είναι το επόμενο βήμα για την Carbon Tierra Biennale; Πώς οραματίζεστε την εξέλιξή της και ποια παρακαταθήκη θα θέλατε να αφήσει στην περιοχή της Πτολεμαΐδας;

Θα ήθελα η Carbon Tierra Biennale να αποκτήσει διάρκεια μέσα στη ζωή της περιοχής, με σχέσεις και δραστηριότητες που συνεχίζονται ανάμεσα στις διοργανώσεις. Για να αναπτυχθούν ουσιαστικοί δεσμοί με την τοπική κοινωνία, θεωρώ απαραίτητη τη δημιουργία, παράλληλα με την Μπιενάλε, ενός θεσμού φιλοξενίας διεθνών καλλιτεχνών στην Πτολεμαΐδα.

Μια τέτοια φιλοξενία θα έδινε στους καλλιτέχνες τον χρόνο να γνωρίσουν τον τόπο, να ακούσουν τους ανθρώπους του και να αναπτύξουν την έρευνα και τη δουλειά τους μέσα από αυτή τη σχέση. Αντίστοιχα, οι κάτοικοι, οι τοπικοί δημιουργοί και οι πολιτιστικές ομάδες θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε μια ανταλλαγή με συνέχεια, μέσα από συναντήσεις, εργαστήρια και κοινές δράσεις. Η εμπιστοσύνη χτίζεται όταν υπάρχει χρόνος να συναντηθείς ξανά, να μοιραστείς μια διαδικασία και να δεις πώς εξελίσσεται.

Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η δυνατότητα των νεότερων ανθρώπων να έρχονται σε επαφή με τη σύγχρονη τέχνη στην Πτολεμαΐδα και να βλέπουν τον τόπο τους ως χώρο δημιουργίας και ανταλλαγής. Ένας θεσμός φιλοξενίας θα μπορούσε να ενισχύσει αυτή την προοπτική, συνδέοντας τη διεθνή παρουσία της Μπιενάλε με τη σταθερή παρουσία καλλιτεχνών στην καθημερινότητα της πόλης.

Για να συμβεί χρειάζονται σταθερή υποστήριξη, κατάλληλοι χώροι φιλοξενίας και εργασίας και άνθρωποι που θα μπορούν να εργάζονται με συνέχεια. Η παρακαταθήκη που θα ήθελα να αφήσει είναι μια ενεργή σχέση ανάμεσα στην τέχνη και στην τοπική κοινωνία: περισσότερη πρόσβαση στον πολιτισμό, χώρος για διαφορετικές αφηγήσεις και μεγαλύτερη συμμετοχή στη συζήτηση για το μέλλον της Πτολεμαΐδας.


BookSitting | βιβλία, τέχνες, ιδέες

Αφήστε μια απάντηση